Του Γιώργου Λεκάκη
Κατά το τέλος Φεβρουαρίου – μέσα Μαΐου, στα αρχαία χρόνια, η Λαρισαϊκή και η Περραιβική Πελασγιώτις Θεσσαλία είχε μήνα τον οποίο έλεγε Λεσχανόριο (ή Λεσχηνόριο) και τιμούσε τον Λεσχηνόριο δελφικό θεό Απόλλωνα.
Στον ίδιο χρόνο, μόνο οι Γορτύνιοι της Κρήτης είχαν μήνα με το ίδιο όνομα.[1] Οι Κρήτες θυμιούνται ακόμη τις λέσχες τους, τις οποίες τραγουδούν στα δημοτικά τους ριζίτικα τραγούδια:
Γκρεμνά είναι μας οι τόποι μας, λέσχες τα χειμαδιά μας…
Ο Λεσχηνόριος Απόλλων[2], λοιπόν, ήταν ο προστάτης της μεταξύ των ανθρώπων επικοινωνίας. Αυτή η επικοινωνία γινόταν στις λέσχες.
- Αντιστοίχως, προστάτης των πολιτικών / πολιτειακών / κρατικών συνεδριάσεων ήταν ο Αμάριος / Ομάριος / Ομαγύριος Ζευς.
Ετυμολογία
Η λέξη λέσχη προκύπτει από το ρήμα λέγω > λέξω, λέλειχα, λέχη και με πλεονασμό > λέσχη = πολύ φλυαρία, ομιλία[3]. Εξ αυτής προκύπτουν ένα σωρό παράγωγες λέξεις:
- > λεσχηνεία = το λεσχηνεύειν, αδολεσχία, φλυαρία, συνομιλία ελαφρά, άνευ σπουδαίας σημασίας, ύβρις[4],
- > λεσχηνώτης = ο υβριστής,
- > λεσχηνεύω = φλυαρώ,
- > λεσχηνώ = μυθολογώ, ομιλώ,
- > λεσχηρώ = φλυαρώ, κόπτω,
- > λεσχηνευόμενος = ο ομιλών,
- > λεσχηνευθέντα = τα μυθολογηθέντα, τα φλυαρηθέντα,
- > λεσχαίος = ο ομιλητής, ο εξηγητής,
- > λεσχάρα (από του λέξαι) = η σχολή, όπου ομιλούσαν πολύ,
- > περιλεσχήνευτος = περιλάλητος, περιβόητος.
- > στενολεσχώ = λεπτολογώ, σοφιστεύομαι.
Το αντίθετο ήταν στενολεσχώ = στενολογώ > στενολεσχία = στενολογία, λεπτολογία, μικρολογία, ολιγομιλία. Ο ειδήμων ελέγετο και ισχνολέσχης, γιατί ήξερε πολλά για ολίγα.
Με την προσθήκη του αδώ = αρέσω έχουμε το ρήμα αδολεσχώ[5] (< αδώ + λεσχηνεύω[6] = μωρολογώ, στηβύσσω, στοιχομυθώ, φυλλώ, χηλοδευσώ, τρίβω > αδολέσχης[7] = ο φλύαρος), ομιλώ, συνομιλώ τυχαίως, αστείως. Ο Πλούταρχος μάλιστα έχει γράψει ολόκληρο έργο «Περί αδολεσχίας», το οποίο δυστυχώς δεν διεσώθη ολόκληρο.[8] Γιατί όσοι συγκεντρώνονταν στις λέσχες, αρέσκονταν στην φλυαρία.[9]
Άλλες ετυμολογίες
- Από το ρήμα ήδω (> ηδονή) = ευφραίνομαι, ο β΄ αόριστος του οποίου κάνει άδον > άδος = ευφροσύνη. Ηδολέσχω σημαίνει παίζω, εξ ου και λέσχες οι οίκοι όπου (αργότερα) παίζουν τυχερά παίγνια.
