Από την Σχετικότητα στον Σχετικισμό – του Χρ. Γ. Μαλτέζου

Του Χρήστου Γ. Μαλτέζου

O Σχετικισμός[1] (Relativism) είναι μια νέα φιλοσοφική τάση που έχει αναπτυχθεί κυρίως στις δυτικές κοινωνίες. Είναι ένα φιλοσοφικό κίνημα που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για την γνώση και τις ηθικές αρχές.

Αυτή την φιλοσοφική δοξασία θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως την άποψη και θέση ότι δεν υπάρχει νόημα και αξία σε τίποτα, λόγω της έλλειψης ενός κοινού σημείου αναφοράς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όλες οι απόψεις και θέσεις έχουν ακριβώς την ίδια ισχύ. Η ονομασία του Σχετικισμού, προέρχεται από τη δοξασία που υποστηρίζει ότι

  • η γνώση είναι σχετική και ότι
  • δεν είναι δυνατόν να έχουμε αντικειμενική γνώση της πραγματικότητας. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της φιλοσοφικής θεωρίας του Σχετικισμού είναι ότι
  • δεν δέχεται την ύπαρξη της απόλυτης αλήθειας δίνοντας έτσι ίση ισχύ στα λεγόμενα όλων. Υπό αυτή την έννοια, στην «Ηθική» ο Σχετικισμός λέει ότι όλες οι ηθικές είναι εξ ίσου καλές. Στην «Επιστημολογία» θεωρεί ότι όλες οι απόψεις και όλοι οι τρόποι σκέψης είναι εξίσου αληθείς, στη «Θρησκεία» ότι όλες οι θρησκείες των λαών είναι εξ ίσου σωστές κ.ο.κ.

Ένα ευλογοφανές παράδοξο

Ο Σχετικισμός εμφανίζεται σε πληθώρα μορφών που βασίζονται σε διαφορετικά φιλοσοφικά κίνητρα. Οι τρεις πιο ευρέως συζητημένες μορφές Σχετικισμού είναι:

  • ο Σχετικισμός της ηθικής (moral Relativism),
  • ο γνωσιολογικός Σχετικισμός (cognitive Relativism) και
  • ο Σχετικισμός της αισθητικής (aesthetic Relativism).

Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως ο Σχετικισμός ως απλός, ούτε ένα ενιαίο επιχείρημα που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ή να αντικρούσει κάθε σχετικιστική θέση που έχει προταθεί. Ίσως επειδή ο Σχετικισμός συνδέεται με τέτοιες απόψεις, λίγοι φιλόσοφοι είναι πρόθυμοι να αυτοχαρακτηριστούν ως σχετικιστές. Ωστόσο, κάποιοι από τους κορυφαίους στοχαστές έχουν κατηγορηθεί για Σχετικισμό, όπως π.χ. Λ. Βιτγκενστάιν (Ludwig Wittgenstein)[2], Π. Κ. Φεγεράμπεντ (Paul Karl Feyerabend)[3], Μ. Φουκώ (Michel Foucault)[4] , Ζ. Ντεριντά (Jacques Derrida)[5], κ.α. μοιράζονται ένα συγκεκριμένο κοινό έδαφος το οποίο, αν και αναγνωρίσιμα σχετικιστικό, παρέχει μια βάση για πιο εξελιγμένες και ίσως πιο υπερασπίσιμες θέσεις, χωρίς όμως να αποφεύγουν την φιλοσοφική δοξασία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη φιλοσοφική δοξασία του Σχετικισμού είναι ότι δημιουργεί ένα ευλογοφανές παράδοξο. Όταν δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς προς όλους τους ανθρώπους, ώστε να δεχτούν την αλήθεια μιας γενικής πρότασης, τότε αυτομάτως αυτή καθεαυτή η θεωρία του Σχετικισμού χάνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της, δηλαδή την οικουμενική ισχύ της. Μόνο με την παραδοχή ad hoc ότι η μόνη απόλυτη αλήθεια είναι ο ορισμός του Σχετικισμού αποκτά ισχύ αυτός τούτος ο Σχετικισμός. Στη βάση αυτή, ο Σχετικισμός εξισώνεται με τον απόλυτο Σχετικισμό και ένας τρόπος υπέρβασης αυτής της αντίφασης φαίνεται να είναι η υιοθέτηση ενός μάλλον σχετικού Σχετικισμού…

