Με τίτλο «Το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, η Ανώνυμη Εταιρεία του ΟΔΑΠ, η διαχείριση των μνημείων και το δημόσιο συμφέρον – ΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΒΑΛΕΙ ΧΕΡΙ ΣΤΑ ΕΣΟΔΑ ΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ; – Από την προστασία των αρχαιοτήτων στη λεηλασία των εσόδων τους», η ανακοίνωση του Συλλόγου Ελλήνων αρχαιολόγων, αναφέρει ότι:
Η μέριμνα του ελληνικού κράτους να ανακατευθύνει τα έσοδα των μνημείων στην προστασία των μνημείων ανάγεται στο 1910, μαζί με την ίδρυση της «Αρχαιολογικής Υπηρεσίας» και του «Αρχαιολογικού Συμβουλίου» στο Υπουργείο Παιδείας (ΦΕΚ 178/Α/1910). Στις 31 Μαρτίου 1910 νόμος όρισε την ίδρυση Ειδικού Αρχαιολογικού Ταμείου «προς συντήρησιν, διάσωσιν, ανεύρεσιν και εποπτείαν των εν Ελλάδι αρχαιοτήτων και διά λοιπάς ανάγκας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας» (ΦΕΚ 178/Α/1910). Στα έσοδά του συγκαταλέγονται τα «τα εκ της πωλήσεως των εκμαγείων εισπραττόμενα ποσά», καθώς τα ακριβή αντίγραφα έργων αρχαίας τέχνης που κατασκευάζονταν από την ίδια την Υπηρεσία, επίσης έχουν ιστορία που υπερβαίνει τον αιώνα.
Το 1929 δημιουργήθηκε το «Ταμείον Απαλλοτριώσεων Αρχαιολογικών Χώρων» (ΦΕΚ 240/Α/1929), για να καλύψει την ανάγκη απαλλοτρίωσης ιδιωτικών περιουσιών το διάστημα των μεγάλων ανασκαφών που διαμόρφωσαν τους σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και έστρεψαν το ενδιαφέρον διεθνώς στην Ελλάδα.
Το 1939 ιδρύθηκε η «Υπηρεσία Διαχειρίσεως Αρχαιολογικών Πόρων» (ΥΔΑΠ) για να διαχειρίζεται τα έσοδα από εισιτήρια, πώληση εκμαγείων, δελταρίων, φωτογραφιών, εκδόσεων, αλλά και τα τέλη κινηματογράφησης μουσείων και αρχαιολογικών χώρων. Επίσης, «ἡ ἐκμίσθωσις ἀρχαίων θεάτρων καὶ ἀρχαιολογικῶν χώρων εἰς ἰδιώτας πρὸς ἐκτέλεσιν συναυλιῶν, διαλέξεων, παραστάσεων καὶ παντὸς εἴδους ἐπιδείξεων». Βεβαίως, μιλάμε για το 1939, πολύ πριν τις διεθνείς χάρτες που όρισαν την έννοια της προστασίας των αρχαιολογικών χώρων. Η τότε ΥΔΑΠ δεν είχε και τόσο καλή εξέλιξη, καθώς υπήρξαν υπόνοιες κακοδιαχείρισης.
Το 1961, στο πλαίσιο της συνολικής αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού του κράτους, τα δύο ξεχωριστά Ταμεία ενοποιήθηκαν και ιδρύθηκε το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠ) με το ΦΕΚ 131/Α/1961.
Έχει σημασία να κατανοηθούν οι σκοποί της ίδρυσής του. Τα έσοδα του ΤΑΠ, που ήταν έσοδα των μνημείων (προέρχονταν από εισιτήρια, πωλητέα είδη, εκμαγεία, εκδόσεις, κινηματογραφήσεις και φωτογραφήσεις κ.ά.) κατευθύνονταν για τις ανάγκες των μνημείων, των μουσείων, των απαλλοτριώσεων και της αρχαιολογικής έρευνας.