- Τέλος, μια άλλη ετυμολογία της λέξεως λέσχη έχει να κάνει με το λέχος[10] = κοίτη, κλίνη – και δη νεκρική. Γιατί οι πανάρχαιοι Έλληνες είχαν ένα παλαιό έθος να θάβουν τους νεκρούς στους στην οικία τους, παρά την εστία, να συσκέπτονται δε περί των κοινών συναθροιζόμενοι πέριξ των τάφων και να συνομιλούν. Ιδίως τον χειμώνα, άναβαν φωτιά, κάθονταν πέριξ αυτής και «διημέρευαν φλυαρούντες και αδολεσχούντες». Γι’ αυτό και λέσχη ο Ησίοδος λέγει την κάμινο. Κάτι σαν τα σημερινά μνημόσυνα δηλαδή, όπου συγκεντρώνονται οι συγγενείς και οι φίλοι και ομιλούντες περί του νεκρού, φιλοσοφούν κιόλας περί της ζωής. Αργότερα, όταν οι νεκροί θάπτονταν στις νεκροπόλεις, ως λέσχη έγινε ένα υπόστεγο, κάπου εκεί κοντά, όπου συναθροίζονταν και σχολίαζαν οι ανήκοντες στο αυτό με τον νεκρό γένος. Έτσι και πάλι, η λέξη λέσχη και από το λέχος να προκύπτει, από το ρήμα λέγω έχει εξαχθεί.
Οι αρχαίες λέσχες
Αλλά τι ήταν οι λέσχες; Οι λέσχες στην αρχαιότητα ήταν δημόσια οικοδομήματα, όπου την ημέρα συγκεντρώνονταν γυρολόγοι και συζητούσαν, ενώ την νύκτα έβρισκαν άσυλο οι επαίτες. Η λέσχη ήταν ένα δημόσιο οίκημα διαβιώσεως αστέγων και ανέργων, ένα άσυλο δηλαδή.
Στην πρώιμο ιστορική περίοδο ήταν ευπρόσωπα κέντρα, στοές κλειστές εκ των τριών πλευρών, οι οποίες χρησίμευαν ως τόπος συγκεντρώσεως πολιτών. Εκεί κάθονταν και συζητούσαν οι αργόσχολοι και εύρισκαν άσυλο οι πτωχοί. και επειδή αυτές οι συζητήσεις τραβούσαν σε μάκρος, έμεινε το ρήμα λεσχηρώ να σημαίνει φλυαρώ. Συνερχόμενοι ανεπισήμως εδώ οι άνθρωποι «συνιόντες διημέρευον διαλεγομένοι»[11] ή «συνιόντες ελέσχαινον»[12].
Εν Αθήναις υπήρχαν 360 τέτοιες λέσχες – όσες και τα γένη της πόλεως.[13] Περιφημότερες όλων στην Αττική, ήταν:
Αλλά προ πάντων, οι λέσχες ήταν γνωρίσματα των δωρικών πόλεων.
Στην Σπάρτη ήσαν τρεις: Πιο γνωστές:
- η Λέσχη Κροτανών και
- η Ποικίλη Λέσχη, η οποία ήταν και η μεγαλύτερη.
Και στην Σπάρτη κάθε φυλή είχε την ιδική της λέσχη, αλλά και κάθε τμήμα φυλής.
Στην Χάλκη υπήρχε η Λέσχη Ακμαίων.
Λέσχες έλεγαν λοιπόν, κάποιους δημοσίους χώρους, οι οποίοι έφερναν σε σχολή, και όπου κάθονταν πολλοί.[16]
Η λέσχη, εκτός από ομιλία με την έννοια της φλυαρίας, όπως είπαμε, σήμαινε και δημόσιος τόπος, όπου διατριβούσαν οι πτωχοί και έκαναν διάλογο μεταξύ τους.[17] Σήμαινε και το κοινό δειπνιστήριο, καθώς και τους λόγους που εκφωνούνταν σε αυτό. Αλλά και τους αλεεινούς[18] τόπους, λέσχες τους αποκαλούσαν.[19] Αρχικώς ήταν κάποιες απλές εξέδρες.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΛΕΣΧΩΝ, ΕΔΩ.
