Θαλάσσιος δαίμων που έζησε τα στερνά του χρόνια σε Κεφαλονιά και Ιθάκη.
Κύριος της τερατώδους σποράς του, που ήταν φόβος και τρόμος των ναυτικών.
Ο Οδυσσέας περιπλανήθηκε να τον επιβεβαιώσει…
Του Γιώργου Λεκάκη
Οι Έλληνες φύσει και θέσει ναυτικός λαός, λαός της θαλάσσης, είχαν πολλούς θεούς γι’ αυτήν. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Φόρκυς (ή/και Φόρκυν ή απλούστερα Φόρκος).
Κατά τον Γερμανό αρχαιολόγο Π. Γ. Φορκχάμμερ η μυθολογία έχει την καταγωγή της εκ των φυσικών φαινομένων, και ιδία των συνδεομένων μετά του ύδατος. Και φαίνεται να έχει δίκιο. Το νερό γέννησε και την ζωή και τον μύθο (= αλήθεια).
Ο Φόρκυς ήταν υιός της Γαίας και του Πόντου – κατ’ άλλους της Τηθύος και του Ωκεανού, ενώ κατ’ άλλους – μεταγενέστερους – του Ποσειδώνος[1] και της Θοώσης[2]. Ο Πόντος ήταν η προσωποποίηση της θαλάσσης: Υιός της Γαίας αφ’ εαυτής, ή αυτής και του Αιθέρος. Ως εκ τούτου, αδέλφια του ήταν ο Νηρεύς, η Κητώ, ο Θαύμας[3] και η Ευρύβια.[4] Αλλά σε άλλους μύθους αναφέρεται αδελφός ακόμη και του Κρόνου και της Ρέας, άρα ένας από τους 14 Τιτάνες. Κάποιοι τον θεωρούν παππού των Ευμενίδων. Πάντως είναι μια θεότητα του προκατακλυσμιαίου πανθέου.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΦΟΡΚΥΟΣ, ΕΔΩ.
Ο Φόρκυς θεωρείται παραλλαγή του επίσης θαλάσσιου δαίμονα κι αδελφού του, ενάλιου γέροντα Νηρέως (αλλά κατ’ άλλους ήταν παραλλαγή του Πρωτέως, ή του Γλαύκου). Ίσως αυτός ο θαλασσινός γέρων να έπαιρνε από τόπο σε τόπο διαφορετικά ονόματα… Ήταν πάντως δευτερεύουσα θαλάσσια θεότητα, του προ δωδεκαθέου ελληνικού πανθέου, που πρέσβευε τις κρυμμένες δυνάμεις του βυθού και ο κυβερνήτης των θαλασσίων τεράτων. Κάποιοι εξ αυτού ετυμολογούν τις φώκιες…
Ο Φόρκυς έσμιξε με την αδελφή του Κητώ (ή Κρητώ)[5] και γέννησε τις Εσπερίδες[6], τις Σειρήνες[7], τις Γραίες (που εξ αυτού τις έλεγαν και Φορκίδες[8]), τις Γοργόνες[9], την Έχιδνα, την Ιαινώ, την Νύκτα, την Θόοσα και τον Λάδωνα[10]. Η σπορά του Φόρκυος ήταν… τερατώδης κι επικίνδυνη.
Οι θυγατέρες του Εσπερίδες[11] ήσαν νύμφες, οι οποίες φυλούσαν εντός κήπου (ή άλσους) τα λεγόμενα «χρυσά μήλα», τα οποία εν τέλει άρπαξε ο Ηρακλής. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως τα νησιά στα οποία κατοικούσαν ευρίσκονταν στον Ατλαντικό Ωκεανό, στο έσχατο δυτικό άκρο της επιφανείας της Γης! Πολλοί μελετητές τα ταυτίζουν με τα σημερινά Κανάρια νησιά και άλλοι με τα νησιά της Καραϊβικής.
