Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

16.1 C
Athens
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026

Λεξικό Σμυρνέικων

Μιλάμε Σμυρνέικα

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ (Β) ΒΗΤΑ:

  • βαβούλι (τὸ), τὸ μπουμπούκι, κάλυκας.
  • βάγια (τὰ), οἱ δάφνες τῆς ἐκκλησιᾶς.
  • Βαγιοῦ (τὸ), τῶν Βαΐων. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκακης “Τα έθιμα των Βαΐων”, ΕΔΩ.
  • Βαγιοβδόμαδο (τὸ), ἡ ἑβδομάδα πού προηγεῖται τῶν Βαΐων.
  • βακούφι (τὸ), (λ. τ. vakuf) κτῆμα ἀφιερωμένο σὲ φιλανθρωπικό κατάστημα.
  • βαλανσιὲς (ὁ), εἶδος νταντέλλας / δαντέλλας, ἀπὸ τὴν γαλλικὴ πόλη Valenciennes, ὅπου κατασκευαζόταν.
  • βαλῆς (ὁ), (λ. τ. vali) ὁ νομάρχης.
  • βαντὲς (ὁ), (λ. τ. vade) προθεσμία, διορία. «Σοῦ δίνω μιὰ βδομάδα βαντὲ νὰ μὲ πληρώσεις».
  • βαποράκι = τὸ σίδερο πού σιδέρωναν κι ἔβαζαν μέσα κάρβουνα ἀναμμένα.
  • βαπόρι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vapore) – τὸ ἀτμόπλοιο καὶ τὸ τραῖνο. Τὰ βαποράκια ήταν μικρά πλοῖα πού ἐκτελοῦσαν συγκοινωνία μὲ τὰ παραθαλάσσια προάστια τῆς Σμύρνης.
  • βαράκι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἀραβικό varak) – χρυσόχαρτο, γιὰ χρύσωση βιβλίων, ἐπιγραφῶν. Στὴν Σμύρνη στόλιζαν μὲ τὸ χρυσόχαρτο αὐτὸ τα ἀρνιὰ στὰ κρεοπωλεῖα, ἀκόμη καὶ λουλούδια > βαρακωμένα = χρυσωμένα. Βαράκης, ο κατασκευαστής / πωλητής του.
  • βαρδάσα, βαρντάσα (ἡ), εἶδος μεγάλου δαμασκήνου.
  • βαρελάκια (τὰ), εἶδος παιχνιδιοῦ καὶ εἶδος σβούρας.
  • βαρεμένη (ἡ), ἡ ἔγκυος, επειδή έχει βάρος.
  • βάρθακας (ὁ), ὁ βάτραχος.
  • βάρντα – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. guarda) – πρόσεχε. Τὸ φώναζαν οἱ ἁμαξάδες στοὺς πεζούς, ἤ οἱ ἀχθοφόροι.
  • βασιλὲς (ὁ), ὁ βασιλιάς.
  • βασιλικά (τὰ), τά πολεμικὰ πλοῖα.
  • βασιλιόπιττα (ἡ), ἡ βασιλόπιττα.
  • βαφτίδια (τὰ), τὰ βαφτίσια.
  • βγάλσιμο (τὸ), καὶ τὸ ἐξάρθρωμα. «Ἤπαθε τὸ χέρι του βγάλσιμο».
  • βγοδώνω (ρ.), ἀπὸ τὸ εὐοδῶ, τελειώνω. «Βγόδωσε γρήγορα τὴ δουλειά σου».
  • βεγγαλικὰ (τὰ), τὰ πυροτεχνήματα.
  • βεγγέρα (ἡ), ἡ νυχτερινή συγκέντρωση σὲ σπίτια.
  • βελέττα (ἡ) – (λ. τ. veletta) – τὸ βέλο, ἡ καλύπτρα.
  • βελιὸς (ὁ), τὸ βελοῦδο.

«Τὰ μάτια τσῆ Σμυρνιᾶς βελιός, χαϊδεύουν, παιχνιδίζουν

μαγεύουν ὅποιον τὰ κοιτᾶ, τὸν ἕλκουν, μαγνητίζουν»

  • βελοσπὲτ (τὸ) – (λ. γαλλ. velocipede) – τὸ ποδήλατο.
  • βεράνι (ἐπίρρ.) – (λ. τ. viran = σαθρός) – «τὰ ἤκανε βεράνι» = τὰ ἔκανε γυαλιά-καρφιά.
  • βεργέτα (ἡ), ἡ βέρα. «άλλαξαν τσί βεργέτες τους». Βεργετης, ο χρυσοχόος ο εξειδικευμένος στις βέρες, αλλά και ο κουμπάρος.
  • βεργὶ (τὸ), τὸ μακρύ κυλινδρικό ξύλο, πού ἀνοίγουνε τὸ φύλλο (κρούστα) γλυκισμάτων.
  • βερέμης, βερεμιάρης (ὁ) – (λ. τ. veremli) – φυματικός, καχεκτικός.
  • βέρος, ο – (λ. ἰτ. vero) – ἀληθινός, πραγματικός, γνήσιος.
  • βερτζίνο (τὸ), κρασί – (λ. ἰτ. vergino = παρθενικό) ἄκρατος οἶνος.
  • βερχανὲς (ὁ) – (παραφθορὰ τοῦ τουρκ. Frenk Hane = φράγκικο σπίτι). Στοά, δίοδος.

«Τὰ μάτια σου ‘ναι κάστανα, τὰ φρύδια σου ‘ναι σκόρδα

ὁ στόμας σου εἶναι βερχανές, τ’ αὐτιά σου ‘ναι λεμόνια».