Το σχέδιο της λέσχης, ως δημοσίου τόπου, δεν καθορίζεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Στις ανασκαφές όμως των Δελφών, ευρέθη η Λέσχη των Κνιδίων της Καρίας (5ος αι. π.Χ.) ωραιότατο οικοδόμημα, η οποία απέδειξε ότι ήταν κλειστό οίκημα. Αυτή είναι και η περιφημότερη – έως τώρα – λέσχη της αρχαιότητος[20]: Ένα ορθογώνιο κτήριο διαστάσεων 19 Χ 9 μ. Την στέγη στήριζαν 8 ξύλινοι κίονες και είχε έναν φεγγίτη. Το εσωτερικό της Λέσχης κοσμούσαν λαμπρές τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.
Κατά πάσα δε πιθανότητα, οι λέσχες είχαν την είσοδό τους στα Α, για να είναι θερμές και να ανταποκρίνονται στον προορισμό τους.
Αι λέσχαι ήσαν αίθουσαι εις τας οποίας η είσοδος ήτο ελευθέρα εις πάντας και δια τούτο τα τοιαύτα οικήματα ήσαν δια μεν τους πτωχούς ξενοδοχεία, κατά την νύκτα, δια δε τους οκνηρούς εντευκτήρια κατά την ημέραν.[21]
Ήδη από την εποχή του Ομήρου και του Ησιόδου, οι λέσχες είχαν ξεπέσει σε χώρους φλυαρίας και ραστώνης, κατώτερων ανθρώπων, όπου συγκεντρώνονταν οι αλήτες να διανυκτερεύσουν. Λέγει η Μελανθώ προς τον Οδυσσέα:
…ουδ’ εθέλεις εύδειν χαλκήιον ες δόμον ελθών ηέ που ες λέσχην…
«Ξένε, είσαι αδιάντροπος, είσαι ξεμυαλισμένος,
δεν τρέχεις για να κοιμηθείς σε χαλκουργού το σπίτι
μόν’ σε μια λέσχη, εδώ κοντά, μπροστά σε τόσο κόσμο…»
(Όμηρος, «Οδ.», σ, 328)
Παρ’ όλα αυτά, στις λέσχες επήγαιναν και σοβαρότερα πρόσωπα, για να αναπαυθούν, να συνδιαλεχθούν, αλλά και φιλόσοφοι με τους μαθητές τους. Οι συνδιαλεγόμενοι κάθονταν επί θρανίων, τα οποία το βράδυ χρησίμευαν στους φτωχούς για κλίνες.[22] Συναθροίζονταν σε αυτά τα κτήρια, χάριν της θέρμης, όπως προείπαμε, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες.
Στις λέσχες συνεστιάζονταν οι αργόσχολοι και όσοι δεν είχαν ιδικά τους οικήματα. Στις εορτές δίδονταν και δείπνα στις λέσχες. Γι’ αυτό και στους Βοιωτούς, η λέξη λέσχη είχε την σημασία «κοινό δειπνητήριο», καταφύγιο. Ο Αθήναιος περιγράφει τα φαγητά που προσφέρονταν στις λέσχες.
Οι ιερείς-κάτοχοι μυστηρίων και οι ιεροφάντες, συνασπίζονταν σε λέσχες, ιδίως μετά την πτώση τους, όπως οι ιερομύστες των Καβειρίων μυστηρίων της Σαμοθράκης, μετά την απώλεια της ανεξαρτησίας της ιεράς νήσου. Αυτοί οι ιδιωτικοί σύνδεσμοι-λέσχες των μυστών των καβειρίων, συνέχισαν ως «σαμοθρακιστές» και διατείνονταν πως εγνώριζαν τα άγνωστα των αρχαίων μυστηρίων…
Στην Ρώμη λέσχες έλεγαν τα ποιήματα – σε μέτρο της φαλαικίω, ήτοι της Σαπφούς – που έγραψε ο Ηρακλείδης ο Ποντικός[23]. Τα βιβλία αυτού έθεταν πολλά δυσερμήνευτα προβλήματα, τα οποία γέννησαν πολλές απορίες. Δια τούτο ιδρύθηκαν λέσχες στην Ρώμη για να τα συζητούν!..