«Τὸ Ταμεῖον ᾿Αρχαιολογικῶν Πόρων καὶ ᾿Ἀπαλλοτριώσεων εἰσπράττει, διαχειρίζεται καὶ διαθέτει τοὺς ἐν γένει ἀρχαιολογικοὺς πόρους διὰ τοὺς ἀκολούθους σκοπούς:
- α) Πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ ἐξαγορὰν ἰδιωτικῶν κτημάτων διὰ τὴν διενέργειαν ἀνασκαφῶν καὶ βελτίωσιν τῶν μνημείων καὶ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὰ χώρου.
- β) Πρὸς ἐξωραϊσμόν, διασφάλισιν, συντήρησιν καὶ διαμόρφωσιν χώρων καὶ μνημείων, μετὰ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὰ χώρου.
- γ) Πρὸς ἐπισκευὴν μουσειακῶν κτηρίων ἢ τὴν κατασκευὴν μικρῶν κτηρίων πρὸς στέγασιν ἀρχαιολογικῶν συλλογῶν ἢ ἐκμίσθωσιν οἰκημάτων διὰ τὴν στέγασιν ἀρχαιολογικῶν ὑπηρεσιῶν.
- δ) Πρὸς ὑποβοήθησιν διὰ παντὸς μέσου τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν ἀσχολουμένων μὲτὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ μνημεῖα ἐν γένει.
- ε) Πρὸς ἔκδοσιν καὶ διάθεσιν ἐντύπων ἐπιστημονικοῦ ἢ ἐκλαϊκευτικοῦ περιεχομένου.
- στ) Πρὸς δημιουργίαν ἐργαστηρίου ἐκμαγείων καὶ ἄσκησιν ἐποπτείας ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων ἢ καλλιτεχνῶν, τῶν ἐπιδιδομένων εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ πώλησιν παντὸς εἴδους ἐκμαγείων, γαλβανοπλαστικῶν πανομοιοτύπων, ζωγραφικῶν ἢ ἰχνογραφικῶν ἀντιγράφων καὶ ἐν γένει παντὸς ἀπομιμήματος ἢ ἀπεικονίσεως ἔργων τέχνης τῆς ἀρχαιότητος.»
Η διοίκησή του αντιστοιχούσε σε αυτούς τους σκοπούς. Το 7μελές ΔΣ είχε την εξής σύνθεση: Ως πρόεδρο έναν Αρεοπαγίτη. Ως μέλος και εισηγητή τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Αρχαιοτήτων. Ως μέλη έναν καθηγητή αρχαιολογίας, έναν ανώτερο υπάλληλο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γενική Διεύθυνση Δημοσίου Λογιστικού), τον Διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τον Έφορο Ακροπόλεως και έναν καθηγητή της Αρχιτεκτονικής. Η σύνθεση του ΔΣ αντικατοπτρίζει τόσο την ανάγκη να μην υπάρξει κακοδιαχείριση, όσο και τον σκοπό του ΤΑΠ, να συμβάλλει στην ανακατανομή των αρχαιολογικών πόρων για τις ανάγκες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Κατά την διάρκεια της Χούντας, οι πόροι του ΤΑΠ κυριολεκτικά λεηλατήθηκαν από τις Διοικήσεις που τοποθέτησαν οι Συνταγματάρχες.
Στην Μεταπολίτευση το ΤΑΠ αναδιοργανώθηκε και απέκτησε Οργανισμό (Ν. 736/1977 «Περὶ Ὀργανισμοῦ Ταμείου ᾿Αρχαιολογικῶν Πόρων καὶ Απαλλοτριώσεων», ΦΕΚ 316/Α/1977). Με τον Οργανισμό αυτό ξεκίνησε η άνθηση του ΤΑΠ και η αύξηση των πόρων του, που τους διέθετε για βασικά έργα αρχαιολογικών χώρων και μνημείων (περιφράξεις, σημάνσεις, έργα εξυπηρέτησης κοινού, πωλητήρια, αναψυκτήρια όπως και απαλλοτριώσεις), ενώ σημαντικό τμήμα της λειτουργίας του αποτελούσαν τα εκμαγεία και τα αντικείμενα που ήταν εμπνευσμένα από την πολιτιστική κληρονομιά, καθώς και τα βιβλία. Οι πολύ καλές εκδόσεις και οι οδηγοί του ΤΑΠ, επιστημονικά άρτιοι και με δική τους φυσιογνωμία, συμπληρώθηκαν από πολλές εκδόσεις για το ευρύ κοινό, όπως εκπαιδευτικά παιχνίδια με θέματα της αρχαιότητας, αντίγραφα για εταιρικά δώρα κλπ.