Η θεωρία της Σχετικότητας

 Η θεωρία της Σχετικότητας (Relativity theory) του Άλ. Αϊνστάιν (Albert Einstein) είναι αμιγώς επιστημονική θεωρία που περιλαμβάνει την ειδική Σχετικότητα (special Relativity) και την γενική Σχετικότητα (general Relativity).

  • Ειδική Σχετικότητα (1905): Όλα τα αδρανειακά συστήματα αναφοράς είναι ισοδύναμα για την περιγραφή των νόμων της Φυσικής. Η ταχύτητα του φωτός στο κενό είναι σταθερή και ανεξάρτητη από την κινητική κατάσταση του σώματος που το εκπέμπει.[6]
  •  Γενική Σχετικότητα (1916): Οι ευθείες τροχιές των σωμάτων στο τοπικώς αδρανειακό σύστημα αναφοράς οφείλουν να θεωρηθούν ως οι γεωδαισιακές[7] καμπύλες, δηλαδή ως οι κατεξοχήν «ευθείες» κοσμικές γραμμές στον πλήρη καμπυλωμένο χωρόχρονο Ρήμαν (μη ευκλείδειας γεωμετρίας) . Έτσι οι τροχιές των σωμάτων σε ελεύθερη πτώση ταυτοποιούνται με τις τοπικά ευθείες γραμμές μιας καμπυλωμένης γεωμετρίας.[8]

Η επιρροή της Σχετικότητας στον φιλοσοφικό Σχετικισμό προέρχεται από μια παρανόηση του πεδίου εφαρμογής της. Ενώ η Σχετικότητα στην Φυσική ασχολείται με την σχετική φύση ορισμένων φυσικών μετρήσεων, ο φιλοσοφικός Σχετικισμός επεκτείνει αυτήν την ιδέα ώστε να συμπεριλάβει όλες τις πτυχές της γνώσης, της αλήθειας και των αξιών.

Έτσι λοιπόν, η γνωστή φράση «Όλα είναι σχετικά…», σύμφωνα με την θεωρία της Σχετικότητας (Relativity), όπως λένε πολλοί άνθρωποι, αν δεν είναι παρανόηση τουλάχιστον είναι μια κοινοτυπία. Είναι όλα σχετικά; Η απάντηση είναι ασφαλώς όχι! Ο ίδιος ο Αϊνστάιν έλεγε ότι δεν υπάρχει πιο κακοποιημένη ονομασία από αυτή της θεωρίας της Σχετικότητας. Για τον Αϊνστάιν κανένας φιλοσοφικός ή κοινωνιολογικός «σχετικισμός» δεν έχει θέση στην περιοχή της επιστήμης.

Σχετικότητα και αναλλοίωτο

 Οι ριζοσπαστικές συνέπειες της θεωρίας Σχετικότητας του Αϊνστάιν εκλήφθηκαν αρχικά από ορισμένους φυσικούς και φιλοσόφους ως να προσέβαλαν άμεσα το κλασσικό ιδεώδες μιας ανεξάρτητης φυσικής πραγματικότητας. Εάν τα μέτρα μεγεθών, όπως ο «χώρος», ο «χρόνος», ή η «μάζα», σχετικοποιούνται ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς, δηλαδή εξαρτώνται από την εκάστοτε οπτική που υιοθετείται, οι ιδιότητας των φυσικών αντικειμένων θα πρέπει να θεωρούνται απλώς ως σχέσεις μεταξύ ενός αντικειμένου και ενός παρατηρητή. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η θέση αυτή του γνωσιολογικού Σχετικισμού είναι επιλεκτική και κατ’ επέκταση παραπλανητική.[9]

Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ειδικής θεωρίας της Σχετικότητας δεν έγκειται στη σχετικότητα του χώρου και του χρόνου. Αντιθέτως, εδράζεται στην αλληλεξάρτηση και συνένωσή τους. Η αρχή του αναλλοίωτου της ταχύτητας διάδοσης του φωτός, καθώς και όλων των ηλεκτρομαγνητικών αλληλοεπιδράσεων, ως προς κάθε αδρανειακό σύστημα αναφοράς, οδήγησε στην συγκρότηση ενός τετραδιάστατου πλαισίου ενότητας του χώρου και του χρόνου, του χωροχρόνου Μινκόφσκι (χωροχρονικό συνεχές). Η καθολικότητα της ταχύτητας του φωτός είναι στην πραγματικότητα μια δομική σταθερά η οποία προσδιορίζει την γεωμετρία του τετραδιάστατου χωροχρονικού συνεχούς. Υπ’ αυτή τη θεώρηση θα μπορούσε κάλλιστα να ειπωθεί ότι η ειδική θεωρία της Σχετικότητας πρεσβεύει, αντί της σχετικότητας, το αναλλοίωτο των φυσικών νόμων, δηλαδή την ανεξαρτησία τους από το υιοθετημένο σύστημα αναφοράς, ως έκφραση προσδιορισμού των ορίων του απόλυτου.[10]

Εύλογα, προκύπτει ο προβληματισμός ότι αντί της ονομασίας ”θεωρία της σχετικότητας” θα μπορούσε να δοθεί άλλη ονομασία, όπως π.χ. ”θεωρία του αναλλοίωτου”, έτσι ώστε να μην γίνεται παρανόηση με τον Σχετικισμό. Όπως θα δούμε παρακάτω ο ίδιος ο Αϊνστάιν πρότεινε (εκ των υστέρων) αλλαγή της ονομασίας.

Η κοινωνικοπολιτική ρίζα της «Σχετικότητας»

Την εποχή που ο Αϊνστάιν φοιτούσε στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης Ελβετιας, υπήρχε ρεύμα επαναστατικής σκέψης και τομής κάθε ριζοσπαστικού Ευρωπαϊκού Κινήματος. Ο Αϊνστάιν ήταν στενός φίλος με τον συμφοιτητή του, Φρ. Άντλερ (Friedrich Adler)[11] στην Ζυρίχη. Επίσης, αγαπημένος του συγγραφέας ήταν ο Θ. Βέμπλεν (Thorstein Veblen)[12]. Αυτό που προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Αϊνστάιν ήταν ο ιστορικός σχετικισμός του Βέμπλεν, που είχε τις ρίζες του στις απόψεις του Κ. Μαρξ (Karl Marx).

Ο Βέμπλεν όπως και ο Μαρξ υποστήριξε ότι οι οικονομολόγοι των καπιταλιστικών κοινωνιών έχουν την τάση να προσδίδουν στους νόμους της επιχειρηματικής δραστηριότητας έναν απόλυτο χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Ρ. Έλι (Richard Ely)[13], δάσκαλο του Βέμπλεν, αυτό που κυριαρχούσε στο μυαλό των επαναστατών φοιτητών στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν η ιδέα της σχετικότητας και της εξέλιξης.[14] Η επαναστατική φοιτητική κουλτούρα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «γενιά του 1905» – έτος διατύπωσης της θεωρίας της ειδικής Σχετικότητας – ήταν ένα μείγμα της επιστημολογίας του Ε. Μαχ (Ernst Mach)[15] και της κοινωνικής άποψης του Κ. Μαρξ. Στην περίπτωση των νεαρών επαναστατών στοχαστών του «Κύκλου της Ζυρίχης», τους προσέλκυε η λέξη «σχετικότητα», καθώς κατά τους ίδιους η σχετικότητα σαν φιλοσοφία απορρίπτει το δογματισμό, δηλαδή την ύπαρξη απόλυτης και αντικειμενικής αλήθειας ή γνώσης και αφορά τόσο στις κοινωνικές όσο και στις φυσικές επιστήμες.