Μ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα πως οι αρχαίες λέσχες ήταν κάτι σαν το παλαιό καφενείο, τις «μικρές Βουλές των Ελλήνων», όπως τις ονόμασε ο Παλαιολόγος, όπου συζητούνται καθημερινώς από εθνικά και καθημερινά προβλήματα έως τα χειρότερα κουτσομπολιά. Παράλληλα, στα καφενεία χαρτοπαίζουν, ή παίζουν άλλα ψυχαγωγικά παιγνίδια για να περνά η ώρα τους, πίνουν για να ζεσταθούν, η ατμόσφαιρα είναι πνιχτική από τα τσιγάρα και ζεστή από κάποια θερμάστρα. Τα δε καφενεία δεν είναι παρά μικρογραφία των παλαιών χανιών[24], όπου οι ταξειδευτές διανυκτέρευαν κιόλας. Και όπως βλέπουμε, κι οι επαρχιώτες θυμούνται καλά, κάθε φυλή είχε την δική της λέσχη, όπως κάθε χωριό είχε το δικό του καφενείο στις μεγαλουπόλεις…
Τίποτε δεν έχει αλλάξει στην κοινωνία του Έλληνος από τα πανάρχαια χρόνια έως τα σήμερα. Είμαστε ο ίδιος κι απαράλλαχτος λαός με αυτόν που γέννησε τον μεγαλύτερο πολιτισμό σε αυτόν τον πλανήτη!
Η πτώση
Όμως, το 354 μ.Χ. με διάταγμα ο Κωνστάντιος απαγορεύει την λειτουργία των εθνικών ελληνικών ιερών και διατάζει το κλείσιμό τους. Οι ιεροί ναοί των Ελλήνων και των άλλων εθνικών λατρειών μετατρέπονται σε πορνεία και χαρτοπαικτικές λέσχες για να εξευτελισθούν. Οι εθνικοί ιερείς εκτελούνται. Στην θέση τους εγκαθίσταται μια ξενόφερτη θρησκεία, με την βία, με το ζόρι, με το «έτσι θέλω».
Καινούργιο αυτοκρατορικό διάταγμα διατάζει την καταστροφή όλων των εθνικών ελληνικών ναών! Και σφάζει όσους ακόμη πίστευαν στα αρχαία ελληνικά ιερά! Βιβλιοθήκες πυρπολούνται, και ασβεστοπαραγωγοί κατασκευάζουν ασβεστοκαμίνους δίπλα σε ελληνικούς ναούς, ίνα μετατρέψουν σε ασβέστη ό,τι ωραιότερο γέννησε ο αρχιτεκτονικός πολιτισμός αυτού του κόσμου!..
Από την λέσχη στο… club
H «αγγλική» λέξη club είναι αρχαία ελληνική…
Η γνωστή αγγλική λέξη «CLUB» (= λέσχη < ιταλ. και ισπαν. club, πορτ. clube, γερμ. KIub, σερβ. Клуб, ρωσ. Клуб, κλπ.) είναι αρχαία ελληνική. Ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική λέξη κλωβός, η οποία απαντάται ήδη στον Αίσωπο (7ος αι. π.Χ.)!
Η λέξις κλωβός με την σειρά της προκύπτει από την λέξη κλοιός (κλείς εκ τοῦ κλείω / κλέω[25] (Ξενοφ.), κλοιώτης = δεσμώτης > υποκοριστικόν κλωβίον λ.χ. πτηνῶν), κλουβός, κλουβίον, κλουβί, κλπ. – ΠΗΓΗ: Ἀνθ. Π. 6.109. Πιθανώς εκ της λέξεως κλωϜιός, klawyos, ρ. κλαϝjω.
