Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν οι εξής παροιμίες με τον όνο:
- ὄνος λύρας, ἐπὶ ἀνθρώπου ἠλιθίου μὴ δυναμένου νὰ ἐννοήσῃ λύρα / μουσικήν, ἑρμηνευόμενον ἐν τοῖς Παροιμιογράφ., ὄνος λύρας ἤκουσε καὶ σάλπιγγος ὗς, [Φώτ., ΣΟΥΔΑΣ].
- ὄνος κάθηται, ἐπὶ τοῦ ἡττηθέντος ἐν τῇ παιδιᾷ τῆς σφαίρας, ὅστις ἐκαλεῖτο ὄνος καὶ ἐποίει πᾶν τὸ προσταχθέν [Πολυδ. Θ,106, Varro παρὰ Gell. 3.13. Κρατῖνος ἐν «Χείρωσιν» 6, Meineke]
- περὶ ὄνου σκιᾶς, δηλ. περὶ μηδαμινοῦ πράγματος > λατ. de lana caprina [Ἀριστοφ. Σφ. 191, Σχολιαστ., Πλάτ. Φαῖδρ. 260C] τὰ πάντ’ ὄνου σκιὰ [Σοφ. Ἀποσπ. 308].
Κάποτε κάποιος αρχαίος Αθηναίος ενοίκιασε ένα γαϊδουράκι για να μεταφέρει αυτόν και τα πράγματά του από την Αθήνα στα Μέγαρα. Ήταν όμως καταμεσίς του καλοκαιριού και στον δρόμο το λιοπύρι κατέκαυσε και αυτόν και τον αγωγιάτη. Τότε στάθηκαν για μια μικρή ανάπαυση. Ο αγωγιάτης, αφού «έδεσε τον γάιδαρό του» (είχε εξασφαλίσει τα προς το ζην) εξάπλωσε κάτω από την σκιά που δημιουργούσε το σώμα του όνου. Ο Αθηναίος επειδή δεν είχε άλλη σκιά, ήταν αναγκασμένος να πλαγιάσει στο καύμα του ηλίου, πράγμα ανυπόφορο. Απαίτησε τότε από τον αγωγιάτη να σηκωθεί από την σκιά του όνου, και να ξαπλώσει αυτός, με την αιτιολογία πως αφού ενοίκιασε το γαϊδούρι, ενοικίασε και την σκιά του! Ο αγωγιάτης βέβαια διαφωνούσε, λέγοντας πως του ενοίκιασε μόνον το γαϊδούρι και όχι την σκιά αυτού. Γι’ αυτήν τους την διαφωνία κατέληξαν στα δικαστήρια. Έκτοτε έμεινε να λέμε για κάθε ασήμαντη αφορμή, η οποία διογκώνεται, από το ένα ή το άλλο μέρος, πως ερίζουν «περί όνου σκιάς» («επί των επ’ ευτελέσι μαχομένων» – Χρυσοκέφαλος ή «περί των ενδιατριβόντων τοις μηδενός αξίοις» – Αρσένιος)… Δίδυμη παροιμία ήταν και η «περί Δελφοίς σκιά»… – ΠΗΓΗ: άρθρο Γ. Λεκάκη στην στήλη του “Ελληνικο λεξικο”, στην εφημ. “Έθνος της Κυριακής”, 9.3.2003. Αριστείδης-Δημοσθένης, Σοφοκλής («Κηδαλίων» fr. 308 N.2 = 331 P.), Αριστοφάνης («Δαίδαλος» (II 1019 M. = fr. 192 K.), Λεξικόν Σούδα, Αρσένιος, Χρυσοκέφαλος, κ.ά.
- ὄνου πόκαι / πόκες, πόκη = μέρος που κουρεύουν τα γαϊδούρια, δηλ. πουθενά > ὄνου πόκους ζητεῖς» ή «ὄνου πόκας ζητεῖς», λέγεται γι’ αυτούς που ζητούν ανυπόστατα πράγματα.
- ὄνον κείρεις = ματαιοπονείς [Παροιμιογρ.].
- ἀπ’ ὄνου πεσεῖν, ἐπὶ ἀνθρώπου ἐμπίπτοντος εἰς δυσχερείας διὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ ἀδεξιότητα, μετὰ λογοπαιγνίου ἐπὶ τοῦ ὁμοήχου: ἀπὸ νοῦ πεσεῖν, Ἀριστοφ. Νεφ. 1273, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 701D.
- ὄνος ὕεται, βρέχεται, μένει ἐν τῇ βροχῇ, ἐπὶ ἠλιθίου ἢ ἰσχυρογνώμονος ἀνθρώπου ἀναισθητοῦντος πρὸς τὰ συμβαίνοντα [Κηφισόδωρος ἐν «Ἀμαζόνσιν» 1].
