Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

21.2 C
Athens
Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026

Στα ελληνικά, υπάρχει ειδική λέξη για την φωνή κάθε ζώου! – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη

Στα ελληνικά, γλώσσα στην οποία δεν υπάρχουν συνώνυμα, υπάρχει ειδική λέξη για την φωνή κάθε ζώου!

Η λέξις φωνή είναι ομόρριζος με το ρήμα φάω και το φάος / φως. Πόση επιστημονική αλήθεια, αφού και τα δυο είναι συχνότητες! Φωνή είναι κυρίως ὁ ἦχος ὁ διὰ τοῦ λάρυγγος παραγόμενος, φωνὴ εἴτε τῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἄλλου τινὸς ζῴου ἔχοντος πνεύμονας καὶ λάρυγγα “ἡ φωνὴ ψόφος τίς ἐστιν ἐμψύχου“, Ἀριστ. περὶ Ψυχ. 2.8,14, πρβλ. 18, περὶ τὰ Ζῷα Ἱστ. 4.9,1, περὶ Ζῴων Μορ. 3.3,5). > λατ. vox, αγγλ. voice, ισπ. vocales, voz, κλπ.

Έτσι, λ.χ.:

  • Αίγα: Των αιγών η φωνή λέγεται μήκη (ρ. μηκώμαι): Μηκάδας, ἤτοι μηκωμένας ἀπὸ τῆς φωνῆς· μήκη γὰρ λέγεται ἡ τῶν αἰγῶν φωνή· ἢ ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τὰ μήκη κίειν, ὁ ἔστι πορεύεσθαι – επειδή η αίγα κινείται πολύ, πάει πολύ μακριά και ακούγεται η φωνή της από τα μήκη… – ΠΗΓΗ: Ετυμ. Γουδ.
  • Βάτραχος: Των βατραχων η φωνή λέγεται κρώξιμο / κοάξ > κοασμός / κόασμα: Η ηχοποιημένη φωνή τών βατράχων ονοματοποιημένη («βρεκεκὲξ κοὰξ κοάξ» – Αριστοφ. Βάτρ. 209) < κοΐζω = κράζω “κοΐ”, γρυλίζω ὡς χοιρίδιον – ΠΗΓΗ: Ἀριστοφ. Ἀχ. 746).
  • Βους: Των βοών η φωνή λέγεται μυκηθμός: Μυκηθμὸς, ἡ τῶν βοῶν φωνή.
  • Γλαυξ / κουκουβάγια, μπούφος, γκιώνης, κ.ά.: Η φωνή τους λέγεται χουγιαχτό (χουγιάζουν).
  • Ίππος / ιπποειδή: Του ίππου η φωνή λέγεται μιμιχμός και χραιματισμός: μιμιχμός· τοῦ ἵππου φωνή. Και χραιματίσαι· κρᾶξαι ὡς ἵππος, χραιματισμός· ἡ τῶν ἵππων φωνή. Και νυν χλιμίντρισμα < χραιματισμός > χλιμιντρισμα.
  • Κόραξ, κορώνη, γερανός, νεαρές ἁλκυόνες, και γενικώς τα αρπακτικά: Το κρώξιμο των κοράκων λέγεται κρωγμός. Κρώζουν (και όχι κράζουν). Δηλαδή αφήνουν κρωγμούς, βγάζουν κλαγγή (ένα έντονο σφύριγμα) > λατ. crocitare – ΠΗΓΗ: Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 745. Ἀριστοφ. Ὄρ. 2,24, και 710, Λυσ. 506. Πλ. 369. Λουκ. Ὄν. 12 και π. Ἀληθ. Ἱστ. 2.40 Βαβρ. 52.5. Ο λαός μας την φωνή τους την λέει και γκάβρα.
  • Κύνες / κυνοειδη: Των κυνών η φωνή λέγεται κνύζα και υλακή και ωρυγή: κνύζα· [κνυζηθμός S, ἀπὸ τοῦ κνυζᾶσθαι· ἐπὶ τῶν κυνῶν. καὶ] ἡ κόνυζα κατὰ συγκοπήν κνύζεσθαι· μοχθεῖν. κλαίειν. ἀφανίζεσθαι > κνυζηθμός· ἰδίωμα ἤχου φωνῆς (π 163), καὶ κλαυθμός > κνυζόν· ἀέρα ἐπινέφελον καὶ πνευματώδη (r) rp > κνυζοί· οἱ τὰ ὄμματα πονοῦντες (r) > κνυζούμενον· στένοντα. [ἢ φωνὴ κυνῶν [ἢ] κνυζηθμὸς γοερὸν φθεγγομένων] – ΠΗΓΗ: Ησύχ.