Στα αρχαία ελληνικά η λέξις λέσχη (εκ του λέγω) εσήμαινε τόπος «ἔνθα συνήρχοντο πρὸς συνομιλίαν, πρὸ πάντων οἱ ἀργοὶ καὶ οἱ ἐπαῖται, οὕτω δὲ συνήρχοντο καὶ εἰς ἐργαστήριον χαλκέως» («οὐδ’ ἐθέλεις εὕδειν χαλκήϊον ἐς δόμον ἐλθὼν ἠέ που ἐς λέσχην») από τον Όμηρος ακόμη (Ὀδ. σ,329). Η εξέλιξη των λεσχών είναι τα καφενεία, οι «μικρές βουλές» των Ελλήνων! Τις συναντήσεις εντός λεσχών, μικρών χώρων σαν κλουβιά, τις προστάτευε ο Λεσχηνόριος / Λεσχανόριος Απόλλων, φύλακας των ανδρικών συναντήσεων – ΠΗΓΗ: Κλεάνθης Στωικός 1,123, Συν. 2.385c, Πλούτ. ND 32.[26]
Η «αγγλική» λέξη club στην αγγλική υπάρχει περίπου από το 1200 μ.Χ. Σήμαινε τότε «χοντρό καλάμι / ρόπαλο, ραβδί, που κρατιέται στο χέρι και χρησιμοποιείται ως όπλο». Τα πρώτα “κλαμπ” ήσαν διακοσμημένα με καλάμια, υλικό από το οποίο φτιάχνονταν οι κλωβοί.
Η λέξη εισήχθη λένε, από την παλαιονορδική λέξη klubba = ρόπαλο > σουηδικά klubba, δανικά klubbe, και από την πρωτογερμανική λέξη klumbon, clump. Οι παλαιές αγγλικές λέξεις για αυτό ήταν sagol, cycgel.
Η λέξη club με την έννοια της λέσχης («συντροφιάς ατόμων οργανωμένων για να συναντηθούν για κοινωνικές επαφές ή για να προωθήσουν κάποιο κοινό σκοπό») υπάρχει μόλις από την δεκαετία του 1660 και προφανώς εξελίχθηκε από την συνάθροιση μάζας / club-like mass (από το 1620), και στη συνέχεια, ως ουσιαστικό, «ένωση ανθρώπων» / σύλλογος / όμιλος (την δεκαετία του 1640). Η clubbe ήταν μια αδελφότητα σε μια ταβέρνα[27] – αναφέρεται από τον J. Aubrey, το 1659.
> εβρ. kelov, keluv, συρ. kelubh.
ΠΗΓΗ: AP6.109 (Antip.), Babr. 124.3, Αισωπος, 341. POxy. 1923, 14.
Τα νεώτερα χρόνια
Οι νεώτερες λέσχες εφάνηκαν τον 16ο αι. στην Αγγλία. Ήκμασαν δε ιδίως στην Γαλλία – «Τζόκυ Κλωμπ» – κατά την Γαλλική Επανάσταση ως πολιτικά κέντρα των Γιρονδίνων, των Ιακωβίνων, των Κορδελιέρων, κ.ά. Αυτές οι λέσχες στην Γαλλία κατηύθυναν την πολιτική ζωή της χώρας. Πρώτος ο Τζόνσον όρισε την λέξη club για να εννοήσει την λέσχη.
Στους Άγγλους σήμαινε κάτι μεγαλοπρεπές, συνεταιρισμός πλουσίων ανθρώπων, συνήθως για πολιτικούς ή ψυχαγωγικούς λόγους.
