Του Γιώργου Λεκάκη
- ἔαρ (του ἔαρος), το, εἶαρ, εἴαρος, εἰαρινός και ἔαρος (στον Ὄμηρο) > συνῃρ. ἦρ, ἦρος, ἦρι (ἐπίρρ.), κλπ.
Ο Ἡσίοδος[1] ἔχει τὸ ἔαρ ὡς μονοσύλλαβο καὶ τω ἔαρι ὡς τροχαῖον.
Η λέξις προέρχεται από την λέξη Fέσαρ > Fέαρ > Γέαρ (Ησύχ.) από όπου το αγγλ. year = χρόνος, διότι τα περισσότερα αρχαία ημερολόγια ξεκινούσαν το έτος / χρόνο το έαρ.
> λατ. ver, vernus, παλαιο-σκανδιν. Var, κλπ.)
> σανσκρ. vasantas, σλαβ. vesna (ver = ἔαρ), λιθ. vasara (= θέρος).
Γνωστή η αρχαία παροιμία «μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ» – ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη – Κρατῖν. ἐν Κωμ. Ἀποσπ. Meineke 5. σ. 16·
-
- ΠΗΓΗ: Ὅμ. Ἰλ. Ζ.148, Ὀδ. τ,519. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 460. Ἀλκαίος 45. Ἀλκμ. 13 και 64. Ἀνθ. Π. 6.242. Ἀριστ. Ρητ. 1.7,34. Δημάδ. παρ’ Ἀθην. 99D. Ἡρόδ. 5.31, 7.162. Θεόκρ. 13.45. Θουκ. 4.117. Νικ. Σοφ. Ο.Τ. 1137. Συλλ. Ἐπιγρ. 511, κ.ά.
Και
Η ἄνοιξις (της ἀνοίξεως), ετυμολογείται από το ρήμα ἀνοίγνυμι = τὸ ἀνοίγειν, τὸ ἄνοιγμα (πυλῶν, χειλέων, ματιών, πόρων, οίνου, κτλ.) τα ἀνοίξια (βυζ. «τὰ ἀνοίξια / θυρἀνοίξια τῆς ἐκκλησίας» = τὸ ἐπίσημον ἄνοιγμα).
Η λέξις είναι σύνθετος: ανα + οίγω / οίγνυμι («οἴξασα κληΐδα θύρας» – Ομ.), [ήνοιγον, ήνοιξα, ηνοίχθην, ηνοίγην, ηνέωξα, ηνέωγμαι, ηνέωχα].
Από τον ομηρικό τύπο ὠίγννυτο (< ὀFιγνυται, ὠFίγνυτο) έμεινε το ρήμα ὀείγω (< ὀFείγω), της αιολικής / λεσβιακής διαλέκτου της ελληνικής.
Η αρχική σημασία του οἴγω / οἴγνυμι ήταν ωθώ, σπρώχνω».
Παράγωγα: ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοιγή (= ἄνοιγμα), ἀνοιγεύς, ἀνοικτήριον (= ἀνοικτήρι, κλειδί), ἀνοίκτης, ἀνοικτικός, ἀνοικτός, ἀνοικτέον, παρανοίγνυμι, υπανοίγω / υπανοίγνυμι, συνανοίγω, ανοιγοκλείνω, ανοιγοσφαλώ, κλπ.
> αρχ. ινδ. vijate, vejate (= απωθώ, απομακρύνω), vega (βίαιη κίνηση).
Ο θεαγωγὸς λόγος γʹ λεγόμενος ἀνεωγότων σου τῶν ὀφθαλμῶν / η ευχή, το ξόρκι, ο θεαγωγός λόγος για να προσελκύσει την θεότητα πρέπει να απαγγέλλεται τρεις φορές και με ανοιχτά μάτια – P IV 986.
-
- ΠΗΓΗ: Ομ. Ιλ. 14.168. Θουκ. 4. 67, 88.
- θέρος / καλοκαίρι: Από το ρήμα θέρω = θερμαίνω > θεραπεύω, θεράπων, θερμός, θάλπω, θερμοκρασία, κλπ.
Επί Θουκυδίδη, τὸ θέρος περιελάμβανε καὶ τὸ ἔαρ καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ φθινοπώρου, ἐπειδὴ ἐσήμαινε τὴν ἐποχὴν τῶν ἀγροτικῶν ἐργασιῶν (θερισμός, κλπ. συγκομιδή). Τοῦ θέρους, ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ ἠρινοῦ χρόνου πρὸ ὀπώρας.
