Η «αγγλική» λέξη pork (χοιρινό) είναι αρχαία ελληνική! – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη

Στα αρχαία ελληνικά κείμενα συναντάμε την λέξη πόρκος (ὁ), που σημαίνει «εἶδος ἁλιευτικοῦ δικτύου»[1]. Το διχτυ ελέγετο και κύρτος (γιατί όταν γέμιζε με ψάρια, κύρτωνε) και βρόχος. Σχετικός ο θαλάσσιος δαίμων Φόρκυς.

Όταν, λοιπόν, ο πόρκος / κύρτος γέμιζε με ψάρια, κύρτωνε έμοιαζε με την κοιλιά ενός χοίρου, κι έτσι προέκυψε στην λατινική η λέξη porcus, να σημαίνει χοίρος.[2]

Greek text asserts the English word 'pork' is ancient Greek, with a small pig figurine and a museum label at the bottom.

Στην ελληνική υπάρχουν επίσης και οι λέξεις:

  • πορκεύς = αυτός που αλιεύει με πόρκο – ὁ τῷ δικτύῳ τῷ καλουμένῳ πόρκῳ ἁλιεύων – Λυκόφρ. 237, 596, 1217. Παγκράτης παρ’ Ἀθην. 321Ε.
  • πορκώδης (= σαν πόρκος, χοίρος) – Ευστάθ.
  • Και η έκφρασις «πόρκα έλαφος» (ελαφίνα έγκυος, με κοιλιά σαν του χοίρου).

Ο αρχαιος ελληνικός πόρκος, λοιπόν, έδωσε σχετικές λέξεις σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου:

  • Λατ. porcinus > παλαιά γαλλική λέξη porcus, γαλλ. porc, αγγλ. pork[*] = χοιρινό, porky = χοιροειδής, κλπ. πορτογ. porquinho, κλπ.
  • σανσκρ. prishat,
  • ομβρ. purka,
  • λιθ. parszas,
  • σλαυ. prase,
  • αρμ. ors = κυνήγι, λεία, κλπ.

Και επειδή π – β – φ:

  • αγγλο-σαξ. fœrh / farrow,
  • γερμ. αρχ. farah / ferkel.

[*] Οι Άγγλοι λένε ότι πήραν την λέξη από την παλαιά γαλλική λέξη porcus (= γουρούνι, χοίρος, αγριογούρουνο), η οποία κατάγεται από την λατινική λέξη porcus (= γουρούνι, ήμερος χοίρος). Η αγγλική λέξη pork απαντάται περίπου από το 1400 μ.Χ.! Το pork barrel (βαρέλι στο οποίο φυλάσσεται το χοιρινό) αναφέρεται από το 1801. Και η «χοιρινή μπριζόλα» / Pork chop από το 1858. Η λέξη «χοιρινή πίττα» /Pork pie (πίττα από ζύμη και κιμά χοιρινού) από το 1732. Το «καπέλο σαν χοιρινή πίττα» /pork-pie hat (από το 1855) περιέγραφε αρχικά ένα γυναικείο στυλ, δημοφιλές το 1855 – 1865 (αλλά φοριόταν και από άνδρες). Διακρινόταν από ένα γείσο που γυριζόταν γύρω από το χαμηλό στέμμα, ένα σχήμα που έμοιαζε με χοιρινή πίττα. – ΠΗΓΗ.

Orange silhouettes of a large horned ram and a small goat facing each other on a black background.

Από αρχαίο ελληνικό αγγείο…

Στα αρχαία ελληνικά:

  • αυτό που λέμε σήμερα χοίρος / γουρούνι, ελέγετο ὗς (ὗν, ὗα Συλλ. Ἐπιγρ. 2360. 8), > γεν. ὑὸς ἢ σῦς, σῦν (> γεν. συός). Ο Ὅμηρος προτιμᾷ τὸν τύπον σῦς. Ο Ηροδοτος και οι Αττικοί, ὗς. > πληθ. ὕες, σύες > λατιν. sus, γοτθ. svein, αγγλο-σαξον. swin, αρχ. γερμ. su (sau, sow > schwein), σλαυ. svinja· rvs. svinina, σανσκρ. κλπ. – ἕτεροι σχετίζουσι τὴν λέξιν πρὸς τὸ σεύομαι, θύω / σύω. Άρα ζώο προς θυσία.
  • ἄγριος χοῖρος ελέγετο κάπρος.
  • χοῖρος ελέγετο αυτό που σήμερα λέμε γουρουνόπουλο, το οποίο προσφέρεται ὡς μικροτάτῃ θυσία.”γαλαθηνὸν τέθυκε τὸν χοῖρον”. Λέγεται και “ἐπὶ τοῦ γυναικείου αἰδοίου, συχνάκις παρὰ τοῖς κωμικοῖς ποιηταῖς, οἵτινες συνεχῶς παίζουσι μὲ τὴν λέξιν καὶ τὰ σύνθετα αὐτῆς” (Ἀριστοφ. Ἀρ. 774) – και σήμερα “γουρούνα”! – λέγεται ὅτι ἡ χρῆσις αὕτη ἦτο τῶν Κορινθίων – Λεξ. ΣΟΥΔΑΣ. Αλλά έτσι ελέγετο και ἰχθύς τοῦ ποταμοῦ Νείλου (Στράβ. 823, Ἀθήν. 312Α, Γεωπ.). – ΠΗΓΗ: Ομ. Ὀδ. ξ,73. Ἡρόδ. 2.48. Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. Ἀριστοφ. Ἀχ. 781. Ἱππῶναξ 3Ι. Σοφ. Ἀποσπ. 217. Ἀριστοφ. Ἀχ. 764. Πλάτ. Πολ. 378Α. Ξεν. Ἀν. 7.8,5. Δημ. 1269.10. Ἡνίοχος ἐν «Πολυεύκτῳ» 1.
  • Το δε γουρούνι ετυμολογειται από την επίσης αρχαία ελληνική λέξη γρώνα > πληθ. γρωνάδες = θηλυκό γουρούνι – ΠΗΓΗ: Ησύχ. > Μεταγενέστερο: γουρούνιον και γουρούνιν. Από την χαρακτηριτσική κοιλιά της γρώνας, προέκυψε όνομα για την γούρνα, κλπ.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Λεξικο παταδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2004.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Stallb. εἰς Πλάτ. Σοφιστ. 220C. Ἀντιφάνης ἐν «Κιθαρῳδῷ» 3. Δίφιλος ἐν «Σχεδίῳ» 1. Πλούτ. 2.730C.

[2] «κάπρους μὲν τὰς αἶγας, πόρκους δὲ τοὺς χοίρους ὀνομάζοντες», Πλουτ. Ποπλ. 11. Varro L. L. σ. 38 Müller.

αγγλικη λεξη pork χοιρινο κρεας αρχαια ελληνικα Λεκακης αγγλικες λεξεις αρχαιες ελληνικες κειμενα πορκος ειδος αλιευτικο δικτυο διχτυ αλιεια κυρτος ψαρια, κυρτωνω βροχος αρχαιος θαλασσιος δαιμων Φορκυς δαιμονας κιουρτος ψαρι κοιλια χοιρου, λατινικη ελληνικη πορκευς πορκεας ελιευων – Λυκοφρων Παγκρατης αθηναιος πορκωδης χοιρος ευσταθιος εκφρασις εκφραση πορκα ελαφος ελαφινα εγκυος, γλωσσα λατινικα αγγλικα χοιροειδης, γαλλικα πορτογαλικα σανσκριτικα λιθουανικα σλαυικα σλαβικα αρμαενικα κυνηγι, λεια, αγγλοσαξονικα γερμανικα υς υν, υα Συλλογη επιγραφη  υος συς, συν συος ομηρος Ηροδοτος αττικοι υες, συες γοτθικα σαξονικα ρωσικα λεξις σευομαι, θυω / συω ζωο θυσια αγριος αγριοχοιρος καπρος ετυμολογια γουρουνι γρωνα γρωναδες θηλυκο γουρουνα Ησυχιος γουρουνιον γουρουνιο γουρουνιν ονομα γουρνα, Πλατων αντιφανης Κιθαρωδια διφιλος Πλουταρχος Πλατωνας αιγα πορκοι χοιροι ονομα βαρρος αγγλοι παλαια γαλλικη ημερος 15ος 1400 μΧ βαρελι 19ος 1801 χοιρινη μπριζολα 1858 χοιρινη πιττα ζυμη κιμας χοιρινου χοιρινος κρεατοπιττα κρεατοπιτα 18ος 1732 καπελλο καπελο πιτα 1855 γυναικα γυναικειο στυλ, ανδρας γεισο στεμμα γουρουνοπουλο, γουρουνοπουλα μικροτατῃ θυσια γαλα γαλαθηνος γυναικειο αιδοιο αιδοιον κωμικοι ποιητες, λεξις συνθετα αριστοφανης χρηση Κορινθιοι κορινθια κορινθος Λεξικο ΣΟΥΔΑΣ ιχθυς ψαρι ποταμος Νειλος Στραβων αθηναιος Ομηρου οδυσσεια ηροδοτος αισχυλος αποσπασμα αριστοφανης ιππωναξ Σοφοκλης Πλατων Ξενοφων ηνιοχος γουρουνα

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Σίβυλλες, οι ευαίσθητες γυναικείες διαισθητικές φύσεις, τα χαρισματικά διάμεσα – των Στ. Μητρόπουλου, Γ. Λεκάκη

Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γιώργος Λεκάκης Οι Σίβυλλες, γυναίκες ευαίσθητες,...

Αθήναιου Ναυκρατίτη «Δειπνοσοφισταί» (Σύνοψις) – Βιβλίον α΄

Αθήναιου Ναυκρατίτη «Δειπνοσοφισταί» (Σύνοψις) - Βιβλίον α΄Ἀθήναιος μὲν...