Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

16.8 C
Athens
Δευτέρα, 20 Απριλίου, 2026

Η ετυμολογία των αισθήσεων – Όλα τα αισθητήρια όργανα είναι μονοσύλλαβες λέξεις! – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη

Η λέξις αἴσθησις όπως και το ρήμα αἰσθάνομαι προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ρημα ἀΐω, το οποίο με την σειρά του προέρχεται από την ρίζα √ ΑΙΣ, ΑΙ.

Η αἴσθησις είναι ἡ διὰ τῶν αἰσθήσεων ἀντίληψις, ἰδίως διὰ τῆς ἀφῆς, συναίσθησις, καὶ ἐπὶ τοῦ νοῦ, γνῶσις. – Εὐρ. Ἠλ. 290.

  • ἀΐω > εἰσαΐω, ἐξαΐω, ἐπαΐω (ο ἐπαΐων) – αορ.: αFισ-ον > ἄιον, αόρ. ενεστ. αFίσ-ω = αντιλαμβάνομαι ιδία δια της ακοής, ακούω.
  • ρίζα awis = αντιλαμβάνομαι, εννοώ (διά τών αισθήσεων)», αρχ. ινδ. avis (= φανερά), λατ. audio (= ακούω)
  • ἀάζω, ἀΐσθω = εκπνέω (έχοντας το στόμα ανοιχτό), αποπνέω, παραδίδω το πνεύμα > ἆσθμα = πνοή, φύσημα, κ.ά.

1.ἀκοή (ἡ), ἀκουὴ < θέμα ἀκοF > ἀκούω = ἀκόFω – < κοϝέω, κοέω κοάω, κοῶ = νοῶ, παρατηρῶ, ἀκούω > ἐκοᾶμες = ἠκούσαμεν[1], κλπ. ἀκοή (ἡ) = ἡ αἴσθησις τῆς ἀκοῆς, δηλ. της νοήσεως, παρατηρήσεως.

Αισθητήριον όργανο: το ους / αυτί – τὸ οὖς (σε Σαπφώ, Αισχύλ.)

Το όFος είναι γνωστό ως β’ συνθετικό στα μυκηναϊκά: epi-ko-woi = υπήκοοι με την αρχική έννοιά τους ως επιτηρητές – και στα επικά ανθρωπωνύμια (λ.χ. Λαοκόων, Δηϊκόων, Δημοκόων, Ἱπποκόων, Εὐρυκόωσα, Λαοκόωσα) – πυρκόος = πυρομάντης.[2] θυοσκόος, κλπ. Κόος, κόης, κοίης = o ιερέας στα Σαμοθρακικά Μυστήρια > εβρ. cohen < κοθαρός, κόθαρσις = καθαρός, κάθαρσις. Κοθώ, κοιιώμαι = αἰσθάνομαι, νοώ, και κόθημα (το) = το αἰδοῖον ΠΗΓΗ: Ησυχ. Id.

  • ἀκουόμενος ἦχος, ἕκαθεν δέ τε γίγνετ’ ἀκουή, τὸ ἀκουόμενον νέον (εἴδησις, ἀγγελία).
  • ἐνέργεια τῆς ἀκοῆς, τὸ ἀκούειν, προσέχειν τινί, ἀκοῆς ἄξιος.
  • ἀκοαί (αἱ) = υπερφυσικές, υπερκόσμιες φωνές.
  • ἀκουσθέν (τὸ) = λόγος, φήμη. Και σήμερα λέμε “ακούγεται ότι” και εννοούμε ότι υπάρχει μια φήμη…

Η ρίζα √ΚΟϜ / ΣΚΟϜ > κόFος > skow-, kow / skew-, kew = στρέφω την προσοχή μου, παρατηρώ.

> κωφός (ο) = ο βεβλαμμένος τὴν ἀκοήν[3] (λατ. σούρδος, surdus).

> ἀκεύω = τηρώ < ακεFω, κοῖον, κοννέω, ἀμνοκῶν, κοάλεμος, κλπ.

> λατ. caveo = προσέχω, προφυλάσσομαι > coveo, cautus

> αρχ. ινδ. akuvate = προτίθεμαι,

> σανσκρ. kavis (vates),

> γοτθ. usskavjan (= προσεκτικός),

> Ἀρχ. γερμαν. scawon (> schauen = κοιτώ > kouken).