Από το θέρω > λατ. fornus, fornax, forceps, fervo, ferveo, febris, γοτθ. warmjan (= θάλπειν), αρχ. σκανδιν. varmr, αγγλοσαξον. καὶ αρχ. γερμ. Waram, αγγλ. warm > σανσκρ. ghar, gharmas, κτλ.
ΠΗΓΗ: Ομ. Ἰλ. Χ. 151, Ὀδ. η,118, μ.76. Σοφ. Φ.18 και 1340. Ἡσ. Ἡρόδ. 1.202. Ἀριστοφ. Ἱππ. 392, Ἀποσπ. 76. Πλάτ. Φαίδρ. 276B. Θουκ. 2.47 και 4.117. Ξεν. Ἑλλ. 3.2,10 και 5.3,19. Λουκ. Ἱστ. Συγγρ. 1. Δημ. 1253.15. Πλούτ. Φαβ. 2. Αἰσχύλ. Πέρσ. 822, Ἀγ. 1655, Εὐρ. Βάκχ. 1027. Καλλ. εἰς Δῆλ. 298, Ἀνθ. Π. 10. 19.
- φθινόπωρον / μετόπωρον[2] / χινόπωρον, το: Το χρονικό διάστημα «ἀπὸ τῆς πεντεκαιδεκάτης Αὐγούστου μηνὸς ἕως τῆς πεντεκαιδεκάτης Δεκεμβρίου, ή ἀπὸ τῆς εἰκοστῆς δευτέρας Αὐγούστου ἕως πάλιν εἰκοστῆς δευτέρας Δεκεμβρίου» (Ησύχ.). Το τελευταῖον μέρος τῆς ὀπώρας (δηλ. τὸ μετὰ τὴν ὀπώραν).
Η ὀπώρα (ιωνικα ὀπώρη, ἡ, λακωνικα ὀπάρα), είναι τὸ μέρος τοῦ ἔτους τὸ μεταξὺ τῆς ἐπιτολῆς τοῦ Σειρίου καὶ τῆς τοῦ Ἀρκτούρου (δηλ. ἀπὸ τῶν μέσων Ἰουλίου, ὅλος ὁ Αὔγουστος καὶ μέρος τοῦ Σεπτεμβρίου), τουτέστι τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ θέρους. Ὁ Ἀριστοτέλης αναφέρει την ὀπωρινὴ ἰσημερία – «Μετεωρ. 3.2,3). Ο Σείριος εἶναι ὁ ἀστήρ τῆς ὥρας ταύτης τοῦ ἔτους – (Ομ. Ἰλ. Χ. 27).
-
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗΣ ΙΣΗΜΕΡΙΑΣ, ΕΔΩ.
οπώρα (= παρθένος, ὥριμος παρθενία – βλ. Αἰσχύλ. Ἱκ. 998, 1015. Κύπριδος Χαιρήμων παρ’ Ἀθην. 608F.), ὀπωρίζω (= μαζεύω καρπούς), ὀπωρινός, ὀπωρικός, ὀπωροφόρος, φθινόπωρον οπωράριον, οπωρεύς, οπωριαίος, οπώριμος, οπωρώνας, οπωροπώλης / οπωροπωλειο, οπωροφόρος, οπωροβασιλίς, οπωροβόρος, οπωροθήκη, οπωροκάπηλος, οπωρολόγος, οπωροτροφώ, οπωροφύλαξ, οπωρώνης, οπωροδοτώ, οπωροπράτης, οπωροφαγώ, οπωροφθισία, οπωροφθόρος, οπωροφυής, οπωροθεραπεία, οπωροκηπευτικά, οπωρολαχανικά, οπωροσάκχαρο, οπωροφάγος > σλαβ. jeseni, ρωσ. oseni, αρχ. πρωσ. assanis (= φθινόπωρο), γοτθ. asans (= καλοκαίρι), αρχ. άνω γερμ. Aran, γερμ. Obst, Frühherbst, Frucht (< φρούτα).
Λένε τα αρχαία μαγικά «παρακείσθωσαν ἐπὶ τῆς τελετῆς ἄρτοι καθάρειοι καὶ ὅσα ἀκμάζει τῶν ὀπωρῶν» / κατά την διάρκεια της τελετής καθαγιασμού, θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι καθαροί άρτοι και οπώρες στην ακμή τους / εποχικά φρούτα» – P V 231.
Ετυμολογείται από την μυκηναϊκή λέξη opi = οπι- > οπίσω / πισω, μετά > ὄπισθεν + ὥρα (= ἡ ἐποχή μετά την ώρα, το θέρος) ή από τό ὀπός (= χυμός) + ὥρα (= καιρός τοῦ χυμοῦ).