Ωστόσο, το περιεχόμενο της θεωρίας της Σχετικότητας δεν έχει καμμία σχέση με τον ηθικό ή κοινωνικό Σχετικισμό. Εδώ η έννοια της σχετικότητας επιβεβαιώνει ότι τα συστήματα αναφοράς τα οποία χρησιμοποιούνται για την περιγραφή των φυσικών φαινομένων είναι το ίδιο έγκυρα και ότι οι διαφορετικές περιγραφές ανάλογα με το σύστημα αναφοράς μετασχηματίζονται μέσω των εξισώσεων Λόρεντζ[16], έτσι ώστε οι νόμοι της Φυσικής να παραμένουν αμετάβλητοι.

Είναι σαφές ότι αυτό που επεδίωκε ο Αϊνστάιν δεν ήταν ο Σχετικισμός ή η υποκειμενικότητα στην ερμηνεία των φυσικών νόμων, αλλά η γενικότερη αντικειμενικότητά τους. Ενδεικτικό αυτού είναι η κατοπινή πρότασή του για την αντικατάσταση της ονομασίας της θεωρίας του σε «θεωρία του σημείου αναφοράς» («Standpunktslehre»).[17]

Η επίδραση του Σχετικισμού στην Κοινωνία

Τα τελευταία χρόνια, ο σχετικισμός ως προϊόν του μεταμοντερνισμού αποτελεί μέρος του κινήματος «Γουώκ» («Woke»), καθώς επεκτείνεται σε όλους τους τομείς όπου κάποτε ίσχυαν τα αντικειμενικά κριτήρια. Το ρεύμα αυτό, ως φιλοσοφική τάση, συνεπάγεται την πλήρη ισοπέδωση των αξιών, με την έννοια ότι – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – όλα τα πράγματα έχουν την ίδια αξία. Έχει περάσει ως μια τάση άκρατου υποκειμενισμού που καταργεί την λογική, δημιουργώντας διαίρεση, κατακερματισμό και αποξένωση, καθότι βλάπτει σοβαρά τον διάλογο. Αφού δεν μας συνέχει τίποτα ως κοινωνία, ο καθ’ ένας μπορεί να λέει, να συμπεριφέρεται και να πράττει όπως θέλει. Η συναισθηματική αντίδραση υπερβαίνει την λογική, τις κοινές αξίες και τον πολιτισμό

Κατ’ αυτόν τον τρόπο σε μια κοινωνία τετριμμένη και αυτάρεσκα «αδιάβαστη», εκδότες βιβλίων και περιοδικών «συμβιβάζονται» με τις απλές και φτηνές εκδόσεις, κινηματογραφικοί και τηλεοπτικοί παραγωγοί «προσφέρουν» την υποκουλτούρα τους στο δήθεν «φιλοθεάμον» κοινό, πολιτικοί, ή και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ακόμα, «λαϊκίζουν» γιατί όλοι τους, ο καθ’ ένας με τον τρόπο του, μπορούν να προωθούν τα «προϊόντα» τους στον δικό τους χώρο, χωρίς μεμονωμένα να ασχολείται κανείς με κριτήρια ή να απαντά σε κατηγορίες ότι προκαλεί και δημιουργεί με τον τρόπο του πνευματική υποβάθμιση.

Φαίνεται ότι τα πράγματα είναι πραγματικά σοβαρά στη χρονική περίοδο που ζούμε. Είναι τέτοια η παρακμή των αξιών ώστε οι Αμερικανοί ονομάζουν ήδη αυτή τη διαδικασία «απλοποίηση για χαζούς» (dumbing down), ας πούμε. Εν τούτοις, είναι κάτι ευρύτερο από την απλή αναζήτηση ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή με στόχο τη μεγαλύτερη κατανάλωση ή την ευρύτερη αγορά.

