Του Αλκιβ. Ν. Λεμπέση
Ήταν περίπου στα τέλη Μαΐου 1889, σχεδόν 140 χρόνια από σήμερα, όταν ο «άσωτος υιός της Σίφνου» (όπως τον έχω ονομάσει) έβαλε το περίστροφο στον κρόταφο και με δυο πυροβολισμούς τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, κάπου στο Μεταξουργείο όπου ζούσε. Η επίσημη Εκκλησία αρνήθηκε την εξόδιο ακολουθία, έστω και με «τρελλόχαρτο». Το φέρετρό του συνόδεψαν ελάχιστοι από αυτούς που είχε ευεργετήσει στα 11 χρόνια τακτικής κυκλοφορίας της εφημερίδας του ΡΑΜΠΑΓΑΣ, ένα επιδραστικό έντυπο που άλλαξε τον ρου της ελληνικής δημοσιογραφίας. Το συνάφι, δημοσιογράφοι και εφημεριδοπώλες, ήσαν παρόντες στον τελευταίο αποχαιρετισμό στο Α’ Νεκροταφείο και οι ελάχιστοι «δημοκράτες» της εποχής τον αποχαιρέτησαν με υψωμένες γροθιές ρίχνοντας τρίχρωμα λάβαρα της παρισινής κομμούνας στον ανοιγμένο τάφο.
Έλαμψαν διά της απουσίας τους οι συνοδοιπόροι λογοτέχνες, στους οποίους είχε δώσει δημόσιο βήμα ο Κλεάνθης Τριανταφύλλου (ή Τριαντάφυλλος, όπως είχε επιλέξει να υπογράφει), αυτή η επονομαζόμενη «κλώσσα» της ελληνικής λογοτεχνίας: Παλαμάς, Δροσίνης, Καμπάς, Κόκκος, Μητσάκης, Πολέμης, Στρατήγης, Σουρής και τόσοι άλλοι που αναδείχθηκαν μέσα από τις σελίδες του ΡΑΜΠΑΓΑ, απλά θεώρησαν καλό και συμφέρον να σιωπήσουν εύσχημα. Εκδότης, δημοσιογράφος, μεταφραστής, αντι-δυναστικός αγωνιστής, ιδεολόγος δημοκράτης και – πάνω απ΄ όλα – ποιητής.
Το ολιγόλεκτο σημείωμα που άφησε προς τον αδελφό του τα λέει όλα μέσα σε δυό φράσεις που θα αντηχούν έκτοτε ακατάπαυστα στα αυτιά κάθε ευαίσθητης ψυχής: «Αυτήν την ζωήν δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ…Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τι να κάμω;». Έτσι, τέλειωσε το πέρασμα του «κυρίου Ραμπαγά» από την μάταιη ζωή αυτή, ένα προσωνύμιο που μόνο αντιθετικά και ως τίτλος τιμής τον συνόδευε τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατoν. Γιατί ο τίτλος της εφημερίδας ΡΑΜΠΑΓΑΣ, χρησιδάνειο από την ομώνυμη γαλλική κωμωδία του 1872 του Sardou, έγινε συνώνυμο της πολιτικής και κοινωνικής υποκρισίας, της ευκαιριακής αντιεξουσιαστικής δημοκοπίας που μετατρέπεται σε άκρατη αντιλαϊκή χρησιθηρία μόλις η εκάστοτε κρατική εξουσία παραχωρήσει τα συμφεροντολογικά ψίχουλά της. «Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες στην χώρα αυτοί, από του κατωτάτου έως του ανωτάτου» έγραφε ο γνωστός συνεκδότης Βλ. Γαβριηλίδης στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας, τον Αύγουστο του 1878, αμφότεροι άρτι αφιχθέντες στην Ελλάδα από την Πόλη, όπου το αιμοσταγές σουλτανικό καθεστώς μάταια τους αναζητούσε. Με αποτέλεσμα την απαρχή διώξεων και φυλακίσεων, οικονομικών πιέσεων και εκβιασμών, εισαγγελικών παρεμβάσεων και λογοκρισίας μέσα σε ένα ξενόφερτο μοναρχικό καθεστώς που προσπαθούσε να ισορροπήσει στα όρια της αυθαιρεσίας και της συνταγματικότητας.