  • βεσικὰς (ὁ) – (λ. τ. vesika) – ἄδεια Ἀρχῆς, πιστοποιητικό, ταυτότης.
  • βιδελίσιο (τὸ), τὸ μοσχαρίσιο, βιδέλο δέρμα. «Ἀπὸ βιδέλο νὰ μοῦ κάνεις τὰ παπούτσια μου». – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Τα 105 είδη υποδηματων των αρχαιων Ελληνων”, ΕΔΩ.
  • βιζικάντι (τὸ) – (ἀπὸ τὸ ἰταλ. vescicante) – τὸ ἔμπλαστρο, τὸ ἐκδόριο.
  • βίζιτα (ἡ καὶ τὰ) – (λ. ἰτ. visita) – ἰατρικὴ ἐπίσκεψη, καθώς καὶ κοινωνική.
  • βιλαέτι (τὸ) – (λ. ἀραβ. vilayet) – ὁ νομός.
  • βιολέττα (ἡ) – (λ. ἰτ. violetta) – ὁ μενεξές.
  • βισταλόγγα, φισταλόγγα – (λ. ἰτ.) – τὸ τηλεσκόπιο.
  • βιτσικόνσολας (ὁ) – (λ. ἰτ. viceconsole) – ὁ ὑποπρόξενος.
  • βλόγα (ἡ), ευλογία, μεταφορικῶς ὁ γάμος.

«Ὅταν ἡ νύφη τὸ γαμπρὸ στὴν βλόγα τὸν πατήσει

θὰ τσῆ περνᾶ ὁ λόγος τση κι αὐτὴ θὰ κυβερνήσει».

  • βλογιὰ (ἡ), ἡ νόσος εὐλογιά.
  • βλογῶ (ρ.), στεφανώνω.
  • βολὰ (ἡ) ἡ φορά. «Μιὰ βολὰ κι ἕναν καιρό».
  • βολὴ (ἡ), τὸ χουζούρι, ἡ συνήθεια. «Ἤχασα τὴν βολή μου».
  • βολοδέρνω (ρ.), γυρολογῶ, καταφέρνω. «Βολοδέρνεται στοὺς δρόμους» = γυρνᾶ στοὺς δρόμους. «Τὰ βολοδέρνω στὴν δουλειά μου» = τὰ καταφέρνω στὴν ἐργασία μου.
  • βολτετζάρω (ρ.) – (λ. ἰτ. volteggiare) – κάνω βόλτες, περιφέρομαι.

«Σὰν φρεγάτα βολτετζάρεις, μάτια μου ἐδῶ κι ἐκεῖ,

καὶ βασίλισσα σοῦ πρέπει νὰ σὲ κάνουν οἱ Γραικοί».

  • βορβὸς (ὁ), βολβός.
  • βουληχτὸς (ο), καναπὲς μὲ σοῦστες.
  • Βούκλας, ο ἅγιος Βουκόλος.
  • βούλλα (ἡ), ἡ σφραγίδα.
  • βουλλῶ (ρ.), βουλιάζω.
  • βουνιὰ (ἡ), ἡ κόπρος βοδιοῦ. Τὴν μεταχειριζόταν στὰ χαμάμια. Τρίβαν τὶς γυναῖκες μ’ αὐτήν, ψημένη μὲ μέλι, γιὰ νὰ μαλακώσει τὸ δέρμα τους.
  • βουράκι (τὸ), καπνιστὸ παστὸ ψάρι.
  • βουρβούλακας (ὁ), ὁ βρυκόλακας καὶ ἡ πορδή: «Ἀνάμεσα στὰ δυὸ βουνὰ, βουρβούλακας κατρακυλᾶ».
  • Βούτουρας, βούτερας (ὁ), τὸ βούτυρο.
  • βόχα (ἡ), κακοσμία, μπόχα.
  • βρακοζώνα (ἡ), σειρῆτι, πού δέναν τὰ βρακιά. Ὑπῆρχε στὴν Σμύρνη καὶ δρόμος μὲ τὴν ὀνομασία αὐτή: «τσῆ Βρακοζώνας τὸ σοκάκι».
  • βρακοθελειὰ (ἡ), τὸ στρηφτὸ μέρος τοῦ βρακιοῦ, ἀπ’ ὅπου περνᾶ ἡ βρακοζώνα.

«Μὴ σειέσαι, μὴ λυγίζεσαι καὶ ξέρω τὴν γενιά σου!

σαρανταπέντε κόνιδες ἔχ’ ἡ βρακοθελιά σου».

  • βρούτσα (ἡ), ἡ βούρτσα. Καὶ ρ. βρουτσίζω = βουρτσίζω. Βρουτσης, ο κατασκευαστής / πωλητής βουρτσων, και ο καθαριστής με βουρτσες.
  • βρωμούσα (ἡ), ἡ ὑδροχλωρική πότασσα. Καὶ μεταφορικώς γυναίκα κακῆς διαγωγῆς.
  • βυζόρωγα / βυζόρρωγα (ἡ), ἡ ρώγα τοῦ στήθους, η θηλη.

ΠΗΓΗ: Αναμνήσεις από την Σμύρνη, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.4.2026.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Σολομωνίδης Χρ. Σωκρ. “Σμυρναϊκό γλωσσάριο”, Αθήνα, 1962.

Σολομωνιδης Σμυρναικο γλωσσαριο Σμυρναιικο Σμυρνεικο Σμυρναιικα Σμυρνεικα σμυρνη

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form