Μιλάμε Σμυρνέικα
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ (Β) ΒΗΤΑ:
- βαβούλι (τὸ), τὸ μπουμπούκι, κάλυκας.
- βάγια (τὰ), οἱ δάφνες τῆς ἐκκλησιᾶς.
- Βαγιοῦ (τὸ), τῶν Βαΐων. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκακης “Τα έθιμα των Βαΐων”, ΕΔΩ.
- Βαγιοβδόμαδο (τὸ), ἡ ἑβδομάδα πού προηγεῖται τῶν Βαΐων.
- βακούφι (τὸ), (λ. τ. vakuf) κτῆμα ἀφιερωμένο σὲ φιλανθρωπικό κατάστημα.
- βαλανσιὲς (ὁ), εἶδος νταντέλλας / δαντέλλας, ἀπὸ τὴν γαλλικὴ πόλη Valenciennes, ὅπου κατασκευαζόταν.
- βαλῆς (ὁ), (λ. τ. vali) ὁ νομάρχης.
- βαντὲς (ὁ), (λ. τ. vade) προθεσμία, διορία. «Σοῦ δίνω μιὰ βδομάδα βαντὲ νὰ μὲ πληρώσεις».
- βαποράκι = τὸ σίδερο πού σιδέρωναν κι ἔβαζαν μέσα κάρβουνα ἀναμμένα.
- βαπόρι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vapore) – τὸ ἀτμόπλοιο καὶ τὸ τραῖνο. Τὰ βαποράκια ήταν μικρά πλοῖα πού ἐκτελοῦσαν συγκοινωνία μὲ τὰ παραθαλάσσια προάστια τῆς Σμύρνης.
- βαράκι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἀραβικό varak) – χρυσόχαρτο, γιὰ χρύσωση βιβλίων, ἐπιγραφῶν. Στὴν Σμύρνη στόλιζαν μὲ τὸ χρυσόχαρτο αὐτὸ τα ἀρνιὰ στὰ κρεοπωλεῖα, ἀκόμη καὶ λουλούδια > βαρακωμένα = χρυσωμένα. Βαράκης, ο κατασκευαστής / πωλητής του.
- βαρδάσα, βαρντάσα (ἡ), εἶδος μεγάλου δαμασκήνου.
- βαρελάκια (τὰ), εἶδος παιχνιδιοῦ καὶ εἶδος σβούρας.
- βαρεμένη (ἡ), ἡ ἔγκυος, επειδή έχει βάρος.
- βάρθακας (ὁ), ὁ βάτραχος.
- βάρντα – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. guarda) – πρόσεχε. Τὸ φώναζαν οἱ ἁμαξάδες στοὺς πεζούς, ἤ οἱ ἀχθοφόροι.
- βασιλὲς (ὁ), ὁ βασιλιάς.
- βασιλικά (τὰ), τά πολεμικὰ πλοῖα.
- βασιλιόπιττα (ἡ), ἡ βασιλόπιττα.
- βαφτίδια (τὰ), τὰ βαφτίσια.
- βγάλσιμο (τὸ), καὶ τὸ ἐξάρθρωμα. «Ἤπαθε τὸ χέρι του βγάλσιμο».
- βγοδώνω (ρ.), ἀπὸ τὸ εὐοδῶ, τελειώνω. «Βγόδωσε γρήγορα τὴ δουλειά σου».
- βεγγαλικὰ (τὰ), τὰ πυροτεχνήματα.
- βεγγέρα (ἡ), ἡ νυχτερινή συγκέντρωση σὲ σπίτια.
- βελέττα (ἡ) – (λ. τ. veletta) – τὸ βέλο, ἡ καλύπτρα.
- βελιὸς (ὁ), τὸ βελοῦδο.
«Τὰ μάτια τσῆ Σμυρνιᾶς βελιός, χαϊδεύουν, παιχνιδίζουν
μαγεύουν ὅποιον τὰ κοιτᾶ, τὸν ἕλκουν, μαγνητίζουν»
- βελοσπὲτ (τὸ) – (λ. γαλλ. velocipede) – τὸ ποδήλατο.
- βεράνι (ἐπίρρ.) – (λ. τ. viran = σαθρός) – «τὰ ἤκανε βεράνι» = τὰ ἔκανε γυαλιά-καρφιά.
- βεργέτα (ἡ), ἡ βέρα. «άλλαξαν τσί βεργέτες τους». Βεργετης, ο χρυσοχόος ο εξειδικευμένος στις βέρες, αλλά και ο κουμπάρος.
- βεργὶ (τὸ), τὸ μακρύ κυλινδρικό ξύλο, πού ἀνοίγουνε τὸ φύλλο (κρούστα) γλυκισμάτων.
- βερέμης, βερεμιάρης (ὁ) – (λ. τ. veremli) – φυματικός, καχεκτικός.
- βέρος, ο – (λ. ἰτ. vero) – ἀληθινός, πραγματικός, γνήσιος.
- βερτζίνο (τὸ), κρασί – (λ. ἰτ. vergino = παρθενικό) ἄκρατος οἶνος.
- βερχανὲς (ὁ) – (παραφθορὰ τοῦ τουρκ. Frenk Hane = φράγκικο σπίτι). Στοά, δίοδος.
«Τὰ μάτια σου ‘ναι κάστανα, τὰ φρύδια σου ‘ναι σκόρδα
ὁ στόμας σου εἶναι βερχανές, τ’ αὐτιά σου ‘ναι λεμόνια».