Το πολύτιμο δένδρο / δενδρολατρεια – δώρο της Γαίας στην Ήρα, για τον γάμο της με τον Δία – φυλούσε ο υιός του Φόρκυος, ο ακοίμητος δράκων Λάδων (αυτός που ρέει δυνατά – κατ’ ευφημισμόν «σαν λάδι», τον ενθυμούμαστε σήμερα κάθε που λέμε «λάδι είναι η θάλασσα»), ένας εκατοκέφαλος[12] όφις / δρακος! Ήταν μονίμως τυλιγμένος στο δένδρο και δεν άφηνε να ζυγώσουν σε αυτό μήτε οι νύμφες που κατοικούσαν στο νησί των Εσπερίδων! Κάθε απόπειρα αποσπάσεως των καρπών ήταν ματαία. Ο Λάδων μπορούσε να μιλά με ανθρώπινη φωνή και όχι μόνο αυτό, αλλά γνώριζε και πολλές γλώσσες! Το μέγεθος του ήταν τόσο μεγάλο, που χανόταν από τα μάτια των ανθρώπων, καθώς ο δράκος αυτός τυλιγόταν γύρω από τα βουνά! Τελικώς τον δράκο σκότωσαν τα βέλη του Ηρακλέους, τα βουτηγμένα στο δηλητηριασμένο αίμα της Λερναίας Ύδρας…[13] Η Ήρα λυπήθηκε τόσο πολύ για τον χαμό του αγαπημένου της φρουρού, που τον καταστέρισε και τον μετέτρεψε στον αστερισμό του Όφεως…[14]
Οι θυγατέρες του Γραίες ήσαν επίσης τρεις: Η Πεφρηδώ, η Ενυώ και η Δεινώ. Ήσαν εκ γενετής γριές και λευκότριχες! Είχαν έναν μόνον οφθαλμό και έναν οδόντα! Αποστολή τους να φυλούν την οδό προς τις Εσπερίδες, προφυλακή των Γοργόνων. Ήταν τα πνεύματα των θαλασσίων αφρών των κυμάτων.
Οι θυγατέρες του οι Γοργόνες ήσαν τρεις: Η Ευρυάλη, η Σθενώ και η επισημοτάτη πασών, η Μέδουσα, την οποία εφόνευσε ο Περσεύς, βοηθεία της Αθηνάς. Που όποιος την κοιτούσε πετρωνόταν. Προφανώς γινόταν κι αυτός βράχος, όπως αυτή, που ήταν η προσωποποίηση των θαλασσίων βράχων (μέδουσα < μετεωρούσα).
Η Έχιδνα[15] ήταν ένα αποτρόπαιο θαλάσσιο τέρας και αρπακτικό. Κατά το ήμισυ γυνή και κατά το άλλο ήμισυ όφις (οχιά). Αυτή έσμιξε με τον Τυφώνα κι έτεκε πολλά άλλα τέρατα… Ένα εξ αυτών και η Λερναία Ύδρα, με το δηλητηριώδες αίμα της οποίας πότισε τα βέλη του ο Ηρακλής, για να σκοτώσει τον ανεψιό της, Λάδωνα…
Η θυγατέρα του Θόοσα (ή Θοώσα – η ταχεία, αυτή που τρέχει πολύ) ήταν επίσης μία των νυμφών, νύμφη των τρικυμιών[16], η οποία έσμιξε με τον Ποσειδώνα και έτεκε τον Κύκλωπα Πολύφημο, τον ατυχή εραστή της νηρηίδος Γαλατείας, γνωστό ρίπτη βράχων εναντίον των ναυτικών…
Ο Φόρκυς πλάγιασε με την Κραταιίδα[17] Εκάτη και γέννησε και την Σκύλλα.[18] Κι αυτή τέρας, και μάλιστα με:
- 6 κεφάλια,
- 12 χέρια και
- 12 πόδια!
Καταβρόχθιζε όποιον ναύτη περνούσε από κοντά της. (Αργότερα προσωποποίηση του κάβουρα, που έμεινε συνώνυμο κάθε δύστροπου ανθρώπου). Την Σκύλλα φόνευσε Ηρακλής γιατί του καταβρόχθισε ένα βόδι, της αγέλης του Γηρυόνη, κατά την διάβασή του από τον σικελικό πορθμό! Τότε ο Φόρκυς την ανακάλεσε στην ζωή! Την έβαλε μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε νερό κι έτσι την ανάστησε![19]
Οι παραστάσεις τον απεικονίζουν γέροντα. Σε μοναδικό μωσαϊκό, που σώζεται στην Αντιόχεια (στην έκταση που κατέχει νυν η Τουρκία), εικονίζεται ως γέρος, με γκρίζα μακριά μαλλιά, από την μέση και πάνω άνθρωπος και από την μέση και κάτω ψάρι, από το σώμα του οποίου εξέχουν πόδια, σαν κάβουρα. Στα χέρια του βαστάει έναν πυρσό, ενώ ευνοϊκά προς αυτόν στέκεται πίσω του η νηρηίδα Δυναμένη…
Αυτός ο μυστήριος Τιτάνας κατοικούσε αρχικώς σε ακτή όπου καταλήγει το Αρύμνιο όρος της Αχαΐας. Ήταν οικιστής μιας πόλεως, που έφερε το όνομά του: Φόρκυς. Απ’ εκεί βρέθηκε να κατοικεί παρά την Λιβύη, στην λίμνη Τριτωνίδα. Κι απ’ εκεί έφυγε για την Κεφαληνία, όπου κατοίκησε σε έναν εκλεκτό τόπο, που λεγόταν και Άμμος.