Απ’ όλες τις λέσχες ήσαν αποκλεισμένες οι γυναίκες. Για να εισέλθουν θα έπρεπε να το ζητήσει εγγράφως ο σύζυγός τους ή ο αρχηγός της οικογενείας τους. Σήμερα λειτουργούν λέσχες γυναικών, όπου αποκλείονται οι άνδρες. Υπάρχουν βεβαίως και οι μεικτές λέσχες. Φυσικά, αποκλεισμένοι πάντα ήσαν και οι ανήλικοι.
Το μέλος της λέσχης, όταν ευρίσκεται στην λέσχη του, θεωρεί ότι ευρίσκεται στο σπίτι του. Σε άλλες είναι υποχρεωμένο να αποκαλύπτεται – όπως στην Ελλάδα – σε άλλες όχι.
Έτσι σήμερα με την λέξη λέσχη εννοούμε ιδιότυπο σωματείο αποσκοπούν είτε στην απλή συναναστροφή και ψυχαγωγία των μελών του, είτε στην επιδίωξη σκοπών γενικώτερης κοινωνικής και πολιτικής σημασίας (Αθηναϊκή Λέσχη[28], Λέσχη Στρατιωτική[29], Λέσχη Πανεπιστημιακή[30], Λέσχη Επιστημόνων[31], Λέσχη Εργαζομένου Κοριτσιού[32], Λέσχη Τρικούπη[33], Λέσχη Αυτοκινητιστών[34], Λέσχη Κυριών, Λέσχη Φιλελευθέρων, Λέσχη Κυνηγών, Λέσχη Περιηγήσεων, Λέσχη Κινηματογράφου, Εύξεινος Λέσχη, κλπ.).
Εκτός από τις προαναφερόμενες υπάρχουν σήμερα λέσχες για να λύσουν κοινωνικά προβλήματα ομάδος ανθρώπων, όπως η Διεθνής Λέσχη των Ψηλών, λ.χ. αλλά και λέσχες για να βοηθήσουν ψυχολογικά κάποια άτομα, όπως η Λέσχη Γέλιου[35], κ.ά.
Σήμερα οι λέσχες δεν είναι διακεκοσμημένες με καλάμια, σαν κλουβιά (clubs), αλλά διασκευασμένες έτσι, ώστε να προσφέρουν άνετη και ευχάριστη διατριβή των μελών τους, τα οποία πληρώνουν γι’ αυτό ωρισμένο τίμημα εγγραφής και τακτικής συνδρομής, ενώ γίνονται δεκτά κατόπιν συστάσεως παλαιών μελών ή δι’ εκλογής υπό της συνελεύσεως.
Αργότερα, η λέξη λέσχη ξέπεσε κι άλλο, καταλήγοντας να σημαίνει «κέντρο χαρτοπαιξίας». Εάν δε, είναι τόπος αποκλειστικώς προς διεξαγωγή τυχερών παιγνιδιών και χαρτοπαιξίας, λέγεται διεθνώς καζίνο. Και αυτή η λέξη, προκύπτει από την «μάνα όλων των γλωσσών», την ελληνική, αφού η σκούφια της βαστά από το χάσμα, που ήταν η σπηλαιοκατοικία, η κατάγειος κατοίκησις[36], που ήταν η πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Και επειδή τα πρώτα καζίνα, παράνομα τότε, φιλοξενήθηκαν μέσα σε τέτοια χάσματα, κρύπτες. Από το αρχαίο ελληνικό χάσμα[37] προέκυψαν τα γαλλικά case, chez (εν οίκω), casemate (κρύπτη), casanier (οικουρών) και φυσικά το casino.[38]
Τέτοια κέντρα λειτουργούσαν στα μεγάλα παραθεριστικά κέντρα και τις λουτροπόλεις (Κάννες, Μονακό, κλπ.), αλλά και στα πολεοδομικά συγκροτήματα όπου συγκεντρώνονταν τυχοδιώκτες (Λας Βέγκας, κλπ.). Στην Ελλάδα, οι χαρτοπαικτικές λέσχες απαγορεύονταν δια νόμου, από το 1952. Το δικαίωμα αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως χαρτοπαικτικής λέσχης στο Λουτράκι, είχε παραχωρηθεί από το Δημόσιο, για μια 40ετία, στον Αυτόνομο Οργανισμό Σεισμοπαθών Κορινθίας.