    • Και κνυζηθμός: Κλαυθμὸς, ἄσημος φωνὴ ἐπὶ τῶν κυνῶν. ᾿Απὸ τοῦ κνυζῶ κνυζήσω. Τὸ δὲ κνυζῶ, ἔστι πρώτης καὶ δευτέρας συζυγίας· ἔστι καὶ τρίτης, ὡς τὸ «Κνυζώσω δέ τοι ὄσσε». – ΠΗΓΗ: Μ. Ετυμ.
    • Και ῾Υλακὴ, κυρίως ἡ φωνὴ τῶν κυνῶν. Και ὠρυγή· φωνή. θόρυβος. κυρίως δὲ ἡ τῶν κυνῶν φωνή > ὠρύεσθαι· κλαίειν. τάττεται δὲ ἐπὶ τῶν κυνῶν > ὠρύεται· ὑλακτεῖ > ὤρυξαν· ἔσκαψαν > ὠρυόμενος· βρυχόμενος, ὑλακτῶν ὠρυομένων· κραζόντων. κυρίως δὲ ἐπὶ λιμῷ κλαιόντων λύκων, ἢ λεόντων, ἢ κυνῶν. Ακόμη και σήμερα στα ποντιακά υλάζω σημαίνει ουρλιάζω. Νυν γαύγισμα, γαύλισμα, αλύχτημα.
  • λαγός, κουνέλι: Των λαγων και των κουνελιών η φωνή λέγεται σκούξιμο.
  • Λέων: Των λεόντων η φωνή λέγεται βρύχημα (= κάθε ἀγρία φωνή, μούγκρισμα, μουγκρίζω, μουγκρητό, μουγκανητό), βρυχηθμός, βρυχώμαι – βριμάζων: τῇ τοῦ λέοντος χρώμενος φωνῇ. – ΠΗΓΗ: Ὀππ. Κ. 3.36.
  • Όνος: Των όνων η φωνή λέγεται όγκασμα (> γκαρισμα, γκαριξια): Βρωμᾶσθαι: τὸ ὀγκᾶσθαι πεινῶντα ὄνον.
    • καὶ βρῶμα, ἡ φωνή. καὶ βρωματίζω· αἰτιατικῇ.
  • Όρνεα, όρνιθες, γερανοί: Των ορνέων η φωνή λέγεται κλαγγή: κλαγγή· φωνή, ἠχή (Α 49), βοή. ἢ κλαγγὴ ὀρνέων (Γ 3) ASvg > κλαγγηδόν· μετὰ κραυγῆς (Β 463) Ab > κλαγγεῖν· κλάγξαι, φθέγξασθαι > κλάγξαντος (> κλάξον)· κράξαντος (Κ 276) A (b) – Ησύχ. Και Κλαγγῇ τ’ ἐνοπῇ τ’ ἴσαν ὄρνιθες ὣς, ἐπιρρήματα εἰσὶ ποιότητος. Γίνεται δὲ τὸ κλαγγῇ ἐκ τοῦ κλάζω· πεποίηται δὲ ἡ φωνὴ ἐπὶ τῆς προσκρούσεως τῶν βελῶν. Κλαγγὴ δὲ ἡ βοὴ τῶν γεράνων. Ομ.᾿Ιλιάδος γ′, «᾿Ηΰτέ περ κλαγγὴ γεράνων πέλει». Λαϊκώς η κότα, κακαρίζει.
    • Λάκησις ελέγετο η  απομίμηση της φωνής της όρνιθας < ρ. λακῶ (δωρ.) < ληκῶ = κραυγάζω, φωνάζω.
  • Ορνιθια / κότα ή πετεινός: Των ορνιθων η φωνή λέγεται κοκνισμός, κοκκυσμός < ρ. κοκκύζω. Ιδίως του αλέκτορος, ελέγετο ἀλεκτοροφωνία(*).
  • Όφις: Των όφεων η φωνή λέγεται συριγμός: Συρίζειν = σφύριγμα ὡς π.χ. τοῦ ὄφεως, ἐπὶ τοῦ ἤχου ὃν παράγουσί τινα τῶν γραμμάτων προφερόμενα, αλλά και ἐπὶ τῆς κραυγῆς τῶν ἐλεφάντων. – ΠΗΓΗ: Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4.9,9. Ἀρρ. Ἀν. 5.17. Στράβ. 422.
  • Πρόβατο: Του προβάτου η φωνή λέγεται βληχή / γλιχή: βηνῶσα· ἡ φωνὴ τῶν προβάτων. Και βληχή· φωνὴ προβάτων (μ 266) vgPp > βληχᾶται· φωνεῖ > βλήχημα· μωρός. προβατώδης > βληχήματα· βοαὶ προβατώδεις AS > βληχήσασθαι· ὡς πρόβατα βοῆσαι – Ησύχ. Και βληχῶ, ὅ ἐστι ποιὰ φωνὴ τῶν προβάτων· καὶ τὸ ἠχῶ, ἐξ οὗ ἤχησαν· ἐν δὲ τοῖς βαρυτόνοις τὸ γλίχω. – Μ. Ετυμ. Και βλήχω· τὸ βοῶ. βληχῶ δὲ ποιὰ[1] φωνὴ τῶν προβάτων, ἐξ οὗ καὶ βληχώμενος καὶ βλήχων καὶ βληχώνη. – ΠΗΓΗ: Ετυμ. Γουδ. Νυν βέλασμα, η χαρακτηριστική φωνή των προβάτων και των γιδιών.