-
- ΠΗΓΗ: Ἡρόδ. 4.42., 9.117. Ἱππ. Ἀφ. 1244. Θουκ. 2.31, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8.19,4. Ἀλκμὰν 63
- χειμών ο (του χειμῶνος) = τὸ χεῖμα: καιρὸς χειμερινός, ψῦχος, παγετός, ποιητικος τύπος τοῦ χειμών > λατ. hiems. χεῖμα, κατ’ αἰτ. ὡς ἐπίρρ. = ἐν καιρῷ χειμῶνος.
< ρίζα χι- χιών (χιόνι), χίμαιρα, χειμάζω (= περνῶ τόν χειμώνα), χειμάδιον (= χειμαδιό, μέρος ὅπου περνᾶ κανείς τόν χειμώνα), χειμασία, χείμαστρον (= χειμερινό ροῦχο), χειμαίνω, χειμερινός, χειμέριος, χειμών, χειμωνικός, χειμάρρος (= αὐτός πού ρέει κατά τόν χειμώνα).
> ρίζα χι > wi-, zi- > winter > λιθ. ziema, κλπ.
-
- ΠΗΓΗ: Ὀδ. Ξ. 487. Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 4?8. Ὀδ. Η. 118. Αἰσχύλ. Ἀγ. 5. Προμ. 454., Ὀδ. Λ. 189, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 638. Ψευδοπλάτ. Ἀξιόχῳ 371D, Λουκ., κλπ.
Χειμώνας, ἡ χειμερινὴ ὥρα τοῦ ἔτους, ἐν ἀντιθέσει προς τὸ θέρος («χειμῶνος δυσθαλπέος ὅς ῥά τε ἔργων ἀνθρώπους ἀνέπαυσεν – Ομ. Ἰλ. Ρ. 549), καιρὸς χειμέριος, ψυχρὸς καὶ θυελλώδης, θύελλα χειμερινὴ, καταιγὶς, τρικυμία > μεταφορ., θεόσσυτος χειμών = καταιγὶς δυστυχημάτων ὑπὸ τῶν θεῶν πεμφθεῖσα.
-
- ΠΗΓΗ: Ομ. Φ.283. Ἰλ. Γ.4. Ὀδ. Δ.566. Ξ.522. Ἡσ. Ἔργ. καὶ Ἡμ. 673. Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 1138 και Οἰδ. ἐπὶ Κολ. 1188. Πινδ. Ἰ. 2.62. Αἰσχύλ. Ἀγ. 969. Πέρσ. 496. Ἀγ. 649, 656. Χο. 202. Σοφ. Αἴ. 671 και 1143. Ξεν. Ἀπομν. 3.8,9 και 4.3,8. Θουκ. 4.6. Κύρου Παιδ. 8.8,17. Ἀνδοκ. 18.5. Πινδ. Ι. 7(6).53. Πλάτ. Πολ. 425Ε. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 476.1. Θουκ. 7.31. Πλάτ. Τιμ. 74C. Ξεν. Ἑλλ. 3.2,9. Ἡρόδ. 3.117. Ξεν. Ἀν. 7.6,9. Ἑλλ. 1.4,1. Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 124. Ξεν. Κύρου Παιδ. 8.6,22. Ἡρόδ. 8.138. Θουκ. 2.101. Πλάτ. Πολιτ. 280Ε, Νόμ. 829Β. Ἡρόδ. 2.26, 1.87, 7.34. Πλάτ. Πρωτ. 344D. Ἀντιφῶν 131. 42· Θουκ. 3.21. Ξεν. Ἑλλ. 2.4,14. Ἡροδ. 4.62. Πλάτ. Νόμ. 961Ε. Αἰσχύλ. Πρ. 643. Σοφ. Ἀντιγ. 670. Ἄλεξις ἐν «Παρασίτῳ» 1. Μένανδρ. ἐν «Μονοστίχοις» 540.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Λεξικό παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2007.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ἐργ. κ. Ἡμ. 490, 460
[2] Υπάρχει και ο τύπος με δασεία: ὁπώρα > μεθόπωρον.