- όνος με ελάκτισεν καγώ αντιλακτίσω αυτόν; λέγεται όταν απαξιοί κανείς να απαντήσει σε προσβολές και ύβρεις κακοήθους ατόμου
- ὄνῳ τις ἔλεγε μῦθον, ὁ δὲ τὰ ὦτα ἐκίνει [Παροιμιογρ.]
- ὄνος εἰς Ἀθήνας.
- ὄνος ἄγων μυστήρια, ἐπὶ βαρέως πεφορτωμένου [Ἀριστοφ. Βάτρ. 159.7].
- ὄνου ὑβριστότερος, ἐπὶ κτηνωδίας [Ξεν. Ἀν. 5.8,3, Schneid].
- ὄνου ὦτα λαβεῖν, ὡς ὁ Μίδας [Ἀριστοφ. Πλ. 287.9)
- ὄνος εἰς ἄχυρα, ἐπὶ ἀδηφάγου [Παροιμιογρ.]
- ὄνος ἐν μελίσσαις, ἐπὶ ἀνθρώπου ἐμπεσόντος εἰς δυσχέρειαν [Παροιμιογρ.]
- ὄνος ἐν πιθήκοις, ἐπὶ ἐσχάτης ἀσχημίας [Μένανδρ. ἐν «Πλοκίῳ» 1.8].
- ὄνος ἐν μύροις, «ἐπὶ τῶν ἀναξίως ἐν τρυφαῖς διαγόντων» [Παροιμιογρ.].
ΠΗΓΗ: Ομ. Ἡροδ., Ἀριστ. π.Ζ. Γεν. 2,8.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
Από την ελληνική λέξη onos / όνος > σουμερ. anšu, hoonos, ohonos, osonos > λατ. asinus, ιταλ. asino, αγγλ. ass, γερμ. Esel, Eselinn, γαλλ. âne, ânesse, ρωσ. осел, ισπ. asno, βασκ. asto, αρμεν. es, κλπ.
Η δε νεοελληνική λέξη γαϊδούρι / γάιδαρος / μσν. γαϊδάριον, είναι σύνθετος από τις λέξεις γαια + αυδή, δηλ. το ζώο που έχει βαρειά φωνή σαν της γης. Αυτό εννοείται καλύτερα στον τύπο γαύδαρος, εξ ου και Γαυδος. Επίσης: γάιδαρος > γαδούρι / καργαδούρι > βενετ. cargatore (= γομάρι), κλπ.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΓΑΪΔΑΡΩΝ, ΕΔΩ.
Ο μέγας Αίσωπος μας άφησε πολλά περι ονου: Αἶξ καὶ ὄνος, Ἴππος καὶ ὄνος, Λέων καὶ ὄνος ὅμου θηρεύοντες, Λύκος καὶ ὄνος, Λέων καὶ ὄνος καὶ ἄλωπηξ, Ὄνοι πρὸς τὸν Δία, Ὄνον ἀγοράζων, Ὄνος ἄγριος καὶ ὄνος ἥμερος, Ὄνος ἅλας βαστάζων, Ὄνος βαστάζων ἄγαλμα, Ὄνος ἐνδυσάμενος λεοντῆν καὶ ἀλώπηξ, Ὄνος ἵππον μακαρίζων, Ὄνος καὶ ἀλεκτρυὼν καὶ λέων, Ὄνος καὶ ἀλώπηξ καὶ λέων, Ὄνος καὶ βάτραχοι, Ὄνος καὶ ἡμίονος ἐξ ἴσου ἐμπεφορτισμένοι, Ὄνος καὶ κηπουρός, Ὄνος καὶ κόραξ καὶ λύκος, Ὄνος καὶ κύων, Όνος και κύων συνοδοιπορούντες, Ὄνος καὶ ὀνηλάτης, Ὄνος καὶ τέττιγες, Ὄνος νομιζόμενος λέων εἶναι, Ὄνος παλιούρους ἐσθίων καὶ ἀλώπηξ και Ὄνος καὶ λύκος.