- βεσικὰς (ὁ) – (λ. τ. vesika) – ἄδεια Ἀρχῆς, πιστοποιητικό, ταυτότης.
- βιδελίσιο (τὸ), τὸ μοσχαρίσιο, βιδέλο δέρμα. «Ἀπὸ βιδέλο νὰ μοῦ κάνεις τὰ παπούτσια μου». – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Τα 105 είδη υποδηματων των αρχαιων Ελληνων”, ΕΔΩ.
- βιζικάντι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vescicante) – τὸ ἔμπλαστρο, τὸ ἐκδόριο.
- βίζιτα (ἡ καὶ τὰ) – (λ. ἰτ. visita) – ἰατρικὴ ἐπίσκεψη, καθώς καὶ κοινωνική.
- βιλαέτι (τὸ) – (λ. ἀραβ. vilayet) – ὁ νομός.
- βιολέττα (ἡ) – (λ. ἰτ. violetta) – ὁ μενεξές.
- βισταλόγγα, φισταλόγγα – (λ. ἰτ.) – τὸ τηλεσκόπιο.
- βιτσικόνσολας (ὁ) – (λ. ἰτ. viceconsole) – ὁ ὑποπρόξενος.
- βλόγα (ἡ), ευλογία, μεταφορικῶς ὁ γάμος.
«Ὅταν ἡ νύφη τὸ γαμπρὸ στὴν βλόγα τὸν πατήσει
θὰ τσῆ περνᾶ ὁ λόγος τση κι αὐτὴ θὰ κυβερνήσει».
- βλογιὰ (ἡ), ἡ νόσος εὐλογιά.
- βλογῶ (ρ.), στεφανώνω.
- βολὰ (ἡ) ἡ φορά. «Μιὰ βολὰ κι ἕναν καιρό».
- βολὴ (ἡ), τὸ χουζούρι, ἡ συνήθεια. «Ἤχασα τὴν βολή μου».
- βολοδέρνω (ρ.), γυρολογῶ, καταφέρνω. «Βολοδέρνεται στοὺς δρόμους» = γυρνᾶ στοὺς δρόμους. «Τὰ βολοδέρνω στὴν δουλειά μου» = τὰ καταφέρνω στὴν ἐργασία μου.
- βολτετζάρω (ρ.) – (λ. ἰτ. volteggiare) – κάνω βόλτες, περιφέρομαι.
«Σὰν φρεγάτα βολτετζάρεις, μάτια μου ἐδῶ κι ἐκεῖ,
καὶ βασίλισσα σοῦ πρέπει νὰ σὲ κάνουν οἱ Γραικοί».
- βορβὸς (ὁ), βολβός.
- βουληχτὸς (ο), καναπὲς μὲ σοῦστες.
- Βούκλας, ο ἅγιος Βουκόλος.
- βούλλα (ἡ), ἡ σφραγίδα.
- βουλλῶ (ρ.), βουλιάζω.
- βουνιὰ (ἡ), ἡ κόπρος βοδιοῦ. Τὴν μεταχειριζόταν στὰ χαμάμια. Τρίβαν τὶς γυναῖκες μ’ αὐτήν, ψημένη μὲ μέλι, γιὰ νὰ μαλακώσει τὸ δέρμα τους.
- βουράκι (τὸ), καπνιστὸ παστὸ ψάρι.
- βουρβούλακας (ὁ), ὁ βρυκόλακας καὶ ἡ πορδή: «Ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνὰ, βουρβούλακας κατρακυλᾶ».
- Βούτουρας, βούτερας (ὁ), τὸ βούτυρο.
- βόχα (ἡ), κακοσμία, μπόχα.
- βρακοζώνα (ἡ), σειρῆτι, πού δέναν τὰ βρακιά. Ὑπῆρχε στὴν Σμύρνη καὶ δρόμος μὲ τὴν ὀνομασία αὐτή: «τσῆ Βρακοζώνας τὸ σοκάκι».
- βρακοθελειὰ (ἡ), τὸ στρηφτὸ μέρος τοῦ βρακιοῦ, ἀπ’ ὅπου περνᾶ ἡ βρακοζώνα.
«Μὴ σειέσαι, μὴ λυγίζεσαι καὶ ξέρω τὴν γενιά σου!
σαρανταπέντε κόνιδες ἔχ’ ἡ βρακοθελιά σου».
- βρούτσα (ἡ), ἡ βούρτσα. Καὶ ρ. βρουτσίζω = βουρτσίζω. Βρουτσης, ο κατασκευαστής / πωλητής βουρτσων, και ο καθαριστής με βουρτσες.
- βρωμούσα (ἡ), ἡ ὑδροχλωρική πότασσα. Καὶ μεταφορικώς γυναίκα κακῆς διαγωγῆς.
- βυζόρωγα / βυζόρρωγα (ἡ), ἡ ρώγα τοῦ στήθους, η θηλη.
ΠΗΓΗ: Αναμνήσεις από την Σμύρνη, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.4.2026.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Σολομωνίδης Χρ. Σωκρ. “Σμυρναϊκό γλωσσάριο”, Αθήνα, 1962.
Σολομωνιδης Σμυρναικο γλωσσαριο Σμυρναιικο Σμυρνεικο Σμυρναιικα Σμυρνεικα σμυρνη