> αγγλ. echo (= ηχώ), κλπ.

Παροιμιώδεις φράσεις:

  • «κατὰ τὴν Σόλωνος ἀκοήν», σημαίνει «κατὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Σόλωνος»[4].
  • «ἀκοὰ σοφοῖς» = λόγος, πρᾶγμα ἄξιον νὰ ἀκούηται παρὰ σοφῶν.
  • «γινώσκειν ἐξ ἀκοῆς»[5] – «ἐπίστασθαι ἐξ ἀκοῆς» (= σημαίνει ακούγοντας γίνεσαι επιστημονας)[6]
  • «ἐξ ἀκοῆς λέγειν»[7] = να λες, αφού το έχεις ακούσει.
  • «τὰς ἀκοὰς τῶν προγεγενημένων = οι προφορικές παραδόσεις[8]
  • «ἀκοὴν μαρτυρεῖν = μαρτυρεῖν περὶ φήμης τινός[9].
  • «ἀκοὴν προσάγειν» = φέρω μαρτυρίαν περὶ φήμης, ἐφ ἧς στηρίζεταί τι
  • «οἷς ὦτα μέν ἐστιν, ἀκοαὶ δὲ οὐκ ἔνεισιν»[10]
  • «ἐς ἀκοὰν ἐμήν», «εἰς τὴν ἐμὴν ἀκοήν», «εἰς τὸ ἐμὸν οὖς»[11] = αυτό που λέμε σήμερα «έπεσε στ’ αυτιά μου», «το άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά».
  • «γᾶρυν ἀραρεῖν ἀκοαῖσι»[12]
  • «ὀξεῖαν ἀκοήν… λόγοις διδούς»[13]
  • «ἀκοῇ κλύειν»[14]
  • «ἀκοαῖς δέχεσθαι», «εἰς ἀκοὰς ἔρχεταί τι»[15]
  • «δι’ ἀκοῆς αἰσθάνεσθαι»[16]
  • «οὐδενὸς ἀκοὴν ὑπειπών»[17] (ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν κραυγὴν τοῦ κήρυκος, ἀκούετε λεῴ)
  • τοῖς ἀκροάμασι τὰς ἀκοὰς ἀνατιθέναι[18]
  • «δυσὶν ἀκοαῖς κρίνειν, μετὰ δύο ὤτων»[19].

Στα μαγικά αρχαία κείμενα, όταν κάποιος θέλει να ακούσει κάτι λέγει: «ἐλθέ μοι, ἀκοὴ οὐρανοῦ, ἐλθέ μοι, ἀκοὴ ἀέρων, ἐλθέ μοι / Έλα σε μένα, αυτί του ουρανού, έλα σε μένα, αυτί του αέρα, έλα σε μένα, αυτί της γης» – P VII,590.

  • ΠΗΓΗ: Ομ. Ἰλ. Π.634. Ὀδ. β,308, δ,701. Ἀνθ. Π. 7.220. Πινδ. Π. 1.162,174. Ἡρόδ. 1.38. Πλάτ. Φαίδων 65Β, Πλάτ. Θεαίτ. 142D. Ἐπίχ. 19.14 Ahr. Ἀνακρ. 4. Φωτ. Βιβλιοθ. 531.12. Καλλ. Ἀποσπ. 53. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἱππ. 198. Ἡσυχ.

2. ἀφή < ρ. άπτω, μέλλ. ἅψω / ἅψομαι, αόρ. ἧψα, pαθ. παρακ. ἧμμαι (ιων.), ἅμμαι, ἁφθήσομαι κλπ. εγγίζω / αγγίζω, ψαύω / ψηλαφώ, επιχειρώ κάτι, καταπιάνομαι, πιάνω, κρατώ, προσκολλιέμαι, αρπάζω, φθάνω στον σκοπό μου, επιτίθεμαι, προσβάλλω, αρχίζω, θέτω σε ενέργεια / επενεργώ, επιδρώ, αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου, εννοώ, καταλαβαίνω, έρχομαι σε επαφή, σε επικοινωνία ή σε συνουσία (ερωτική επαφη), φθάνω κάτι, καταλαμβάνω, γίνομαι κάτοχος, χρησιμοποιώ, επωφελούμαι

Αισθητήριον όργανο: η χειρ, η παλάμη, τα δάκτυλα, το δέρμα.