Ο Σχετικισμός βλάπτει σοβαρά την παιδεία

Στις μέρες μας ελάχιστα διαβάζουν οι μαθητές. Πολλοί από αυτούς θεωρούν ως δυσκολότερο μάθημά τους την Ιστορία. Αυτή η ηθελημένη παραμέληση αυτής καθ’ εαυτής της ιστορίας ως μάθημα προέρχεται από την επίδραση του Σχετικισμού, ο οποίος συμβάλλει στην απόρριψη έργων που δεν ταιριάζουν με τη λεγόμενη σύγχρονη «μόδα». Είναι η απροκάλυπτη εχθρότητα προς την ιδέα ότι υπάρχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια ποιότητας.

Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, όταν διδάσκουν στους πρωτοετείς φοιτητές τους, βλέπουν ένα απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο γνώσεων. Οι καθηγητές αυτοί που ξεχωρίζουν για την επιστημοσύνη και το ήθος τους, μας επισημαίνουν σε κάθε ευκαιρία μέσα από συνεντεύξεις και άρθρα, τον κίνδυνο που απειλεί το μέλλον της νεολαίας μας. Μας επισημαίνουν ότι οι νεότερες γενιές βαθμιαία «φτωχαίνουν» πνευματικά και ιδιαιτέρως αμβλύνονται οι ικανότητές τους, αυτές της κατανόησης, της κριτικής σκέψης, της σύνθεσης και της αναφοράς.

Δυστυχώς, οι δάσκαλοι διαβλέπουν ότι υπάρχει μία τάση, ποιος ξέρει από πού έχει δημιουργηθεί(;), όπου η «αρχαιομάθεια» είναι συνυφασμένη με τον εθνικισμό και, τέλος πάντων, άσχετη με τον σύγχρονο κόσμο που «τρέχει»… Και ακόμα ότι η συσσώρευση γνώσεων είναι τρόπον τινά «ελιτίστικη» και πως στοχεύει κυρίως στην όξυνση των κοινωνικών διακρίσεων!

Αν οι φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο Θαλής, ο Ευκλείδης, ο Αρχιμήδης, η Ιωνία, οι Βυζαντινοί, ή ακόμα και ο Κολοκοτρώνης, αν δεν γνωρίζουν τίποτα για την Στερεομετρία, για την Οπτική, για το μέλαν σώμα και τον Planck… Τι στην αλήθεια πρέπει να ζητούν οι δάσκαλοι από τους φοιτητές; Προφανώς, τη λύση αποτελούν η μελέτη και οι συνθετικές εργασίες.

Πάντως, είναι αλήθεια ότι ο Σχετικισμός εξηγεί αυτή την κατάσταση… Το λάθος είναι ότι δεν έχουν «ξεσηκωθεί» οι δάσκαλοι, από το δημοτικό έως το Πανεπιστήμιο. Δεν πρέπει οι μαθητές να χάσουν την επαφή με τον γραπτό λόγο. Εκεί όπου οι μαθητές – και όλοι οι άλλοι βέβαια – διαβάζοντας, ανακαλύπτουν τη χαρά της γνώσης. Εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους, διατυπώνουν με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα τις απόψεις τους. Δεν μπορεί ο καθηγητής να διδάσκει σε φοιτητές της τελευταίας βαθμίδας της εκπαίδευσης, αν δεν έρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με γνήσιο πάθος για την επιστήμη που διάλεξαν.

Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να υιοθετείται το μοντέλο ότι η εποχή μας είναι βασισμένη στον προφορικό και οπτικό λόγο. Με κανένα τρόπο… Να μην το επιτρέψουμε όλοι οι δάσκαλοι!

Όταν χάνεις την παιδεία σου, όταν λησμονείς την ιστορία σου και τη γλώσσα σου, είσαι «υποχείριο», ένας λαός «υποδουλωμένος»! Σκλάβος της καλοπέρασης, του φτηνού και του άκοπου.