ετυμολογια εποχων εαρ ετυμολογια εαρος ειαρ, ειαρος, ειαρινος ομηρος ηρ, ηρος, ηρι επιρρημα ησιοδος μονοσυλλαβη λεξη εαρι τροχαιον τροχαιο λεξις Fεσαρ > Fεαρ > γεαρ Ησυχιος αγγλικη year χρονος, αρχαιο ημερολογιο ετος / χρονος λατινικα παλαιοσκανδιναβικα σανσκριτικα σλαβικα λιθουανικα αρχαια παροιμια χελιδων εαρ ου ποιει χελιδονι Κρατινος αποσπασμα ομηρος ιλιας οδυσσεια ηροδοτος Θουκυδιδης αριστοτελης αττικο λογος Θεοκριτος αλκμαν επικοι ποιητες. αλκαιος τραγικοι Σοφοκλης αθηναιος ανθολογια Παλατινη Συλλογη επιγραμμα ανοιξις ετυμολογια ανοιξεως ετυμολογια ανοιξης ρημα ανοιγνυμι ανοιγειν, ανοιγμα ανοιξια θυρανοιξια βυζαντιο εκκλησια συνθετος οιγω / οιγνυμι οιξασα κληιδα θυρα ομηρου ηνοιγον, ηνοιξα, ηνοιχθην, ηνοιγην, ηνεωξα, ηνεωγμαι, ηνεωχα ομηρικος τυπος ωιγννυτο οFιγνυται, ωFιγνυτο οειγω οFειγω αιολικη λεσβιακη διαλεκτος ελληνικη ελληνικα ελληνικες οιγω / οιγνυμι ωθω, σπρωχνω ανοιγμα, ανοιξη, ανοιγη ανοιγευς, ανοικτηριον (= ανοικτηρι, κλειδι ανοικτης, ανοικτικος, ανοικτος, ανοικτεον, παρανοιγνυμι, υπανοιγνυμι, συνανοιγω, υπανοιγω ανοιγοκλεινω, ανοιγοσφαλω ινδικα απωθω, απομακρυνω βιαιη κινηση θεαγωγος λογος λεγομενος ανεωγοτων οφθαλμος ευχη ξορκι, θεος θεοτητα απαγγελια τρις τρεις φορες ανοιχτα ματια ανοικτα ετυμολογια θερους / καλοκαιρι ετυμολογια καλοκαιριου θερω θερμαινω > θεραπευω, θεραπων, θερμος, θαλπω, θερμοκρασια, εποχη αγροτικες εργασιες θερισμος, συγκομιδη ηρινος οπωρας λατινικη γοτθικα θαλπειν), σκανδιναβικα αγγλοσαξονικα γερμανικα αγγλικα σανσκριτικη αριστοφανης Πλατων Ξενοφων Λουκιανος Πλουταρχαος αισχυλος ευριπιδης Καλλιμαχος φθινοπωρο ετυμολογια φθινοπωρου μετοπωρον χινοπωρον, μετοπωρο χινοπωρο χρονικο διαστημα πεντεκαιδεκατη 15 15η αυγουστου μηνας Δεκεμβριου, 22α 22 Αὐγουστος Δεκεμβριος οπωρα ιωνικη οπωρη, λακωνικη οπαρα ετος επιτολη Σειριου σειριος αρκτουρος ιουλιος σεπτεμβριος οπωρινη ισημερια αστηρ ωρα αστερι Σειριος παρθενος αστερισμος παρθενου οπωριζω μαζετω καρπος, οπωρινος, οπωρικος, οπωροφορος, οπωραριον, οπωραριο οπωρευς, οπωριαιος, οπωριμος, οπωρωνας, οπωροπωλης, οπωροφορος, οπωροβασιλις, οπωροβορος, οπωροθηκη, οπωροκαπηλος, οπωρολογος, οπωροτροφω, οπωροφυλαξ, οπωρωνης, οπωροδοτω, οπωροπρατης, οπωροφαγω, οπωροφθισια, οπωροφθορος, οπωροφυης, οπωροθεραπεια, οπωροκηπευτικα οπωρολαχανικα οπωροσακχαρο, οπωροφαγος σλαβικα ρωσικα πρωσικα γοτθικη φρουτα φρουτο φρουτοθεραπεια μαγικα μαγεια παρακεισθωσαν τελετη αρτοι καθαρειοι ακμη καθαγιασμος καθαρος αρτος εποχικα φρουτα μυκηναικη οπι opi = οπισω, μετα πισω οπισθεν + ωρα οπος χυμος καιρος ιπποκρατης αλκμανας χειμωνας ετυμολογια χειμωνος ετυμολογια χειμωνα χειμα χειμερινος, ψυχος, παγετος, ποιητικος ριζα χι- χιων χιονι χιμαιρα, χειμαζω χειμαδιον χειμαδιο χειμασια, χειμαστρον χειμαστρο χειμερινο ρουχο χειμαινω, χειμερινος, χειμεριος, χειμωνικος, χειμαρροςΨευδοπλατων δυσθαλπεος εργο ανθρωπος θυελλωδης, θυελλα καταιγις, τρικυμια θεοσσυτος καταιγιδα δυστυχημα θεων Πινδαρος ανδοκιδης πλατωνας αντιφων αλεξις Μενανδρος δασεια μεθοπωρομεθοπωρον ωριμος παρθενια
