Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

13.4 C
Athens
Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026

Λεξικό Σμυρνέικων

Μιλάμε Σμυρνέικα

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ (Β) ΒΗΤΑ:

  • βαβούλι (τὸ), τὸ μπουμπούκι, κάλυκας.
  • βάγια (τὰ), οἱ δάφνες τῆς ἐκκλησιᾶς.
  • Βαγιοῦ (τὸ), τῶν Βαΐων. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκακης “Τα έθιμα των Βαΐων”, ΕΔΩ.
  • Βαγιοβδόμαδο (τὸ), ἡ ἑβδομάδα πού προηγεῖται τῶν Βαΐων.
  • βακούφι (τὸ), (λ. τ. vakuf) κτῆμα ἀφιερωμένο σὲ φιλανθρωπικό κατάστημα.
  • βαλανσιὲς (ὁ), εἶδος νταντέλλας / δαντέλλας, ἀπὸ τὴν γαλλικὴ πόλη Valenciennes, ὅπου κατασκευαζόταν.
  • βαλῆς (ὁ), (λ. τ. vali) ὁ νομάρχης.
  • βαντὲς (ὁ), (λ. τ. vade) προθεσμία, διορία. «Σοῦ δίνω μιὰ βδομάδα βαντὲ νὰ μὲ πληρώσεις».
  • βαποράκι = τὸ σίδερο πού σιδέρωναν κι ἔβαζαν μέσα κάρβουνα ἀναμμένα.
  • βαπόρι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vapore) – τὸ ἀτμόπλοιο καὶ τὸ τραῖνο. Τὰ βαποράκια ήταν μικρά πλοῖα πού ἐκτελοῦσαν συγκοινωνία μὲ τὰ παραθαλάσσια προάστια τῆς Σμύρνης.
  • βαράκι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἀραβικό varak) – χρυσόχαρτο, γιὰ χρύσωση βιβλίων, ἐπιγραφῶν. Στὴν Σμύρνη στόλιζαν μὲ τὸ χρυσόχαρτο αὐτὸ τα ἀρνιὰ στὰ κρεοπωλεῖα, ἀκόμη καὶ λουλούδια > βαρακωμένα = χρυσωμένα. Βαράκης, ο κατασκευαστής / πωλητής του.
  • βαρδάσα, βαρντάσα (ἡ), εἶδος μεγάλου δαμασκήνου.
  • βαρελάκια (τὰ), εἶδος παιχνιδιοῦ καὶ εἶδος σβούρας.
  • βαρεμένη (ἡ), ἡ ἔγκυος, επειδή έχει βάρος.
  • βάρθακας (ὁ), ὁ βάτραχος.
  • βάρντα – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. guarda) – πρόσεχε. Τὸ φώναζαν οἱ ἁμαξάδες στοὺς πεζούς, ἤ οἱ ἀχθοφόροι.
  • βασιλὲς (ὁ), ὁ βασιλιάς.
  • βασιλικά (τὰ), τά πολεμικὰ πλοῖα.
  • βασιλιόπιττα (ἡ), ἡ βασιλόπιττα.
  • βαφτίδια (τὰ), τὰ βαφτίσια.
  • βγάλσιμο (τὸ), καὶ τὸ ἐξάρθρωμα. «Ἤπαθε τὸ χέρι του βγάλσιμο».
  • βγοδώνω (ρ.), ἀπὸ τὸ εὐοδῶ, τελειώνω. «Βγόδωσε γρήγορα τὴ δουλειά σου».
  • βεγγαλικὰ (τὰ), τὰ πυροτεχνήματα.
  • βεγγέρα (ἡ), ἡ νυχτερινή συγκέντρωση σὲ σπίτια.
  • βελέττα (ἡ) – (λ. τ. veletta) – τὸ βέλο, ἡ καλύπτρα.
  • βελιὸς (ὁ), τὸ βελοῦδο.

«Τὰ μάτια τσῆ Σμυρνιᾶς βελιός, χαϊδεύουν, παιχνιδίζουν

μαγεύουν ὅποιον τὰ κοιτᾶ, τὸν ἕλκουν, μαγνητίζουν»

  • βελοσπὲτ (τὸ) – (λ. γαλλ. velocipede) – τὸ ποδήλατο.
  • βεράνι (ἐπίρρ.) – (λ. τ. viran = σαθρός) – «τὰ ἤκανε βεράνι» = τὰ ἔκανε γυαλιά-καρφιά.
  • βεργέτα (ἡ), ἡ βέρα. «άλλαξαν τσί βεργέτες τους». Βεργετης, ο χρυσοχόος ο εξειδικευμένος στις βέρες, αλλά και ο κουμπάρος.
  • βεργὶ (τὸ), τὸ μακρύ κυλινδρικό ξύλο, πού ἀνοίγουνε τὸ φύλλο (κρούστα) γλυκισμάτων.
  • βερέμης, βερεμιάρης (ὁ) – (λ. τ. veremli) – φυματικός, καχεκτικός.
  • βέρος, ο – (λ. ἰτ. vero) – ἀληθινός, πραγματικός, γνήσιος.
  • βερτζίνο (τὸ), κρασί – (λ. ἰτ. vergino = παρθενικό) ἄκρατος οἶνος.
  • βερχανὲς (ὁ) – (παραφθορὰ τοῦ τουρκ. Frenk Hane = φράγκικο σπίτι). Στοά, δίοδος.

«Τὰ μάτια σου ‘ναι κάστανα, τὰ φρύδια σου ‘ναι σκόρδα

ὁ στόμας σου εἶναι βερχανές, τ’ αὐτιά σου ‘ναι λεμόνια».