Έντεκα χρόνια δημόσιας δημοκρατικής αγωνιστικής παρουσίας, όπου ο «κύριος Ραμπαγάς» δεν δέχθηκε να υποκύψει στις εξουσιαστικές σειρήνες ή τις δικαστικές διώξεις, να βάλει «νερό» στην αγαπημένη του καθημερινή ρετσίνα ή ψαχνό στην γιουβετσάδα που θα μοιραζόταν με τους συνεργάτες του όταν το επέτρεπαν οι εισπράξεις. Αποτέλεσμα να επιβιώνει οικονομικά στην κόψη της μοναξιάς και της καταστροφής. Οι πατριωτικές δάφνες και η λαϊκή αγάπη ήταν η πηγή της έμπνευσης που γέμιζε με επίκαιρα μακρόστιχα ποιήματα τα 976 πρωτοσέλιδα της εφημερίδας του, με πρωτότυπες μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών (όπως του Βερανζέρου, του Δερουλέδ και του ΝτεΚοκ) και με καυστικό ρεπορτάζ των εφήμερων κομματικών διελκυστίνδων. Τίμιος πατριώτης δεν θα δίσταζε να καυτηριάσει τις ανθελληνικές διεθνείς επεμβάσεις, τις παλινδρομήσεις της πολιτικής εξουσίας σε βάρος των ελληνικών γεωπολιτικών συμφερόντων και τα οικονομικά σκάνδαλα του κρατικού μοναρχικού αυταρχισμού. Σε ένα κρατίδιο που αγωνιζόταν απεγνωσμένα να δημιουργήσει εσωτερική δομή και κοινωνική δικαιοσύνη και να ισορροπήσει εν μέσω πολεμικών συμπληγάδων.
Κοσμαγάπητος, γλεντζές και υμνητής της καλοπέρασης, επικούρειος «τζίτζικας», λάτρης των γυναικών, του φωτός και της ζωής. Αναγνωρίσιμη μορφή «τύπου» της πρωτεύουσας κι ας μην έχει διασωθεί ούτε μια φωτογραφία του, εκτός από ένα μεταθανάτιο σκίτσο διά χειρός Νικηφ. Λύτρα. Από αυτό έγινε πολύ αργότερα και η προτομή του, αυτό μετέπλασε και ο Γ. Τσουράς στο δυσεύρετο σκιτσογράφημα που χρησιμοποιώ εδώ. Το φύλλο του ΡΑΜΠΑΓΑ θα έφτανε σε κυκλοφορία τα 7.000 αντίτυπα σε μια πόλη με πληθυσμό λίγο παραπάνω από 100.000 κατοίκους. Και τα τραγούδια του Ραμπαγά θα επαναλαμβανόντουσαν από στόμα σε στόμα κρατώντας ξάγρυπνη την βασιλική αυλή, τους εκπροσώπους των διεθνών δυνάμεων, την καλοβολεμένη εκκλησιαστική ιεραρχία με τις μασωνικές παραφυάδες της και βέβαια το μίσθαρνο όργανό τους, την γκρίζα δικαστική εξουσία.
Μόνος ο Σιφνιός Ραμπαγάς εναντίον όλων!
Και η τελευταία βέβαια, με πρωτεργάτη τον αλλογενή διώκτη του, τον εισαγγελέα Μπενσή, δεν θα του το συγχωρούσε· και την πέμπτη φορά θα φρόντιζε για την εξόντωσή του. Τέσσερις μήνες σε επιβαρρυντικές συνθήκες κατέργων, άρνησ από τον Άρειο Πάγο αποφυλάκισης για λόγους υγείας, αλλεπάλληλες δικονομικές μεθοδεύσεις και τελικά μια καταδίκη ερήμην σε επτάχρονη ειρκτή από ένα αρβανιτόφωνο σώμα ενόρκων στην επαρχιακή Άμφισσα. Αναλφάβητοι κτηνοτρόφοι στο επάγγελμα, που κλήθηκαν να αποφασίσουν για ένα δήθεν προσβλητικό αντιβασιλικό ποίημα που εξυμνούσε… «το Φάντασμα του Όθωνος» και αναγόρευε τον εκδιωχθέντα μονάρχη σε πιο Έλληνα πατριώτη από πολλούς «έλληνες».