![]() |
| Γαϊδούρι και ταϊστής του – βυζαντινό ψηφιδωτό. |
![]() |
| Γιαγιά με το γαϊδουράκι της φορτωμενο, σήμερα στην Κριτσά Λασυθίου στην Κρήτη. Φωτ. Γ. Λεκάκη. |
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
![]() |
| Ζωοπανήγυρις – εν προκειμένω γαϊδουροπανήγυρις- στο Λεοντάρι. |
Ο κυρ-Μέντιος
Τα νομίσματα της πόλεως Μένδης Χαλκιδικής (αποικίας της Ερέτριας Ευβοίας[1]) απεικονίζουν συνήθως τον θεό Διόνυσο και έναν γάιδαρο (πολλάκις ιθύφαλλο), ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (510 – 480 π.Χ.), ασημένιο τετράδραχμο (4ου αι.), κ.ά. (παρακάτω φωτ.). Κατά την παράδοση, ο θεός εισήλθε στην πόλη επί όνου, αλλά μεθυσμένος και γι’ αυτό τον είχε καβαλήσει ανάποδα! Για την ντροπή του θεού, έφταιγε βέβαια ο… ασεβής όνος – κοινώς το γαϊδούρι! Έτσι, εκ της Μένδης ονομάσθηκε «μένδειος όνος» εκ του οποίου έμεινε ακόμη παροιμιωδώς το λαϊκό όνομα Μέντιος (κυρ-Μέντιος) να αποδίδεται στα γαϊδουράκια.
Ίσως, όμως, και η ονομασία του Μενδαίου / Μενδίου όνου να είναι μια παράφραση εκ του μεθυστικού Μενδαίου οίνου…
- ΔΕΙΤΕ σχετική τηλεοπτικη εκπομπή του Γ. Λεκάκη, ΕΔΩ.
Αρχαία Νομίσματα της Μένδης: Από πάνω:
- Του 423-422 πΧ, 4δραχμο ασημένιο, με Διόνυσο με στεφάνι κισσού και ιμάτιο “ανακλινόμενος” σε γαϊδουράκι με κάνθαρο σε exergue κηρύκειο. Γράφει: ΝΙ-ΜΕΝ-ΔΑ-Ι-ΟΝ. Επίσης αμπέλι, και 4 τσαμπιά σταφύλια σε έγκοιλο τετράγωνο.
- Του 440-430 πΧ, επίσης 4δραχμο με Διόνυσο επί όνου με κάνθαρο, πουλί και σταφύλι. Βρέθηκε το 1913 στην Μένδη. Και
- Ο Διόνυσος επί όνου με κάνθαρο – δημοπρατήθηκε το 2017!
- Όνου Γνάθος, ελέγετο το πανέμορφο νησάκι Ελαφόνησος της Λακωνίας! Λόγω της ομοιότητας του περιγράμματός της με γναθο όνου!
- Γαϊδουρονήσι: Πολλά μικρονησια φέρουν αυτό το όνομα, λ.χ. στην Πάρο, ένα μικρονησι της Ελαφονησου Λακωνίας, άλλο όνομα για το νησιδιο Χρυσή Λασυθιου, νησιδιον της Γαύδου, μεταξύ Γαύδου-Γαυδοπουλας, κ.α.
- Γαϊδουρονήσια νησαίο σύμπλέγμα στην Ιεράπετρα Λασυθιου Κρήτης, στην Αμμουλιανή Χαλκιδικής, κ.ά.
- ΣΥΝΘΕΤΑ (Α συνθετικό): ονάγρα, όναγρος, ονηγός, ονηλάτης, ονοκέφαλος, ονόπορδον, όνοσμα, ονέλαφος, ονήλατος, ονημάξιον, ονοβάτις, ονοβατώ, ονόγαστρις, ονοειδής, ονοζύγιον ονοθήρας, ονοθυσία, ονοκάρδιον, ονοκένταυρος, ονοκίνδιος, ονοκοίτης, ονοκόμος, ονοκόπος, ονοκρόταλος, ονοκτηνοτρόφος, ονοπρόσωπος, ονόπυξος, ονοσκελής / ονοσκελίς (άνδρας / γυναίκα με άσχημα πόδια – γαϊδουροπόδαρη), ονοστύππαξ, ονοσφαγία, ονοτρόφος, ονοφορβός, ονόκωλος, ονοθρίαμβος, ονοκηλώνιος, ονόμυλος, ονόρυγχος, ονόσκορδον, ονοστάσιον νεοελλ. ονόκομβος, ονολάτρες.
- ΣΥΝΘΕΤΑ (Β συνθετικό): ημίονος (= μουλαρι).