Η είσοδος στις χαρτοπαικτικές λέσχες απαγορευόταν σε όσους είχαν μόνιμη εγκατάσταση στις επαρχίες και τις λουτροπόλεις, όπου αυτές λειτουργούσαν.
Επίσης, ως τόπος όπου μπορούσε να ιδρυθεί και λειτουργήσει χαρτοπαικτική λέσχη, οριζόταν τόπος θερινής ή χειμερινής αναψυχής, κείμενος όμως σε απόσταση 20 τουλάχιστον χλμ. από το κέντρο της πόλεως. Τόσο οι τόποι, όσο και τα επιτρεπόμενα παιγνίδια, ορίζονταν υπό του υπ. Εσωτερικών, μετά γνωμοδότηση του Συμβουλίου Λεσχών, δι’ έκαστο έτος.
ΠΗΓΗ: άρθρο του Γ. Λεκάκη στην εφημ. “Εκδοση” Ελασσόνος, 29.6.2005. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 30.6.2025.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ο μήνας αυτός ταυτίζεται με τον δελφικό μήνα Βύσιο.
[2] Κλεάνθης «Περί θεών».
[3] Ευριπ. «Ιππ.» 384. Εκ της λέσχης = ομιλία προκύπτει και ο όμιλος, χώρος (σωματείο αργότερα) για ομιλία.
[4] Η ύβρις λεγόταν και ονειρολεσχία. Εθεωρείτο ύβρις η φλυαρία περί των ονείρων. Για τα όνειρα, υπήρχαν ειδικά κέντρα, τα ονειρομαντεία.
[5] Μέγα Ετυμολογικό και Ετυμ. Genuinum.
[6] Ο Ωρίων, όμως θέλει και το αδολεσχώ από το ρ. αίδω = επαναλαμβάνω, οπότε αδολέσχης είναι αυτός που επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια. Ο Ησύχιος αδολεσχία θεωρεί τον διαλογισμό. Η αδολεσχία ήταν συνυφασμένη με το παράλογο, την παραλογιστική διήγηση, η οποία ελέγετο και οαριστύς.
Υπήρχε και μια περίπου σύνηχη λέξη, η αιδολεσχία (> αιδολέσχης), αυτή προκύπτει από το άδω, στο οποίο εάν προστεθεί το λεσχηνεύειν γίνεται αιδώς, και αηδία…
[7] Αδολέσχης για τους Αττικούς, αδόλεσχος για τους υπολοίπους Έλληνες. Ο Φρύνιχος λέγει πως αδολέσχης είναι ο φιλοσοφών περί φύσεως και του παντός διαλεσχαίνοντα (δηλ. αυτό που λέμε σήμερα «αυτός ομιλεί περί παντός του επιστητού»). Μετεωρολέσχες ήσαν αυτοί που φλυαρούσαν για τον ουρανό (όπως λέμε σήμερα «αυτός μιλάει για τον καιρό» και εννοούμε πως λέει άλλα αντ’ άλλων) – Πλάτων rep. 6,489 c.
Τέλος, υπάρχει και μεγαλύτερος βαθμός, ο λαλίστατος που λέμε σήμερα (λαλίστερος τότε), που ελέγετο αδολεσχέστερος.
