Του Γιώργου Λεκάκη
Ο Λεύκιππος, γιος του Ξανθίου, από το γένος των απογόνων του Βελλεροφόντη[3], ξεχωρίζοντας ιδιαιτερως στην δύναμη από τους συνομηλίκους του, ασκούνταν στην πολεμική τέχνη. Γι’ αυτό υπήρχε πολλή φήμη γι’ αυτόν, τόσο ανάμεσα στους Λυκίους, όσο και στους γειτονικούς λαούς τους, οι οποίοι ήταν σε διαρκείς μετακινήσεις και υφίσταντο κάθε είδους δυσκολίες.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΛΥΚΙΑΣ, ΕΔΩ.
Αυτός, εξ αιτίας της μήνιδος της θεάς Αφροδίτης, ένιωσε έρωτα για την αδελφή του· στην αρχή μεν υπέμενε, νομίζοντας ότι θα απαλλαγεί πολύ εύκολα από την νόσο του έρωτα. Όταν όμως πέρασε χρόνος και δεν υποχωρούσε ούτε λίγο το πάθος, το ανακοίνωσε στην μητέρα του και την ικέτευε πολύ, να μην τον αφήσει να χαθεί. Γιατί εάν δεν τον βοηθούσε, απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει.
Εκείνη, λέγοντας ότι αμέσως θα εκπληρώσει την επιθυμία του, ηρεμησε κάπως τον Λεύκιππο. Εκάλεσε την κόρη, την έβαλε να ξαπλώσει[2] μαζί με τον αδελφό της. Και από τότε βρίσκονταν μαζί, χωρίς να φοβούνται ιδιαίτερα… Αλλά κάποιος το ανήγγειλε στον μνηστήρα, ο οποίος είχε αρραβωνιαστεί την κοπέλλα…
Αυτός, αφού πήρε τον πατέρα του και κάποιους από τους συγγενείς, πλησιάζει τον Ξάνθιο και καταγγέλλει την πράξη – χωρίς να αποκαλύψει όμως το όνομα του Λευκίππου. Ο Ξάνθιος, στενοχωρημένος για όσα του είχαν αναφερθεί, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συλλάβει τον ένοχο επ’ αυτοφώρω, και διέταξε τον καταγγέλλοντα, όταν τους δει να είναι μαζί, να του το δείξει. Αυτός, υπακούοντας πρόθυμα, αμέσως οδηγησε τον γέροντα Ξάνθιο στο δωμάτιο. Η κόρη, όταν άκουσε ξαφνικό θόρυβο, έτρεξε προς τις πόρτες, νομίζοντας ότι θα ξεφύγει από αυτόν που ερχόταν. Ο πατέρας της, νομίζοντας ότι ήταν ο διαφθορέας, την σκότωσε κτυπώντας την με μαχαίρι…
Και καθώς εκείνη υπέφερε οδυνηρώς και έκραζε, ο Λεύκιππος έτρεξε να την βοηθήσει. Αλλά επειδή ήταν ταραγμένος δεν πρόλαβε να καταλάβει ποιος ήταν ο φονιάς, και σκοτώνει τον πατέρα του…
Για τον λόγο αυτό, εγκατέλειψε το σπίτι του. Και οδηγησε Θεσσαλούς στην Κρήτη. Αλλά από την Κρήτη εκδιώχθηκε… Και έφτασε στην Έφεσο, όπου κατοίκησε σε τόπο που ονομάστηκε Κρητιναίον.
Τον Λεύκιππο λέγεται ότι ερωτεύθηκε η Λευκοφρύη, κόρη του Μανδρολύτου, και για χάρη του πρόδωσε την πόλη της στους εχθρούς (των οποίων ηγείτο ο Λεύκιππος), αφού είχε συλληφθεί σύμφωνα με θεοπρόπιο (χρησμό) των αποσταλλέντων από τις Φερές από τον Άδμητο. – Απόδοσις: Γ. Λεκάκη.