  • Πτηνά: Των πτηνών η φωνή λέγεται κράξιμο / κρώξιμο: Των οιωνών, του κούκου (κόκκυγος < κόκκυξ), κ.ά. Και η πάπια / χήνα κρώζει.
    • Και λαλιά / λαλιή / λάλημα < ρ. λαλώ = κελάδημα, φωνή πτηνού, ἀδολεσχία, φλυαρία (ΠΗΓΗ: Αἰσχίν. 34.29, Θεοφρ. Χαρ. 7. – «καρτερούσες του κράχτη πετεινού(*) την λαλιά» – Παλαμάς).
    • Όσα πουλιά τρέφονται με σπόρους ή με έντομα, πλαταγίζουν ή κροταλίζουν (από τον ήχο που κάνει η γλώσσα τους, πλαταγή / κροταλισμα < κρόταλο), τιττυβίζουν / τιτυβίζουν (δημοτ. τιτιβίζουν). Κυρίως ἐπὶ τῆς φωνῆς τῶν περδίκων, διαστελλόμενον ἀπὸ τοῦ κακαρίζω – ΠΗΓΗ: Θεόφρ. παρ’ Ἀθην. 390Β. Μανασσ. Χρον. 164, 5270.
    • Τα υδρόβια γουργουρίζουν ή κρώζουν. Γνωστό γουργουρητό του περιστεριού.
  • Ταύρος: Του ταύρου η φωνή λέγεται ταυρείη / ταυρεία: Ταυρείη φωνή: τοῦ ταύρου. μυκώμαι, βρυχώμαι.
  • Ταώς / παγώνι: Ο ταως στριγγλίζει – γι’ αυτό και στην αρχαιότητα τα παγώνια χρησιμοποιούνταν ως φύλακες, κυρίως σε ναούς της Ήρας και νομισματοκοπεία < στριξ[2], στλίξ, στρίγξ, στρίγγα = γένος γλαυκόμορφων πτηνών που περιλαμβάνει τον χουχουριστή και την ουραλοχουχούλα, αλλά και άλλη ονομασία της γλαύκας / κουκουβάγιας, εξ αιτίας της διαπεραστικής φωνής που έχει < ρ. τρίζω > λατ. strideo (= τρίζω), strix, strigis και striga, αγγλ. strix < νεολατ. Strix.
  • Χελιδόνι: Του χελιδονιού η φωνή λέγεται τίτισμα, χελιδόνιον μέλος / κελάηδημα: Χελιδόνιον μέλος: τῆς χελιδόνος. ἔστι δὲ αὐτῆς ἡ φωνὴ οὐ θρῆνος, ἀλλ’ ᾆσμα ἐνδοτικὸν καὶ κελευστικὸν πρὸς ἔργα. Το χελιδόνι (καὶ ἄλλα μικρά πτηνά) τιτίζει < τιτίζω, πιπίζω, κράζω «τιτι» = τσιρίζω ὡς τὰ νεογνὰ πτηνά – ΠΗΓΗ: Βαβρ. Ἀποσπ. 9.
    • Τερέτισμα (το) είναι η ἀπομίμησις τῆς φωνῆς χελιδόνος ἢ τέττιγος διὰ τῆς φόρμιγγος ἢ διὰ τοῦ στόματος, ᾆσμα, ᾠδή – ΠΗΓΗ: Ἀνθολ. Π. 7.612., 11.352, Λουκ. Νιγρ. 15.
    • Επίσης το ρήμα κελαδέω > κελάηδημα / κελάδημα τίθεται ἐπὶ τῆς χελιδόνος (ΠΗΓΗ: Ἀριστοφ. Εἰρ. 801, Βατρ. 682), ἐπὶ τῆς ᾠδικῆς ἀκρίδος (ΠΗΓΗ: Θεόπομπ. Κωμ. ἐν «Παμφ.» 1) και ἐπὶ τοῦ ἀλεκτρυόνος(*). Όσα πουλιά τραγουδούν (αηδόνια, καρδερίνες, καναρίνια κ.ά.), κελαηδούν.
  • Χοίρος: Του χοίρου η φωνή λέγεται γρύλλη και ερπυσμός: γρυλίων· ὁ χοῖρος > γρυλίζοντα· γρύζοντα > γρυλίζειν· γογγύζειν > γρύλλη· ὑῶν φωνή > γρύλλος· χοῖρος AS. Και ἑρπυσμός· ἡ φωνὴ τῶν χοίρων n.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης “Λεξικο παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.1999.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