Να γιατί αντιγράφουν οι Ελληνες φοιτητές και το θεωρούν και «κεκτημένο» δικαίωμά τους. Θέλουν ένα γρήγορο πτυχίο και μέσω αυτού να ανοίξει μια επαγγελματική πόρτα. Αυτό όμως σήμερα είναι πολύ δύσκολο και οι ίδιοι «φαίνεται» πως δεν θέλουν να το καταλάβουν.

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 30.8.2026.

Left: portrait of an older man in a dark suit speaking; Right: turquoise book cover with Greek title'Χυμευτική και Αλχημεία' and an ornate illustration.

Βιβλιογραφια:

  • Αραμπατζής Θ., Ιστορία της Επιστήμης και Σχετικισμός, Περιοδικό «Νεύσις», τεύχος 9 (2000), σσ. 75 – 93
  • Θεοδοσίου Στρ., Oι μεγάλες μορφές ερευνητών και η προσφορά τους στη Φυσική. Πανεπιστημιακές Σημειώσεις Ι.Φ.Φ.Ε. ΙΙ, Αθήνα, 2007. σελ. 286
  • Θεοδοσίου Στρ., Η Φιλοσοφία της Φυσικής – Από τον Καρτέσιο στη θεωρία των Πάντων. Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα. 2008
  • Καρακώστας Β., Από τον Χώρο και Χρόνο στον Χωρόχρονο: Φιλοσοφικές Συνέπειες της Θεωρίας της Σχετικότητας, Ουτοπία: διμηνιαία έκδοση θεωρίας και πολιτισμού, τεύχος 70, (Μάιος – Ιούν. 2006). σσ.159-172
  • Κιντή Β., Σχετικισμός: Παρανοήσεις και Προβλήματα, Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης, ΕΚΠΑ, Ισοπολιτεία, V, 2, 2001.
  • Μαλτέζος Γ. Χρ., Επιστημονισμός ή Επιστήμη;, Περιοδικό «το Ένζυμο», τεύχος ΙΣΤ (Φθιν. – Χειμ. 2022), σσ.114 – 127
  • Μαλτέζος Γ. Χρ., Κριτικές Ιδεολογίες μεταμοντερνισμού κατά της επιστήμης, Περιοδικό «το Ένζυμο», τεύχος ΚΕ (Άνοιξη 2025), σελ. 50 – 60 Μπιτσάκης Ε., Άλμπερτ Αϊνστάιν: Από το μηχανιστικό στο διαλεκτικό κοσμοείδωλο, Ουτοπία: διμηνιαία έκδοση θεωρίας και πολιτισμού, τεύχος 5 (Ιαν. – Φεβρ. 1993). σελ. 128-134.
  • Μπολίκα Αμ., Κοινωνικές ρίζες της Θεωρίας της Σχετικότητας, Διπλωματική Εργασία, Σχολή Θετικών Επιστημών και Τεχνολογίας, ΕΑΠ, 2023
  • Πανόπουλος Χ. Γ., Woke Culture: Η βαρβαρότητα της «σωστής πλευράς» της Ιστορίας, ΕλληνοΕκδοτική, 2η έκδοση, 2024
  • Baghramian M., Relativism. Routledge, London, 2004.
  • Baghramian M.,  Carter J. Adam, Relativism, Stanford Encyclopedia of Philosophy (SEP) 10.1.2025.
  • Dash I., Science is a system of disbelief, Research Gate, 2022.
  • Feuer S. L., Einstein and the Generations of Science, Chapter: The Social Roots of Einstein’s Theory of Relativity, Routiedge, β΄ έκδ., 1982.
  • Krausz M. (επιμ.), Relativism: A Contemporary Anthology. Columbia University Press, New York, 2010.
  • Westacott E., Relativism, Internet Encyclopedia of Phylosophy (IEP).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Περιοδικό «το Ένζυμο», τ. ΚΣτ΄, 2025

[2] Βλ. Μαλτέζος Γ. Χρήστος, 2022, σ. 115

[3] Ό.π., σ. 119

[4] Ό.π., 2025, σ. 53

[5] Ό.π.