Και σαν μην έφθαναν αυτά, κατεφθασαν και τα ανυπέρβλητα προβλήματα υγείας. «Ήρθαν όλα μαζεμένα· αρρώστια, αναπαραδιά και η καταδίκη» εκμυστηρεύθηκε λίγες μέρες πριν το απονεννοημένο διάβημα. Είχε ήδη σταματήσει την έκδοση της εφημερίδας. «Για λόγους υγείας κατά σύσταση των γιατρών» ήταν η επίσημη δικαιολογία, παρ’ όλο που η κυκλοφορία της είχε συνεχισθεί απαρέγκλιτα ακόμη και την περίοδο φυλάκισής του. Γνωρίζουμε όμως από τον βιογράφο του Δ. Ταγκόπουλο, πως η προϊούσα παραλυτική παράνοια, «συνέπεια μιας κάποιας άταχτης νεανικής ζωής», ήταν αυτό που τον έφθασε στο σημείο να κλαίει στο πάτωμα με γοερούς λυγμούς συνειδητοποιώντας πως δεν «μπορούσε πλέον να γράψει ούτε μια γραμμή». Με το φάσμα της ανέχειας να ορθώνεται αμείλικτο εμπρός του και την προδιαγεγραμμένη εξέλιξη της ιατρικής διάγνωσης περί νόσου του Bayle, της νευροσυφιλίδος, η ηρωική έξοδος έμοιαζε μονόδρομος. Πρωτοπόρος στάθηκε κι εδώ ο Ραμπαγάς μιας παρόμοιας χορείας τραγικών ποιητικών υπάρξεων της εποχής του: Βιζυηνός, Μητσάκης, Βώκος, Φιλύρας, Καρυωτάκης.
Οι μετέπειτα βιογράφοι του Ραμπαγά, μάλλον για λόγους κομματικής σκοπιμότητας ή αστικής σεμνοτυφίας, επέλεξαν να παρασιωπήσουν το κρίσιμο ιατρικό αδιέξοδο της υγείας του Ραμπαγά. Αποκλείεται να μην το είχε προσέξει ο πολύπειρος λογοτέχνης Γ. Βαλέτας ή ο βιογράφος του Αρ. Πρόκος, ιατροδικαστής, εγκληματολόγος και διευθυντής 17 σωφρονιστικών καταστηματων. Ήδη από το 1933, ο Σιφνιός Πρόκος είχε προτάξει την ανάγκη ανάδειξης του ηθικού παραδείγματος του συμπατριώτη του με την έκδοση του Συνδέσμου Σιφνίων «Η ζωή, η δράση και του έργο του Κλεάνθη Τριανταφύλλου». Την σκυτάλη παρέλαβε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Γ. Βαλέτας με πλήθος άρθρων και παρουσιάσεων, όπου αναδεικνύει τους δημοκρατικούς και πατριωτικούς αγώνες του Ραμπαγά, αυτόν που τεκμηριωμένα αποκαλεί «Δεύτερο Ρήγα».
Ήταν όμως η Αδελφότης Σιφνίων «Αγιος Συμεών» και τα εξέχοντα μέλη εκείνης της εποχής Ν. Σταφυλοπάτης, Γ. Μαντζουράνης, Στ. Πολενάκης και πολλοί άλλοι γνωστοί και αφανείς Σιφνιοί, που θα πρωτοστατούσαν στην χρηματοδότηση και την ανάρτηση της προτομής του Κλεάνθη, έργο του γλύπτη K. Κλουβάτου, το 1964 στην σημερινή πλατεία Ραμπαγά στην Απολλωνία της Σίφνου. Στα εγκαίνια παρευρέθηκαν πολλοί εκπρόσωποι της ελληνικής διανόησης αποδίδοντας τις τιμές που καθυστερημένα οφείλονταν στον Τριανταφύλλου.