Εν τέλει και από την Κεφαλονιά έφυγε και προσορμίσθηκε σε έναν ασφαλή λιμένα της Ιθάκης, που αξίωσε να ονομασθεί κι αυτός απ’ το όνομά του (Λιμήν Φόρκυνος).[20] Ο Λιμήν του Φόρκυνος στην Ιθάκη, είναι ο ασφαλής λιμένας όπου Φαίακες ναύτες αποθέτουν τον παλιννοστούντα βασιλιά της νήσου. Ο λιμένας προασπίζεται από τις απορρώγες ακτές, τόσο που αφ’ ενός μεν αποτρέπουν τα κύματα και τους ανέμους, αφ’ ετέρου δε, επιτρέπουν στο πλοίο να παραμείνει στο λιμάνι ελεύθερο πρυμνησίων![21] Κοντά στην ακτή του ευρίσκετο Σπήλαιο Νυμφών, αφιερωμένο στις Ναϊάδες, το οποίο είχε δυο θύρες:
- Μια βόρεια, προς χρήση των ανθρώπων, και
- Μια νότια, αποκλειστικώς προς χρήση των θεών!
Το σπήλαιο δρόσιζαν νάματα αστείρευτης πηγής. Και μέσα σε αυτό οι μέλισσες απέθεταν το μέλι τους, ενώ οι νύμφες ύφαιναν θαλασσοπόρφυρα θαυμάσια υφάσματα. Σ’ όλον τον αιγιαλό έθαλλαν στενόφυλλες ελιές. Κάποιοι μελετητές κενοκοπούν όταν ταυτίζουν αυτό το λιμάνι με τον Άγιο Ανδρέα[22], κι άλλοι με τον όρμο Σύβοτα Λευκάδος. Αλλά περισσότερες πιθανότητες έχει να είναι το Βαθύ Ιθάκης ή ο όρμος της Δέξιας, στο ίδιο Επτανήσι.
Ζώντας τα τελευταία χρόνια του στην Ιθάκη, ο Φόρκυς θα ήταν ο σοφός γέρων του νησιού, οι διηγήσεις του οποίου θα ηχούσαν σαν γλυκόλαλα παραμύθια στα παιδιά… Και οι διηγήσεις αυτές θα πέρασαν στην αρχαία παράδοση των Ιθακησίων. Πόσοι και πόσοι αρχαίοι Θιακοί ναυτικοί θα γαλουχήθηκαν με τις διηγήσεις του Φόρκυος! Ακόμη κι αυτός ο Οδυσσέας! Γι’ αυτό κι όταν του δόθηκε η ευτυχία της ευκαιρίας για περιπλάνηση, θέλησε να ταξειδεύσει σε όλες τις θάλασσες, να συναντήσει όλα τα παιδιά των διηγήσεων του σοφού παππού του νησιού του… Έτσι αναζήτησε στην Εσπερία τις Εσπερίδες, τις Γραίες στα αφρισμένα κύματα, τις Σειρήνες, την Θοώσα (αντ’ αυτής συνάντησε τον υιό της, Κύκλωπα), την Σκύλλα… Έτσι ο Οδυσσέας έζησε τα παραμύθια του κι επιβεβαίωσε τις διηγήσεις του γεροσοφού της πατρίδος του, καθιστώντας τον οικωφελή θεό…
ΠΗΓΗ: ομώνυμο άρθρο του Γ. Λεκάκη, από την εφημ. “Ενημέρωση”, 7.3.2010. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 8.3.2010.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Γ. Λεκακης “Ελληνικη Μυθολογια”. Γ. Λεκάκης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] βλ. σχ. Σέρβιος «σχολ. Αινειάδος», v. 824.