Το 2004 υπήρξε ξανά η πρόθεση να παρακαμφθεί το ΤΑΠ και μέρος των λειτουργιών του (το προσοδοφόρο τμήμα αυτών) να ανατεθεί σε ένα ΝΠΙΔ με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας. Πρόκειται για τον Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού (ΟΠΕΠ Α.Ε.), που είχε ιδρυθεί το 1997 (Ν. 2557/1997) με σκοπό την διοργάνωση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Παρότι η ημερομηνία λήξης της αποστολής του ήταν το 2004, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποφασίστηκε ο ΟΠΕΠ Α.Ε. να συνεχίσει να λειτουργεί ως Οργανισμός που θα αναλάμβανε να «αυξήσει τα έσοδα» από τη διαχείριση των προϊόντων πολιτισμού.
Τελικά, ανέλαβε από το ΤΑΠΑ τα πωλητήρια στους πλέον προβεβλημένους αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία της χώρας, ανέλαβε την εκχώρηση της παραγωγής μουσειακών αντιγράφων σε ιδιωτικές εταιρίες, υπέγραψε μια σκανδαλώδη σύμβαση με τη Siemens για την εγκατάσταση 4.500 «φορητών ξεναγών» σε 15 αρχαιολογικούς χώρους (που δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ενώ πληρώθηκαν 4 εκατομμύρια ευρώ ως προκαταβολή), προσέλαβε προσωπικό εκτός ΑΣΕΠ (το 2009, παραμονές των εθνικών εκλογών, με το έλλειμμα του ΟΠΕΠ να ανέρχεται ήδη σε 14 εκατ. ευρώ, ο Οργανισμός είχε προσλάβει 140 άτομα με το αιτιολογικό ότι ήταν απαραίτητα για τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης!). Τελικά, ο Οργανισμός που παρουσιαζόταν ως «ευέλικτος οργανισμός» που θα έφερνε «έσοδα» στο ΤΑΠ, όχι μόνο δεν έφερε έσοδα αλλά θεσμοθετήθηκε η επιχορήγησή του από το ΤΑΠΑ (από τα έσοδα των μνημείων!), και τελικά έφτασε να έχει έλλειμμα 14 εκ. ευρώ.
Ο προβληματικός δημόσιος ΟΠΕΠ βρέθηκε το 2010 στην κορυφή της λίστας των υπό κατάργηση ή συγχώνευση φορέων του Δημοσίου και τελικά έκλεισε. Το Δημόσιο είχε ζημιωθεί από την λειτουργία του, το ΤΑΠ είχε ζημιωθεί από την λειτουργία του και αυτό που έμεινε ήταν αναθέσεις σε «ημέτερους», προσλήψεις με ρουσφετολογικό χρώμα και μια… εκκαθάριση που ξεκίνησε το 2010 και ουδείς έχει ενημερωθεί αν έχει ολοκληρωθεί και με ποια αποτελέσματα.
Το ΤΑΠ, ως ΝΠΔΔ, υπέστη «κούρεμα» στο μισό των αποθεματικών του λόγω του PSI το 2012, στη μνημονιακή περίοδο, και βέβαια ξεκίνησε να υποφέρει από υποστελέχωση όπως και όλες οι υπηρεσίες του Δημοσίου. Επιπλέον, νομοθετήθηκε το 40% των ετήσιων εσόδων του να κατατίθενται στον κρατικό προϋπολογισμό. Παρ’ όλ’ αυτά, κατάφερε να ορθοποδήσει, τα έσοδά του επανήλθαν και χρησιμοποιούνταν για τις απαλλοτριώσεις, τις ανάγκες των μνημείων και της επιστήμης. Το brandname που είχε δημιουργηθεί, άλλωστε, ήταν πολύ ισχυρό στο κοινό τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού.