Αναμνηστική πλάκα εντοιχίστηκε στο προαύλιο της οικογενειακής οικίας, σημερινής ιδιοκτησίας Λ. Πολενάκη, επίσης στην Απολλωνία. Την ίδια εποχή χρονολογούνται και αρκετές μελέτες για το λογοτεχνικό έργο του Ραμπαγά και την από πολλές απόψεις πρωτοποριακή εφημερίδα του, που αξίζει να τονισθεί πως ή έκδοσή της σε δύσκολες γλωσσικά εποχές ήταν καθ‘ ολοκληρία στην ομιλουμένη δημοτική.
Με την μεταπολίτευση της δεκαετίας του 1980, το ενδιαφέρον για τον Ραμπαγά αναζωπυρώθηκε, κυρίως από τον δημοσιογραφικό χώρο αναδεικνύοντας πλέον το δημοκρατικό παράδειγμα της αδέσμευτης αγωνιστικής φωνής του. Θεωρώ πως το πόνημα του Δ. Σταμέλου για τους Κλ. Τριανταφύλλου και Βλ. Γαβριηλίδη «Πρωτοπόροι και Ήρωες της Ελληνικής Δημοσιογραφίας» (Αθήναι, 1983) είναι το τελευταίο και πληρέστερο βιβλιογραφικά Την ίδια εποχή, το 1987, γυρίστηκε και το πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ της ΕΡΤ2 «Ραμπαγάς» του Γ. Πετρίτση, όπου και εδώ η θεώρηση εστιάζει στην δημοσιογραφική ιδιότητα. Η ταινία αυτή, μέχρι πρόσφατα λανθάνουσα, εντοπίστηκε και διασώθηκε από τον γράφοντα.
Πράγματι, εδώ και 40 χρόνια, τίποτε νέο δεν είχε προστεθεί στην γνώση για τον ένδοξο συμπατριώτη μας. Εν πολλοίς η «αγιοποίηση» (δια παραλείψεως) της κρίσιμης λεπτομέρειας που, κατά την γνώμη μου, όπλισε το χέρι του και μια περιττή «ηρωοποίηση» ως απαραίτητη αντίδραση (πιθανόν δικαιολογημένη ως μοχλός πίεσης σε αντιδραστικά κοινωνικά στερεότυπα) σίγουρα δεν αρκούν για να αποδώσουν το μέγεθος της προσωπικότητάς του. Επιπλέον, αφήνουν αδιερεύνητα ορισμένα κρίσιμα βιογραφικά στοιχεία για τα οποία έχουν ήδη εκφραστεί μεταγενέστερες επιφυλάξεις από τους ιστορικούς μελετητές της Σίφνου (Συμεωνίδης κ.ά.).
Ένιωσα πως είχα κι εγώ κάποιο ρόλο να παίξω αντιδρώντας στο ηχηρό παράπονο του Κλεάνθη για εγκατάλειψη. Έτσι, η δημοσίευσή μου στα υπό έκδοση Πρακτικά του πρόσφατου Ε’ Κυκλαδολογικού Συνεδρίου της Εταιρειας Κυκλαδικων Μελετών (Μήλος, 2025) εισφέρει νέα βιογραφικά δεδομένα μετά από αρχειακές έρευνες δύο ετών. Έχοντας μελετήσει σχεδόν ο,τιδήποτε έχει γραφεί για τον Ραμπαγά, μπορώ με επιστημονική τεκμηρίωση και αδιάσειστα στοιχεία να αποκαταστήσω πλέον τον ηλικιακό μύθο περί 40χρονου Τριανταφύλλου, όπως επίσης και τον πραγματικό τόπο γέννησής του. Από τούδε οφείλουμε να γνωρίζουμε πως «Ο Κλεάνθης Τριανταφύλλου (όπως εμφανίζεται στο Συγκεντρωτικό Μητρώο Αρρένων Σίφνου του 1879 – παραπάνω φωτ.) γεννήθηκε στα Εξάμπελα το έτος 1842 (και όχι στην Απολλωνία μεταξύ 1849-1951, όπως μέχρι τώρα λανθασμένα υπολογίζεται)». Σχεδόν μια δεκαετία διαφορά δεν συνιστά αμελητέα παρέκκλιση, όταν η ελεύθερη Ελλάδα αριθμούσε μόλις ελάχιστα χρόνια ζωής από το 1830.