Ιδού πως αναφέρει την ιστορία ο Παρθένιος ο Νικαεύς (στο “Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων” – «Περὶ Λευκίππου»), έχοντας ως πηγή τον Ερμησιάνακτα από το Λεόντιο:
«Λεύκιππος δέ, Ξανθίου παῖς, γένος τῶν ἀπὸ Βελλεροφόντου[3], διαφέρων ἰσχύϊ μάλιστα τῶν καθ᾿ ἑαυτόν, ἤσκει τὰ πολεμικά. διὸ πολὺς ἦν λόγος περὶ αὐτοῦ παρά τε Λυκίοις καὶ τοῖς προσεχέσι τούτοις, ἅτε δὴ ἀγομένοις καὶ πᾶν ὁτιοῦν δυσχερὲς πάσχουσιν. οὗτος κατὰ μῆνιν[1]Ἀφροδίτης εἰς ἔρωτα ἀφικόμενος τῆς ἀδελφῆς, τέως μὲν ἐκαρτέρει, οἰόμενος ῥᾷστα ἀπαλλάξεσθαι τῆς νόσου· ἐπεὶ μέντοι χρόνου διαγενομένου οὐδὲ ἐπ᾿ ὀλίγον ἐλώφα τὸ πάθος, ἀνακοινοῦται τῇ μητρὶ καὶ πολλὰ καθικέτευε, μὴ περιιδεῖν αὐτὸν ἀπολλύμενον· εἰ γὰρ αὐτῷ μὴ συνεργήσειεν, ἀποσφάξειν αὑτὸν ἠπείλει. τῆς δὲ παραχρῆμα τὴν ἐπιθυμίαν φαμένης τελέσειν, ῥᾴων ἤδη γέγονεν· ἀνακαλεσαμένη δὲ τὴν κόρην συγκατακλίνει[2] τἀδελφῷ, κἀκ τούτου συνῆσαν οὐ μάλα τινὰ δεδοικότες, ἕως τις ἐξαγγέλλει τῷ κατηγγυημένῳ τὴν κόρην μνηστῆρι. ὁ δὲ τόν τε αὑτοῦ πατέρα παραλαβὼν καί τινας τῶν προσηκόντων, πρόσεισι τῷ Ξανθίῳ καὶ τὴν πρᾶξιν καταμηνύει, μὴ δηλῶν τοὔνομα τοῦ Λευκίππου. Ξάνθιος δὲ δυσφορῶν ἐπὶ τοῖς προσηγγελμένοις πολλὴν σπουδὴν ἐτίθετο φωρᾶσαι τὸν φθορέα, καὶ διεκελεύσατο τῷ μηνυτῇ, ὁπότε ἴδοι συνόντας, αὐτῷ δηλῶσαι· τοῦ δὲ ἑτοίμως ὑπακούσαντος καὶ αὐτίκα τὸν πρεσβύτην ἐπαγαγομένου τῷ θαλάμῳ, ἡ παῖς, αἰφνιδίου ψόφου γενηθέντος, ἵετο διὰ θυρῶν, οἰομένη λήσεσθαι τὸν ἐπιόντα· καὶ αὐτὴν ὁ πατὴρ ὑπολαβὼν εἶναι τὸν φθορέα πατάξας μαχαίρᾳ καταβάλλει. τῆς δὲ περιωδύνου γενομένης καὶ ἀνακραγούσης, ὁ Λεύκιππος ἐπαμύνων αὐτῇ καὶ διὰ τὸ ἐκπεπλῆχθαι μὴ προϊδόμενος ὅστις ἦν, κατακτείνει τὸν πατέρα. δι᾿ ἣν αἰτίαν ἀπολιπὼν τὴν οἰκίαν Θετταλοῖς ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσιν εἰς Κρήτην ἡγήσατο, κἀκεῖθεν ἐξελαθεὶς ὑπὸ τῶν προσοίκων εἰς τὴν Ἐφεσίαν ἀφίκετο, ἔνθα χωρίον ᾤκησε τὸ Κρητιναῖον ἐπικληθέν. τοῦ δὲ Λευκίππου τούτου λέγεται τὴν Μανδρολύτου θυγατέρα Λευκοφρύην ἐρασθεῖσαν προδοῦναι τὴν πόλιν τοῖς πολεμίοις, ὧν ἐτύγχανεν ἡγούμενος ὁ Λεύκιππος, ἑλομένων αὐτὸν κατὰ θεοπρόπιον τῶν δε κατευθέντων ἐκ Φερῶν ὑπ᾿ Ἀδμήτου.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”. Γ. Λεκάκης “Λεξικό παραδόσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
[1] μῆνις (δωρ. μᾶνις), ἡ (γεν. μήνιος, μεταγεν. μήνιδος) = ὀργή, ἀπὸ τοῦ Ὁμ. καὶ ἐφ’ εξῆς, τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς ὀργῆς τῶν θεῶν – ΠΗΓΗ: Ομ. Ἰλ. Πλάτ. Πολ. 390Ε. Αἰλ. ΣΟΥΔΑΣ. Ἀρχίλοχος, Θεμίστ. Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρακλ. 21. Ἀριστ. Ρητ. 2.24,6.