Το 2020, με τον νόμο 4761, το ΤΑΠ αντικαταστάθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ). Ήδη από τότε ήταν εμφανής ο στόχος του αναπροσανατολισμού του σκοπού του, όπως και του τρόπου διοίκησής του. Παρότι τα έσοδα του ΟΔΑΠ δεν είναι δικά του έσοδα, αλλά έσοδα των μνημείων, των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων, τα οποία προστατεύει, διαχειρίζεται και λειτουργεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία, από το 2020 και μετά το ΔΣ του ΟΔΑΠ δεν αποτελείται από επιστήμονες, ούτε συνδέεται με την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Από την ισχύ του Ν. 4761, ο ΟΔΑΠ σταμάτησε να επιστρέφει χρήματα στα μνημεία, τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους, παρότι η μέριμνα για αυτά περιλαμβανόταν στους σκοπούς του. Ήδη η έμφαση δινόταν στην εμπορευματοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, με αποκορύφωμα το κρητικό γλέντι στον τόπο μαρτυρίου, τη Σπιναλόγκα, που διοργάνωσε το ΑΤΠΑΠ του ΟΔΑΠ, χωρίς καμία απόφαση αρμόδιας Εφορείας του ΥΠΠΟ, και για το οποίο υπήρξε πάνδημη κατακραυγή. Σημαντικότερο πλήγμα ήταν η υπέρογκη αύξηση των εισιτηρίων και η κατάργηση των εκπτώσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα την μείωση της προσέλευσης κυρίως των Ελλήνων πολιτών στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία της χώρας τους, οι «πριβέ ώρες» και τα «γεύματα» στα μνημεία.
Παρ’ ότι το Οργανόγραμμα που η ίδια κυβέρνηση ψήφισε προέβλεπε 300 οργανικές θέσεις στον ΟΔΑΠ, ουδέποτε αυτές καλύφθηκαν. Προτιμήθηκαν οι απ’ ευθείας αναθέσεις σε ιδιωτικές εταιρείες (ακόμη και για την εκκαθάριση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων!), η πρόσληψη συμβασιούχων σε έργα, η ανάθεση σε ιδιώτες των εισιτηρίων και των πωλητηρίων, ώστε τον τελευταίο χρόνο ακόμη και το έκτακτο προσωπικό να μην προσλαμβάνεται πια από το Δημόσιο, με κριτήρια ΑΣΕΠ και δικαιώματα, αλλά από τους ιδιώτες αναδόχους. Τις περισσότερες, μάλιστα, φορές οι ιδιώτες ανάδοχοι δρουν ανεξέλεγκτα, όπως έχει συμβεί με τα αναψυκτήρια που παρότι ο ανάδοχος ήταν υποχρεωμένος να τα έχει ανοιχτά όλο το χρόνο, τελικά τα «μη κερδοφόρα» από αυτά, τα κρατά κλειστά, χωρίς να έχει καταγγελθεί η σύμβασή του. Φαίνεται ότι ούτε αυτά, ούτε οι μεγάλοι διαγωνισμοί με έναν υποψήφιο, ούτε τα υπερκοστολογημένα έργα του ΤΑΑ που έφερε σε πέρας ο ΟΔΑΠ με υπερπροσπάθεια του προσωπικού του, δεν αρκούσαν στην κυβέρνηση.