Για λόγους περιορισμένου χώρου, αφήνω υποχρεωτικά εκτός αναφοράς την κύρια ιδιότητά του, αυτήν του ποιητή. Οφείλω όμως να αντιδράσω στην άκριτη κριτική τού επίσης Σιφνιού Αρ. Καμπάνη («η ποίηση του Κλεάνθη δεν αξίζει βέβαια μεγάλα πράγματα») ή σε αυτήν που αποδίδεται στον Παλαμά που τον κρίνει ως «αφελή στιχοπλόκο». Θεωρώ πως η ποίηση του Ραμπαγά, με εξαίρεση ίσως το μεγάλο μέρος της εφήμερης επικαιρότητας, είναι πρωτοποριακή και προχωρημένη, σχεδόν έναν αιώνα μπροστά από τους συγχρόνους του. Σε επίρρωση του ισχυρισμού μου, ζητώ την κατανόηση της σύνταξης της εφημερίδας και παραθέτω ένα ποίημα του 1888 (κρυπτώνυμη υπογραφή ΤΡΑΜΠΟΥΚΟΣ) που θα μπορούσε κάλλιστα σε έναν διαγώνισμα φιλολογικών γνώσεων να αποδοθεί στην πένα του αγαπημένου Τ. Λειβαδίτη του 1988.
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ
Ἐψὲς τὸ ψυχοσάββατο εὑρῆκα μιὰ ψυχή,
Φτερούγιαζε, φτερούγιαζε, ἡ δόλια μοναχή,
Κ’ ἤθελε σῶμα γιὰ νὰ βρεῖ ναρθεῖ στὸν κόσμο πάλι.
Τῆς λέω: – «Ἔλα μέσα μου !». Κι ἀνοίγω τὴν καρδιά·
Καὶ τὴ σφαλνῶ… Mὰ πέρασα ἀλλόκοτη βραδιά,
Γιατί δὲν ἄφην’ ἥσυχη ἡ μιὰ ψυχὴ τὴν ἄλλη!
Κλείνω με την διευκρίνιση πως ο χαρακτηρισμός «Άσωτος Υιός της Σίφνου» δεν σκοπεύει να μειώσει την προσωπικότητα του Κλεάνθη· αντίθετα θεωρώ πως και ο ίδιος θα τον υιοθετούσε με την γνωστή παιγνιώδη διάθεσή του. Τον αποδίδω βασισμένος στο γεγονός πως πουθενά στο ποιητικό έργο του Ραμπαγά δεν ανευρίσκω ουδεμία αναφορά στην Σίφνο, σε κάποιο τοπωνύμιο ή, έστω, μια ντοπιολαλιά. Παρ’ όλ’ αυτά, δικαιολογημένα η Σίφνος έχει «σφάξει τον μόσχον τον σιτευτόν» για να τιμήσει το γενναίο παράδειγμα ζωής του, αν και εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει η εκκρεμής οφειλή για μια συγκεντρωτική δημοσίευση της όλης ποίησής του. Ας κάνω μιαν αρχή με δυο άγνωστους ιδιόχειρους και ενυπόγραφους στίχους του.
Μου τους εμπιστεύθηκαν οι κληρονόμοι του (οικογ. Σαρλή) και μοιάζουν να γράφτηκαν ανορθόγραφα μόλις χθες:
«το παρελθόν επέρασε το μέλον μας εχάθη
το τορινό ευρίσκεται εις βάσανα και πάθη».
ΠΗΓΗ: Άρθρο που γράφτηκε εξ αρχής ειδικά για τα ΣΙΦΝΑΪΚΑ ΝΕΑ, Μάρτιος 2026. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 30.3.2026.
Κλεανθης Τριανταφυλλου Ραμπαγας Σιφνιος, ποιητης δημοσιογραφος Μεταξουργειο αθηνα αυτοκτονια