[2] συγκατακλίνω = κατακλίνω τινὰ σύν τινι. Παθ., πλαγιάζω μετά τινος, κατακλίνομαι, κατακλίνομαι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀνακλίντρου μετ’ ἄλλου κατὰ τὸ δεῖπνον – ξυγκατακλινεὶς – ΠΗΓΗ: Ἀριστοφ. Ἀχ. 981. Πλούτ. 2.665Α. Ἀριστοφ. Νεφ. 49. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5.14,23. Πλούτ. 2. 138D. Κλέαρχ. παρ’ Ἀθην. 516Β.
[3] Ο πατέρας του ήταν ο βασιλευς της Κορίνθου, Γλαύκος (του Σισύφου) με θεϊκό σπέρμα του Ποσειδώνος. Μητέρα του ήταν η Ευρυνόμη των Μεγάρων. Στην Λυκία έγινε ο “φονεύς του Βέλλερου”, ενός τοπικού δαίμονα και ονομάσθηκε Βελλερεφόντης.
φονευς Βελλερος δαιμονας δαιμων Λυκια Κορινθιος κορινθις βασιλιας αρχαια Κορινθος γλαυκος Σισυφος θεος Ποσειδωνας, Ποσειδων Ευρυνομη Μεγαρα αττικη τραγικη ερωτικη ιστορια Λευκιππος μηνη θεα Αφροδιτη Κρητιναιον, αποικια ΚρητοΘεσσαλοι εφεσος Κρητιναιο, αρχαιες αποικιες Κρητων Θεσσαλων μηνις Κρητη Θεσσαλια δωρικα μανις οργη Αφροδιτης, ομηρος θεων Ομηρου ιλιας. Πλατων. αιλιανος λεξικο ΣΟΥΔΑΣ. αρχιλοχος, Θεμιστοκλης. αριστοτελης Ξανθιος γενος απογονοι Βελλεροφοντης, δυναμη πολεμικη τεχνη φημη Λυκιοι λαοι μετακινησεις δυσκολιες ερωτας ερως αδελφη ερωτικο παθος μητερα απειλη αυτοκτονια επιθυμια κορη, μνηστηρας, μνηστηρ αρραβωνας αρραβων κοπελλα κοπελα πατερας συγγενεις, καταγγελια πραξη, συλληψη ενοχος επ’ αυτοφωρω, διαταγη γεροντας γερος δωματιο θορυβο, πορτα φθορεας, μαχαιρι πονος βοηθεια ταραχη φονιας, πατροκρονια παιδοκτονια αρχαιοι Θεσσαλοι Κρητες κατοικηση Λευκοφρυη, Μανδρολυτος προδοσια προδοτρια προδοτρα πολη εχθροι θεοπροπιο χρησμος Φερες αδμητος Παρθενιος ο Νικαευς Περι Λευκιππου Ερμησιανακτας Λεοντιο Ερμησιαναξ πολεμικα λογος Λυκια δυσχερεια μηνη καρταρια οιομενος ραστα απαλλαγη νοσος ελωφα μητηρ ικεσια απολλυμενος αποσφαγη παραχρημα ραων ανακαλεσαμενη συγκατακλιση εξαγγελια καταμηνυση δυσφορια σπουδη φωρασαι φθορευς μηνυτης αυτικα πρεσβυτης θαλαμο ψοφος θυρα λησεσθαι επιοντα πατηρ διαφθορεας παταξας μαχαιρα καταβαλλω περιωδυνος ανακραγουσα επαμυνων προιδομενος κατακτεινω απολιπων οικια Θετταλοι εξελαθεις προσοικοι εφεσια γη χωρα χωριον χωριο ερασθεισα προδουναι πολις πολεμιοι ηγουμενος ελομενων θεοπροπιον Φεραι λαρισης λαρισας συγκατακλινω κατακλινω πλαγιαζω κατακλινομαι, ανακλιντρο δειπνο ξυγκατακλινεις αριστοφανης Πλουταρχος αθηναιος Περι ερωτικων παθηματων επ αγαθου αγαθο αλασσα κυπρος ψηφιδωτο