[1] Ποιά, λέγεται η πεποιημένη φωνή.

[2] Ήταν δύσμορφο και πτερωτό ον, το οποίο απομυζά το αίμα των βρεφών.

ελληνικα ειδικη λεξη φωνη ζωου ζωο ζωα φωνες ζωων Λεκακης ελληνικη γλωσσα ειδικες λεξεις φωνες ζωων αιγα κατσικα μηκη μηκαδας, μηκωμενας φωνης αιγων κιειν, πορευεσθαι ετυμολογικο Γουδιανο βους βοδι μυκηθμος βοες βοδια ιππος αλογο ιππου μιμιχμος χραιματισμος χραιματισαι κραξαι κραξιμο ιππων χλιμιντρισμα κυνες κυνων κυνας σκυλος σκυλι κνυζα υλακη ωρυγη κνυζηθμος κνυζασθαι κονυζα συγκοπη κνυζεσθαι μοχθω κλαιω αφανιζομαι ιδιωμα ηχου ηχος κλαυθμος κνυζον αερα επινεφελος πνευματωδης κνυζοι ομμα ομματα πονος κνυζουμενον στενοντα γοερον φθεγγομενων Ησυχιος ασημος κνυζησω κνυζω πρωτη δευτερα δευτερη συζυγια τριτη κνυζωσω οσσε Μεγα Ετυμολογικον θορυβος ωρυεσθαι ωρυομαι κλαιειν ταττομαι ωρυεται υλακτει ωρυξαν ωρυγμα σκαβω ωρυομενος βρυχομενος, υλακτων ωρυομένων κραζοντων λιμος λυκος λεοντας λεων λιονταρι βριμαζων λεοντος χρωμενος ονος, Βρωμασθαι ογκασθαι πεινα ονου βρωμα, βρωματιζω αιτιατικη γαιδαρος γαιδουρι ορνεα, ορνιθα, γερανος ορνεο κλαγγη ηχη βοη ορνιο κλαγγηδον κραυγη κλαγγειν κλαγξαι, φθεγξασθαι κλαγξαντος κλαξον κραξαντος ενοπη ορνιθες επιρρημα ποιοτητα κλαζω προσκρουση βελος γερανοι ομηρος ομηρου ιλιας ηυτε πελει προβατο προβατου βληχη βηνωσα προβατων βληχαται φωνει βληχημα μωρος προβατωδης > βληχηματα βοαι βοες προβατωδεις βληχησασθαι βοησαι βληχω ποια ηχω ηχηση γλιχω γλιχη βοω βληχωμενος βληχων βληχωνη ταυρος ταυρειη / ταυρεια χελιδονι χελιδονιου χελιδονιον χελιδονιο μελος χελιδονα θρηνος, ασμα ενδοτικον κελευστικον εργα χοιρος χοιρου γουρουνι γρυλλη ερπυσμος γρυλιων γρυλιζοντα γρυζοντα > γρυλιζειν γογγυζειν γογγυζω υων υς πεποιημενη βελασμα, χαρακτηριστικη γιδι ογκασμα γαυγισμα, γαυλισμα, αλυχτημα γαβγισμα, γαβλισμα, αλυχτω Πτηνα πτηνο κραξιμο / κρωξιμο οιωνος κουκος κοκκυγος < κοκκυξ Βατραχος κοαξ: ηχοποιημενη ηχοποιητη βατραχων ονοματοποιημενη βρεκεκεξ κοαξ κοαξ αριστοφανης βατραχοι κοιζω