Η ιδιωτικοποίηση των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων προχώρησε με γοργούς ρυθμούς, με όχημα τον ΟΔΑΠ και τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Μετά τις πριβέ επισκέψεις στην Ακρόπολη, τα ιδιωτικά γεύματα σε αρχαιολογικούς χώρους, την παραχώρηση σε μία αλυσίδα όλων των αναψυκτηρίων της χώρας, την υπέρογκη αύξηση των εισιτηρίων των αρχαιολογικών χώρων και την ανάθεσή τους σε ιδιωτική εταιρεία, τον διαγωνισμό που είναι σε εξέλιξη για την επιβολή ειδικού τέλους στις τουαλέτες και την ιματιοθήκη της Ακρόπολης και άλλων αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, το Υπουργείο Πολιτισμού και το ΔΣ του ΟΔΑΠ αποφάσισαν να συστήσουν «Ανώνυμη Εταιρεία» που θα διαχειρίζεται ακόμη και τα έσοδα από τα μνημεία.
Η περιουσία του ελληνικού λαού υποθηκεύεται για 50 (ή και περισσότερα) χρόνια
Το παρόν σχέδιο νόμου έρχεται να θεσμοθετήσει μία Ανώνυμη Εταιρεία με διάρκεια 50 χρόνια (και δυνατότητα παράτασης!), με σκοπό την «εμπορική αξιοποίηση» (δηλαδή την πλήρη εμπορευματοποίηση) των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και μουσείων στα πρότυπα του ΟΠΕΠ ΑΕ. Η συγκεκριμένη Εταιρεία, όμως, σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, θα διαχειρίζεται όλα τα έσοδα, ακόμη και τα εκατ. ευρώ από τα εισιτήρια, αλλά και τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τα εκμαγεία, τα πωλητέα, τους ψηφιακούς (όχι πια φορητούς) ξεναγούς, την περιουσία του ΟΔΑΠ και του ΥΠΠΟ (που περιλαμβάνει ακίνητα στην Πλάκα, τη Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου και αλλού), ενώ σύμφωνα με το σχέδιο νόμου θα εισηγείται στον Υπουργό ακόμη και νομοθετικές διατάξεις και κανονιστικές πράξεις! Ένα διορισμένο ΔΣ, χωρίς κανέναν δημόσιο έλεγχο, δηλαδή, υποκαθιστά το έργο του ΝΠΔΔ ΟΔΑΠ (τον οποίο συρρικνώνει μέχρι εξαφανίσεως), αλλά και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του ίδιου του Υπουργείου Πολιτισμού.
Θα φέρει αυτό έσοδα για το Δημόσιο; Η Εταιρεία αυτή τύποις θα εισπράττει έσοδα για λογαριασμό του ΟΔΑΠ (δηλαδή του Δημοσίου). Στην πραγματικότητα, αυτό είναι απολύτως ψευδεπίγραφο, με σκοπό να μην γίνει φανερό ότι εκατομμύρια ευρώ θα εισπράττονται από την ΑΕ και θα σπαταλώνται από την ΑΕ σε απευθείας αναθέσεις, σε άχρηστα έργα, σε διαφημίσεις, σε συμβουλευτικές υπηρεσίες, με εντολές της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, χωρίς κανέναν έλεγχο, εκτός δημοσίου λογιστικού. Αυτό γίνεται σαφές από το ίδιο το σχέδιο νόμου που δίνει υπερεξουσίες στο ΔΣ της ΑΕ και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ενώ αναγκάζει τον ΟΔΑΠ να καταβάλει ετησίως από τα έσοδα των μνημείων στην Εταιρεία τα λειτουργικά της έξοδα (προκαταβάλλοντας το 80% αυτών εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, άρθρο 17, παρ.2), προκαταβάλλοντας στην Εταιρεία κάθε χρόνο «διαχειριστικό κόστος» το ύψος του οποίου το καθορίζει ουσιαστικά το ΔΣ της Εταιρείας (άρθρο 6 παρ. 8), ενώ προβλέπεται η Εταιρεία να παίρνει και έκτακτες επιχορηγήσεις από τον ΟΔΑΠ (άρθρο 17, παρ. 1), καθώς και τακτική και έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (άρθρο 17, παρ 1).