Παροιμία: «μή μου άπτου» = ο πολύ ευαίσθητος, που μόλις τον αγγίξεις κάτι παθαίνει.

√ΑΠ και √ΑΦ > αρχ. άμμα, απτώδιον, άψις > επαφή, εξαφή, συναφή, απτός, άπτρα, αφή, άφθα, αψίδα.

> ΣΥΝΘΕΤΑ: ανάπτω, εξάπτω, εφάπτομαι περιάπτω, προσάπτω, συνάπτω αφάπτω, ενάπτω, καθάπτω, προάπτω, υφάπτω

> λατ. aptus, apio, apere (μτχ. aptus).

ρ. έπω = φροντίζω.

  • ΠΗΓΗ: Ομ. Od.9.379. Ηροδ. 1.86. Γαλ.3.311 Med., v.infr.

3. γεῦσις (γεύσεως), ἡ < ρ. γεύω / γεύομαι, δοκιμάζω, αἰσθάνομαι, ἡ αἴσθησις τῆς γεύσεως και ἐν τῷ μεταταγ. Ἑλληνισμῷ ἐσθίω, λαμβάνω τροφήν.

Αισθητήριον όργανο: η γλωξ, γλώττα, γλώσσα.

< √ ΓΕΥ / ΓΕΥΣ,

> ἀπόγευσις, δοκιμή, τροφή,

> λατινικό gustus, gustare, γαλλ. Goût, πορτ. Gusto, ισπ. gusto, κλπ.

  • ΠΗΓΗ: Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 10, 8, κτλ. ΙΙ. Σοφ. ιστ΄, 2.

4. ὅρᾱσις (-εως), ἡ = τὸ ὁρᾶν, ἡ ὁρῇ, ἡ ὅρασις (ὡς καὶ νῦν). Διακρίνεται δὲ ὡς ἡ ἐνέργεια ἢ πρᾶξις ἀπὸ τοῦ ὄψις (ὅπερ σημαίνει τὴν αἴσθησιν ἢ δύναμιν τῆς ὄψεως).

Αλλά και το ὅραμα, η ὀπτασία, κλπ. Αἰσθήσεις θεῶν οι ὁράσεις, τα ὁράματα, (Πλάτ. Φαίδων).

Αισθητήριον όργανο: η ὄψ / ο ὀφθαλμὸς / το όμμα / μάτι.

Η λέξις προέρχεται από τα μυκηναϊκά ακόμη χρόνια, όπου συναντάμε την λέξη o-ro-me-no.

Από την πανάρχαια ελληνική ρίζα √ορ > ϝιδ-, ϝειδ-, fορ-, κλπ.

Το ρήμα ὁράω, ιων. ὁρέω / ὁρῶ υποδηλώνει την ύπαρξη δίγαμμα, F, που επιβεβαιώνεται στον παρατατικό: ἑώρων (< ηFορ-ων) – διότι η μακρά αύξηση η- στην ελληνική εμφανίζεται μόνον σε ρήματα με αρκτικό F. Η δασύτητα εμφανίζεται στην λέξη έφορος. Ο παρακειμενος έόρακα έχει σχηματιστεί από το FεFόρακα, ο αόρ. β’ εἶδον από το ε-Fιδ-ον > λατ. video, visus, ισπ. veo, γαλλ. vois, γερμ. verstehe, πορτ. Vejo, αγγλ. view, κλπ.

Χωρίς δασύτητα, από την ώρα (= μέριμνα, φροντίδα): αρκυωρός, θεωρός, θυρωρός, θυωρός, νεωρός, οινωρός, πυλωρός, σκευωρός, σκοπιωρός, στασιωρός, τιμωρός, υλωρός, φρυκτωρός, κλπ.

Η κατάληξη -ουρός (κηπο-ορός > κηπουρός, οικουρός, οδουρός, τεμενουρός, Αρκτούρος, Νυκτούρος) < οὖρος = προστάτης, φύλακας.