[6] Βλ. Β. Καρακώστας 2006, σελ. 163.

[7] Στην διαφορική γεωμετρίαγεωδαισιακή είναι μια γενίκευση της έννοιας της «ευθείας γραμμής» σε «καμπυλωμένους χώρους».

[8] Βλ. Β. Καρακώστας, 2006, σελ. 168.

[9] Βλ. Β. Καρακώστας, 2006, σ.165

[10] Όπ., σ. 167

[11] Ο Φρ. Βόλφγκανγκ «Φριτζ» Άντλερ (Friedrich Wolfgang “Fritz” Adler) (1879 – 1960) ήταν Αυστριακός σοσιαλιστής πολιτικός, φυσικός, φιλόσοφος και δημοσιογράφος. Σπούδασε χημεία, φυσική και μαθηματικά στο Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης, όπου έγινε στενός φίλος του Ά. Αϊνστάιν. Είναι ίσως περισσότερο γνωστός για την δολοφονία του πρωθυπουργού-προέδρου της Αυστρίας, Κ. φον Στουργκ (Karl von Stürgkh) το 1916.

[12] Ο Θόρσταϊν Μπουντέ Βέμπλεν (Thorstein Bunde Veblen) (1857 – 1929) ήταν Αμερικανός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της ζωής του, αναδείχθηκε σε γνωστό επικριτή του καπιταλισμού.

[13] Ο Ρ. Θίοντορ Έλι (Richard Theodore Ely) (1854 – 1943) ήταν Αμερικανός οικονομολόγος, συγγραφέας και ηγέτης του Προοδευτικού κινήματος, ο οποίος ζήτησε περισσότερη κυβερνητική παρέμβαση για τη μεταρρύθμιση αυτών που θεωρούσε αδικίες του καπιταλισμού, ιδίως όσον αφορά τις συνθήκες στα εργοστάσια, την υποχρεωτική εκπαίδευση, την παιδική εργασία και τα εργατικά συνδικάτα.

[14] Βλ.: Feuer S. Lewis (1982)

[15] Ο Ε. Βάλντφριντ Γιόζεφ Βένζελ Μαχ (Ernst Waldfried Josef Wenzel Mach) (1838  – 1916) ήταν Αυστριακός φυσικός και φιλόσοφος, ο οποίος συνέβαλε στην κατανόηση της φυσικής των κρουστικών κυμάτων. Η αναλογία της ταχύτητας μιας ροής ή αντικειμένου προς αυτήν του ήχου ονομάζεται αριθμός Μαχ προς τιμήν του. Ως φιλόσοφος της επιστήμης, άσκησε σημαντική επιρροή στον λογικό θετικισμό και τον αμερικανικό πραγματισμό. Μέσω της κριτικής του στις θεωρίες του Ι. Νεύτωνα για τον χώρο και τον χρόνο, προανήγγειλε τη θεωρία της σχετικότητας του Ά. Αϊνστάιν.

[16] Οι διαφορικές εξισώσεις Λόρεντζ (Lorentz) περιγράφουν τον μετασχηματισμό των συντεταγμένων ενός γεγονότος από ένα σύστημα αναφοράς σε ένα άλλο, όταν κινούνται σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός. Οι εξισώσεις αυτές είναι θεμελιώδεις για την ειδική θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν.

[17] Βλ.: Β. Καρακώστας, 2006, σ. 166.

σχετικοτητα σχετικισμος Μαλτεζος αινσταιν φυσικη χωροχρονος κινημα Γουωκ γουοκ Woke ατζεντα 

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Ο χορός κατά την ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο

Ο χορός των αρχαίων Ελλήνων άρχισε αναπόφευκτα να διαφοροποιείται...