Οι υπερεξουσίες της ΑΕ είναι σαφείς και σε μια άλλη ρύθμιση: τα άρθρα 4 έως 24 του σχέδιο νόμου, όπως εισάγονται στην Βουλή για ψήφιση, ισχύουν μέχρι να αποφασιστεί από την ίδια την Εταιρεία το Καταστατικό της (άρθρο 4 παρ. 6). Βασικές διατάξεις όπως οι αρμοδιότητες της εταιρείας, ο τρόπος διαχείρισης των εσόδων, οι θέσεις εργασίας, οι αποδοχές των στελεχών, μπορούν να αλλάξουν από το ίδιο του ΔΣ της εταιρείας. Απορεί κανείς ποιος ο λόγος να σέρνεται η Βουλή σε ψήφιση ενός νόμου μέσα στο καλοκαίρι, όταν τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό μπορούν να αλλάξουν ή να καταργηθούν με απλή απόφαση ενός ΔΣ διορισμένου από την Υπουργό Πολιτισμού. Η διαχείριση εκατομμυρίων ευρώ από τα έσοδα των μνημείων και του συμβολικού τους κεφαλαίου αφήνεται σε μία εταιρεία που δεν υπόκειται σε έλεγχο από τα θεσμικά όργανα και το ΥΠΠΟ, αλλά από μηχανισμούς «εταιρικής διακυβέρνησης», προκαλώντας σοβαρό θεσμικό έλλειμμα και ανοίγοντας το δρόμο για την κακοδιαχείριση.
Πρόκειται για μια προκλητική ενέργεια, τόσο από άποψη συνταγματική, όσο και από άποψη δημοσίων εσόδων, μακριά από κάθε έννοια δημοσίου συμφέροντος. Τα σκάνδαλα του ΟΠΕΠ ΑΕ που έκλεισε μετά τη διασπάθιση εκατομμυρίων ευρώ του ελληνικού λαού, αλλά και του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης 1997, αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα. Ακόμη και τότε όμως ουδείς σκέφτηκε να παραδώσει στον αμαρτωλό ΟΠΕΠ και τα έσοδα από τα εισιτήρια των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θεωρεί μείζον ζήτημα την πρόθεση αυτή, όπως και συνολικά την μετατροπή του ΟΔΑΠ σε όχημα ιδιωτικοποίησης των μνημείων και κατασπατάλησης των εσόδων από τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία της χώρας σε αλλότριους σκοπούς.
Η ανάθεση όλων σχεδόν των λειτουργιών του ΟΔΑΠ που αφορούν στη διαχείριση αρχαιολογικών χώρων και μουσείων, που δημιουργήθηκαν με χρήματα του ελληνικού λαού (εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους) και τον κόπο των εργαζομένων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, συνιστά την πλήρη ιδιωτικοποίησή τους, την υποταγή τους στο πρόσκαιρο κέρδος. Ο πολιτιστικός, κοινωνικός, εκπαιδευτικός, συμπεριληπτικός ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς, που μάλιστα ορίζεται από τον Αρχαιολογικό Νόμο κατ’ επιταγή του Συντάγματος της χώρας, παραγκωνίζεται πλήρως και τη θέση τους παίρνουν η μη επιστημονική αφήγηση για τα μνημεία, τα γεύματα, οι δεξιώσεις, η ιδιωτική χρήση, και το κέρδος των ολίγων. Η κατεύθυνση του σχέδιο νόμου είναι να γίνει στα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους ό,τι έχει συμβεί και με τα νησιά μας: να γίνουν απλησίαστα και αφιλόξενα για τους Έλληνες πολίτες, παραδομένα στο κέρδος, κόντρα σε κάθε λογική αειφορίας.
ΠΗΓΗ: ΣΕΑ, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 19.7.2026.
ΕΣΟΔΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ προκλητικη μεθοδευση υπουργος Πολιτισμου μενδωνη πολιτισμος υπουργειο αρχαιολογικοι χωροι μνημεια ελλαδος ελλαδας ελλαδα