  • βεσικὰς (ὁ) – (λ. τ. vesika) – ἄδεια Ἀρχῆς, πιστοποιητικό, ταυτότης.
  • βιδελίσιο (τὸ), τὸ μοσχαρίσιο, βιδέλο δέρμα. «Ἀπὸ βιδέλο νὰ μοῦ κάνεις τὰ παπούτσια μου». – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Τα 105 είδη υποδηματων των αρχαιων Ελληνων”, ΕΔΩ.
  • βιζικάντι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vescicante) – τὸ ἔμπλαστρο, τὸ ἐκδόριο.
  • βίζιτα (ἡ καὶ τὰ) – (λ. ἰτ. visita) – ἰατρικὴ ἐπίσκεψη, καθώς καὶ κοινωνική.
  • βιλαέτι (τὸ) – (λ. ἀραβ. vilayet) – ὁ νομός.
  • βιολέττα (ἡ) – (λ. ἰτ. violetta) – ὁ μενεξές.
  • βισταλόγγα, φισταλόγγα – (λ. ἰτ.) – τὸ τηλεσκόπιο.
  • βιτσικόνσολας (ὁ) – (λ. ἰτ. viceconsole) – ὁ ὑποπρόξενος.
  • βλόγα (ἡ), ευλογία, μεταφορικῶς ὁ γάμος.

«Ὅταν ἡ νύφη τὸ γαμπρὸ στὴν βλόγα τὸν πατήσει

θὰ τσῆ περνᾶ ὁ λόγος τση κι αὐτὴ θὰ κυβερνήσει».

  • βλογιὰ (ἡ), ἡ νόσος εὐλογιά.
  • βλογῶ (ρ.), στεφανώνω.
  • βολὰ (ἡ) ἡ φορά. «Μιὰ βολὰ κι ἕναν καιρό».
  • βολὴ (ἡ), τὸ χουζούρι, ἡ συνήθεια. «Ἤχασα τὴν βολή μου».
  • βολοδέρνω (ρ.), γυρολογῶ, καταφέρνω. «Βολοδέρνεται στοὺς δρόμους» = γυρνᾶ στοὺς δρόμους. «Τὰ βολοδέρνω στὴν δουλειά μου» = τὰ καταφέρνω στὴν ἐργασία μου.
  • βολτετζάρω (ρ.) – (λ. ἰτ. volteggiare) – κάνω βόλτες, περιφέρομαι.

«Σὰν φρεγάτα βολτετζάρεις, μάτια μου ἐδῶ κι ἐκεῖ,

καὶ βασίλισσα σοῦ πρέπει νὰ σὲ κάνουν οἱ Γραικοί».

  • βορβὸς (ὁ), βολβός.
  • βουληχτὸς (ο), καναπὲς μὲ σοῦστες.
  • Βούκλας, ο ἅγιος Βουκόλος.
  • βούλλα (ἡ), ἡ σφραγίδα.
  • βουλλῶ (ρ.), βουλιάζω.
  • βουνιὰ (ἡ), ἡ κόπρος βοδιοῦ. Τὴν μεταχειριζόταν στὰ χαμάμια. Τρίβαν τὶς γυναῖκες μ’ αὐτήν, ψημένη μὲ μέλι, γιὰ νὰ μαλακώσει τὸ δέρμα τους.
  • βουράκι (τὸ), καπνιστὸ παστὸ ψάρι.
  • βουρβούλακας (ὁ), ὁ βρυκόλακας καὶ ἡ πορδή: «Ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνὰ, βουρβούλακας κατρακυλᾶ».
  • Βούτουρας, βούτερας (ὁ), τὸ βούτυρο.
  • βόχα (ἡ), κακοσμία, μπόχα.
  • βρακοζώνα (ἡ), σειρῆτι, πού δέναν τὰ βρακιά. Ὑπῆρχε στὴν Σμύρνη καὶ δρόμος μὲ τὴν ὀνομασία αὐτή: «τσῆ Βρακοζώνας τὸ σοκάκι».
  • βρακοθελειὰ (ἡ), τὸ στρηφτὸ μέρος τοῦ βρακιοῦ, ἀπ’ ὅπου περνᾶ ἡ βρακοζώνα.

«Μὴ σειέσαι, μὴ λυγίζεσαι καὶ ξέρω τὴν γενιά σου!

σαρανταπέντε κόνιδες ἔχ’ ἡ βρακοθελιά σου».

  • βρούτσα (ἡ), ἡ βούρτσα. Καὶ ρ. βρουτσίζω = βουρτσίζω. Βρουτσης, ο κατασκευαστής / πωλητής βουρτσων, και ο καθαριστής με βουρτσες.
  • βρωμούσα (ἡ), ἡ ὑδροχλωρική πότασσα. Καὶ μεταφορικώς γυναίκα κακῆς διαγωγῆς.
  • βυζόρωγα / βυζόρρωγα (ἡ), ἡ ρώγα τοῦ στήθους, η θηλη.

ΠΗΓΗ: Αναμνήσεις από την Σμύρνη, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.4.2026.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Σολομωνίδης Χρ. Σωκρ. “Σμυρναϊκό γλωσσάριο”, Αθήνα, 1962.

Σολομωνιδης Σμυρναικο γλωσσαριο Σμυρναιικο Σμυρνεικο Σμυρναιικα Σμυρνεικα σμυρνη

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Η Μύηση του Πυθαγόρα στο Άγιο Όρος της Κρήτης

Του δρ. Μηνά Τσικριτσή, ερευνητή Αγαιακών Γραφών Το «πρωτόκολλο μύησης...

45ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Αθήνα, 23-25 Απριλίου 2026

45ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης Αθήνα, 23-25...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form