κραζω κοι γρυλιζω χοιριδιον χοιριδιο Κοτα κοττα πετεινος κοκνισμος, κοκκυσμος κοκκυζω αλεκτορος, αλκτωρ αλεκτοροφωνια Κοραξ κορακας κορακι λαος γκαβρα κρωγμος λεοντων βρυχημα αγρια μουγκρισμα, βρυχηθμος, βρυχωμαι βριμαζω λεοντος οππιανος μουγγρισμα, μουγκριζω, μουγκρητο μουγκανητο μουγγριζω, μουγηρητο μουγγανητο Τερετισμα απομιμηση χελιδονος τεττιγξ τζιτζικι φορμιγξ στομα ασμα, ωδη ανθολογια Παλλατιανη Λουκιανος οφις οφεων φιδι συριγμος: Συριζειν = σφυριγμα οφεως Στραβων γραμματα γραμμα σ σιγμα προφορα ελεφαντας ελεφας αρριανος κελαδεω κελαδω κελαηδημα χελιδονι Αριστοφανης ωδικη ακριδα ακρις Θεοπομπος αλεκτρυων πετεινος κοκκορας κοκορας λαλια λαλιη / λαλημα λαλω κελαδημα, φωνη πτηνου κραχτης πετεινος παλαμας αδολεσχια, φλυαρια αισχινης Θεοφραστος λακησις λακηση απομιμηση φωνης ορνιθας λακω δωρικα ληκω κραυγαζω, φωναζω κοασμος κοασμα κοτα, κοττα κακαρισμα κακαριζω μηκωμαι κορωνη, αλκυονη αρπακτικα πουλια πτηνα κραξιμο κορακας κρωγμος κρωζω κραζω κρωγμος, κλαγγη σφυριγμα λατινικη γλωσσα crocitare ησιοδος Αριστοφανη Λουκιανος γκαβρα κυνοειδη ιπποειδη πουλια τροφη σπορος εντομα, πλαταγιζω κροταλιζω ηχοποιητα ηχοποιητο ηχοποιητη λεξη ηχοποιητες λεξεις γλωσσα πλαταγη κροταλισμα < κροταλο τιττυβιζω τιτυβιζω δημοτικη τιτιβιζω τιττυβισμα τιτυβισμα τιτιβισμα περδικα κακαριζω Θεοφραστος αθηναιος Μανασσης ταως στριγγλιζω αρχαιοτητα παγωνι φυλακας, ναος ηρας θεα ηρα αρχαιο νομισματοκοπειο στριξ στλιξ, στριγξ, στριγγα στριγγλα στριγγλος στριγγλια γενος γλαυκομορφα χουχουριστης ουραλοχουχουλα, ονομα γλαυκα κουκουβαγια διαπεραστικη τριζω λατινικα αγγλικα μπουφος, γκιωνης, χουγιαχτο χουγιαζω  τιτισμα, χελιδονιο κελαδημα μικρα τιτιζω πιπιζω, τιτι τσιριζω νεογνα δυσμορφο πτερωτο ον, απομυζω αιμα βρεφων βρεφος βρεφη  τραγουδια αηδονι, καρδερινα καναρινι κελαηδημα  υδρόβια γουργουριζω γουργουρισμα γουργουρητο περιστερι ποντος ποντιακη διαλεκτος ποντιακα υλαζω ουρλιαζω

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form