Στα μαγικά διαβάζουμε: «ἐπικαλοῦμαί Σε, τὸν πάντων μείζονα, τὸν πάντα κτίσαντα, σὲ τὸν αὐτογέννετον, τὸν πάντα ὁρῶντα καὶ μὴ ὁρώμενον», P XIII,63. P XIII,572.

  • ΠΗΓΗ: Ομ. Ἰλ. Γ.234, Ε.244. Ἡρόδ. 1.80. Μένανδρ. ἐν «Δὶς ἐξαπατῶντι» 1, Δημάδ. 278,41. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 10.4,1, π. Ψυχῆς 3.2,8 και 3.3,21.2. Διόδ. 2.6. Πλούτ. 2.88D. Ἑβδ. (Ἰωὴλ Β΄, 28), Πράξ. Ἀπ. β΄,17, Δουκάγγ. Herod.2.67, al., 3sg. Hp.Carn.17, Vid.Ac.I; inf. Democr.11, Hp.Carn.2 (but 2sg. ὁρᾷς Archil.87, 3sg Semon.7.80, cf. (O. 9.62), Πα. 1. 3, (O. 14.16), (P. 5.84).

5. ὄσφρησις (ἡ) = η δύναμις τοῦ ὀσφραίνεσθαι, ἡ δύναμις τοῦ αἰσθάνεσθαι τὰς ὀσμάς, ὀσμή (αττ. < ὀδμὴ, ὀδσμά). Οι οσφρήσεις > ιων. ὀσφρήσιες.

Αισθητήριον όργανο: η ρις / μύτη.

< √ ΟΔ > ὄζω = μυρίζω

< ρ. ὀσφραίνω / ὀσφραίνομαι, μέλλ. ὀσφρήσομαι, αόρ. β ὠσφρόμην, αορ. ὠσφρησάμην, αόρ. παθ. ὠσφράνθην), κλπ.

> λατ. fragrare, αγγλ. πορτ. odor, γαλλ. odeur, ισπ. olor, κλπ.

> όσφρηση > λατ. olfacere, ιταλ. odore, ισπ. Oler, γαλλ odeur, αγγλ. olfaction, κλπ.

ΠΗΓΗ: Πλάτ. Φαίδων 111Β, Θεαίτ. 156Β, Ἀριστ. π. Ψυχῆς 2.9,8 κἑξ. π. Αἰσθ. 2.20. π. Ψυχ. 3.1,4, και 13. 2. Ἡρῳδιαν. 1.12. Ὀππ. Κυν. 4.66. Ὁμ., Ἡροδ., Πινδ. Αἰσχύλ. Πρ. 115 (Λυρικ.) Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 6.14,1, Λουκ., Λοβέκ. εἰς Φρύνιχ. 89. Μοσχόπουλ.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης “Λεξικο παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.5.2000.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Λεξ. Ησυχίου

[2] Λεξ. Ησυχίου

[3] Ὕμ. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 92, Αἰσχύλ. Θήβ. 202, Χο. 881.

[4] Πλάτ. Τίμ. 21Α, πρβλ. 22Β.

[5] Ἡρόδ. 2.29, 148.

[6] Ἀντιφῶν 137.17. Θουκ. 4.126

[7] Πλάτ. Φαίδων 61D

[8] Θουκ. 1. 20.

[9] Δημ. 1300,16.

[10] Φίλων 1. 474.

[11] Αἰσχύλ. Πρ. 690.

[12] Σιμων. 41.

[13] Σοφ. Ἠλ. 30.

[14] Σοφ. Φ. 1412

[15] Εὐρ. Ι. Τ. 1496, Φοίν. 1480.

[16] Πλάτ. Νόμ. 900Α.

[17] Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 962.

[18] Πολύβ. 24.5,9.

[19] Ἀριστ. Πολ. 3.16.12.

ετυμολογια αισθησεων αισθητηρια οργανα μονοσυλλαβες λεξεις Λεκακης

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

ΓΙΑΤΙ οι ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ και θα είναι ες ΑΙΕΙ!

ΓΙΑΤΙ οι ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ και θα είναι...

Η ετυμολογία των εποχών: Έαρ, θέρος, φθινόπωρον, χειμών – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη ἔαρ (του ἔαρος), το, εἶαρ, εἴαρος,...

ΕΛΛΗΝΕΣ, οι ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ της Αργεντινής – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Σήμερα το βράδυ στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form