[2] βλ. σχ. Comp. Muncker, σχόλια στον Υγίνο «Fab. praef.», p. 4.
[3] Αυτός έσμιξε με την Ωκεανίδα Ηλέκτρα και έγινε πατέρας της Ίριδος και των Αρπυϊών. (Ησ. «Θεογ.» 237, 265, Καλλίμαχου «Ύμνος στον Δία», 67, Οβ. «Μεταμ.», iv. 479, xiv. 845.
[4] βλ. σχ. Ησ. «Θεογ.» 237, Απολλόδ. i.2. § 6.
[5] Η Κητώ – όνομα που παραπέμπει στο κήτος, το θαλάσσιο τέρας- ήταν θυγατέρα του Πόντου και της Γαίας – βλ. σχ. Πίνδαρο κ.ά. ποιητές
[6] βλ. σχ. σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο, iv. 1399.
[7] βλ. σχ. Σοφοκλέα στον Πλούταρχο.
[8] βλ. σχ. Απολλόδ. Β,4,2.
[9] βλ. σχ. Ησ. «Θεογ.» 270.
[10] Κατ’ άλλους, ο Λάδων ήταν υιιίς της Γαίας, χωρίς πατέρα.
[11] Κατ’ άλλους ήσαν θυγατέρες του Άτλαντος ή της Νυκτός.
[12] Κατ’ άλλους είχε δυο ή τρία κεφάλια.
[13] Κατ’ άλλη εκδοχή, όταν ο Ηρακλής έφθασε στο νησί των Εσπερίδων, έμαθε για τον απάλευτο δράκοντα κι έστειλε τον Άτλαντα να πάει να του φέρει τα μήλα. Για αντάλλαγμα θα κρατούσε αυτός τον ουρανό. Ο Άτλας σκέφθηκε πως είναι μια καλή ευκαιρία να απαλλαγεί απ’ αυτό το βάρος,και προθυμοποιήθηκε. Με την βοήθεια των νυμφών, παρασκεύασε ένα γλύκισμα με το οποίο κοίμισε τον ακοίμητο Λάδωνα κι έκλεψε τρία χρυσά μήλα. Σκέφθηκε μάλιστα να τα πάει ο ίδιος στον Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής συμφώνησε, αλλά του ζήτησε μια κουλούρα να την βάλει στην πλάτη του γιατί τον πονούσε ο ουρανός. Μόλις ο Τιτάνας Άτλας έκανε να πιάσει τον ουρανό για να εξυπηρετήσει τον Ηρακλή, ο ημίθεος τον άφησε κι έφυγε κλέβοντας τα τρία χρυσά μήλα…
[14] βλ. σχ. Ησ. «Θεογ.» 333, Απολλ. Ρόδ. iv. 1396, Σερβ. σχ. Αιν. iv. 484, Υγ. «Poet. Astr.» ii. 6.
[15] Κατ’ άλλους παραδίδεται θυγατέρα του Χρυσάορος και της Καλλιρρόης (άρα εγγονή του Φόρκυος), και κατ’ άλλους θυγταέρα του Ταρτάρου και της Γής.
[16] βλ. σχ. Ομ. «Οδύσσεια», i. 71, xiii. 96, 345.
[17] Κραταιή ή Κραταιίδα, θεά της δυνάμεως των κυμάτων.
[18] βλ. σχ. σχόλια στον Απολλώνιο Ρόδιο, iv. 828, Ευστάθιο «ad Hom.», p. 1714, Τζέτζη «ad Lycoph.», 45.
[19] βλ. σχ. Λυκόφρονα.
[20] Κατά την ρωμαϊκή μυθολογία, τέλος, ο Φόρκυς ήταν βασιλεύς της Σαρδηνίας και της Κορσικής. Μονομάχησε με τον Άτλαντα, νικήθηκε και πνίγηκε… Μετά τον θάνατό του, οι οπαδοί του τον θεοποίησαν ως θεό της θαλάσσης…
[21] βλ. σχ. Όμ. «Οδ.» ν,96 και 345.
[22] στον 38ο παράλληλο – πλ. 38ο 18΄ 30΄΄ Β. μήκος, 20ο 44΄ 15΄΄ Αν. – χάρτης αγγλ. 203 “Santa Maura, Ithaca, Cephalonia”.
μυστηριωδης Τιτανας Φορκυς Λεκακης