Και όσον αφορά τον γάιδαρο:
- γαϊδουράκι, γαϊδουράς, γαϊδουρήσιος, γαϊδουριά, γαϊδουριάρης, γαϊδουρίζω, γαϊδουρινός, γαϊδουροσύνη, γαϊδουρολάτης / γαδουρολάτης, γαϊδουραγγουριά, γαϊδουράγκαθο, γαϊδουράνθρωπος, γαϊδουρόβηχας, γαϊδουρογουστέρα, γαϊδουρογυρεύω, γαϊδουρογυρίζω, γαϊδουροδένω, γαϊδουροκαβάλα, γαϊδουροκαθίζω, γαϊδουροκαλόκαιρο, γαϊδουροκέφαλος, γαϊδουρόκομπος, γαϊδουροκυλίστρα, γαϊδουρομούλαρο, γαϊδουροπόδαρο, γαϊδουροφέρνω, γαϊδουροφωνάρα, γαϊδουρόψωρα, κ.ά. – ΔΕΙΤΕ ρεπορτάζ του Γ. Λεκάκη για το ΓΑΪΔΟΥΡΟΤΟΠΙ στο Πιτυός Χίου, ΕΔΩ.
- Υπάρχει και η άλλη όψη: Τα γαϊδούρια οι Γερμανοί – του Π. Νιρβάνα.
Φίδι δαγκώνει γάιδαρο και τον γονατίζει. Από το death book, αρ. 40 – Πάπυρος του Parkerer (Frog) 1300 – 1200 π.Χ. (39 εκατ. ύψος). Ευρίσκεται στο Μουσείο RMO Leiden Ολλανδίας. Ο θεός Πάρκερερ κόβει το κεφάλι ενός φιδιού, μόλις το ερπετό δαγκώνει έναν γάιδαρο στον λαιμό. Ο γάιδαρος στην Αίγυπτο ενσάρκωνε το κακό. Αλλά εδώ γίνεται μια εξαίρεση στον κανόνα. Το ζώο προστατεύεται εδώ από έναν καλό θεό. Το κείμενο αναφέρει: «Για να διώξουμε το άπληστο θηρίο (φίδι) που προσπαθεί να καταβροχθίσει το γαϊδούρι, να απαγγελθεί από τον Όσιρι-Πάρκερερ τον ευλογημένο, με ήρεμη φωνή: Μη με φας, γιατί είμαι καθαρός. Ποιος είμαι τελικά; Ήρθα από τον εαυτό μου. Δεν θα έρθεις εναντίον μου, εσύ που είσαι εδώ χωρίς να σε καλέσουν. Δεν ξέρεις ότι είμαι ο κύριος του στόματός σου. Τραβήξου πίσω για το θυμίαμά σου». Ο Πάρκερερ ταυτίζεται με τον θεό Όσιρι, μέσω του οποίου λαμβάνει μια μαγική δύναμη.
- Όνοι λέγονται και δύο αστέρες, που ανήκουν στον αστερισμό τού Καρκίνου.
- φόρει (τὴν λεπίδα) εἴρας ἱμάντι ὄνου – φόρα την λεπίδα, να κρέμεται από τον λαιμό σου με μια λωρίδα από δέρμα γαϊδουριού – P IV 260.
- λαβὼν δέρμα ὄνου γράψον τὰ ὑποκείμενα αἵματι σιλούρου μήτρας – Πάρε ένα δέρμα γαϊδουριού και γράψε τα εξής με αίμα από την μήτρα ενός γατόψαρου – P XXXVI 362
- λαβὼν ὄνου μέλανος στέαρ καὶ αἰγὸς ποικίλης στέαρ – Πάρε λίπος από ένα μαύρο γαϊδούρι και λίπος από μια κατσίκα με κηλίδες – P IV 1332
- τὴν δὲ μύλην τοῦ ὄνου δήσας ἀργύρῳ… περίεχε ἀεί – Δέστε δόντι γαϊδουριού με ασήμι και να το έχετε πάντα μαζί σας (φυλακτο) – P XIa 38
- ἔχε δὲ καὶ φυλακτήριον θηλείας ὄνου ὀδόντα τῶν ἄνωθεν δεξιοῦ σιαγονίου – Κρατήστε ως φυλαχτο ένα από τα επάνω δεξιά δόντια της γνάθου ενός θηλυκού γαϊδουριού – P IV 2897
- οὐ μὴ σὲ λύσῃ οὐ κύων βαυβύζων, οὐκ ὄνος ὀγκώμενος, οὐ γάλλος – Ούτε σκύλος που γαβγίζει, ούτε γαϊδούρι που γκαρίζει, ούτε ευνούχος θα σε ελευθερώσουν – P XXXVI 157 2
- λαβὼν πλινθίον ὠμὸν χαλκῷ γραφείῳ χάραξον ὄνον τρέχοντα – Πάρτε ένα μικρό άψητο τούβλο και χαράξτε επάνω του με μια χάλκινη γραφίδα ένα γαϊδούρι που τρέχει – P IV 3256 ref. a Helios.
- ὥρᾳ ἕκτῃ μορφὴν ἔχεις ὄνου ὄνου – Την έκτη ώρα έχεις την μορφή γαϊδουριού – P III 514 P IV.