[8] Οι αρχαίοι Έλληνες μισούσαν την φλυαρία και τους φλύαρους. Γι’ αυτό είχαν πολλές λέξεις για να σημειώσουν και να… στολίζουν τον φλύαρο. Μερικές εξ αυτών: Αδόλεσχος, αερολέσχης («υψηλός εν τω λέγειν», αυτός που λέγει «αερολογίες» που λέμε σήμερα), αθυρολόγος, ακαιρολόγος, ανερμάτιστος, απεραντολόγος, απόπληκτος, βαρύς, γλώσσαλγος, επαχθής, επιχειλής, ερίλεσχος (έρις+λέσχη, ο εξ έριδος λεσχαίνων), κομπήγορος, κομπώδης, κουφολόγος (απ’ όπου μας έμεινε σήμερα να λέμε «κουφά» τα τερατολογήματα), λάλος, μακρολόγος, οχληρός, παννόας (αυτός που τα ξέρει όλα, ο «ξερόλας» που λέει σήμερα ο λαός μας επιτιμητικά), πολυλόγος, προσκορής, πρόχειρος, ρησικοπών, φλήναφος, φληναφών, κ.ά.
Σαν να μην έφθαναν αυτά, τον φλύαρο τον έλεγαν και περιφραστικώς. Όπως: «πέρα κόρου ληρώδης», «διαθρυλών τα ώτα» (αυτός που σου «σπάει τα αυτιά»), «την γλώτταν ολισθηρός» (αυτός που «τρέχει η γλώσσα του»), «αποκναίων αηδία», «κόπτων τα ώτα», «το εκ Δωδώνης χαλκείον», «μακροτέρα της Ιλιάδος λαλών», «Αλκίνου επίλογος», «άπαυστος γλώττα», «μάτην αυτού τη γλώττη περίκειται το έρκος των οδόντων», «προπαλής γλώττα», «εξωτέρω των οδόντων» (εξ ου το σημερινό «τα λέει «έξω από τα δόντια»), «υπέρ τους των χειλών όρους», «Αράβιος αυλός», «ραχίας (= ακτής) λαλίστερος», κ.ά.!
«Διατεθρυλημένος τα ώτα» ήταν ο κατηδολεσχημένος, αυτός δηλαδή που πολλές φορές άκουσε τα ίδια και τα ίδια πράγματα.
Γενικώς, ως φλύαρους θεωρούσαν τους Ίωνες φιλοσόφους – και ιδίως τον Πλάτωνα – τους οποίους έλεγαν ερεσχηλείς-ερεσχελείς (από του εράν+λέσχη) = απατεώνες – Μέγα Ετυμολογικό, Τίμαιος, σοφιστής και γραμματικός, στο «Πλατωνικό Λεξικό» (e ed. Coislin. 345).
- ερεσχηλώ = αηδιάζω, οχλώ, ερεθίζω, αδολεσχώ, χλευάζω, παίζω, σκώπτω, διαμάχομαι – Ησύχιος.
[9] Ευπολ. fr. 352.
[10] Ετυμολογικό Genuinum και Pott. Λέχος > λεχούσα η τέκουσα και λεχώνα, αυτή η οποία έχει τίξει και ως εκ τούτου έχει βρεθεί τόσο κοντά στον θάνατο, στον λέχο, την νεκρική κλίνη… Και λέχριος > λεχρίτης, αυτός που κοιμάται στην κλίνη συνεχώς ή που ενεδρεύει στις κοίτες των ποταμών.
[11] Φρύνιχος “Praeparatio sophistica” (επίτομο), 36.8.
[12] Φώτιος, 216,2.
[13] Πρόκλος.
[14] Η Αιξωνή ήταν όπου η νυν Γλυφάδα, παραθαλάσσιο προάστιο των Αθηνών.
[15] βλ. σχ. Ηρακλείδης Ποντικός, Στέφ. Βυζάντιος.
[16] Αντιφών («προς Νικολέα»).
[17] Ησύχιος, Ησίοδος op. 493.
[18] αλεεινός = τόπος αλέας, θερμασιάς. Λόγω της μεγάλης συγκεντρώσεως αστέγων, ο αλεεινός τόπος κατήντησε ελεεινός.
[19] Ησύχιος.
[20] βλ. σχ. Παυσανίας, Λουκιανός.
[21] Παυσανίας.
[22] Πλούταρχος.
[23] Από την Ηράκλεια του Πόντου.
[24] χάνι < αρχ. ελλ. ρίζα ξαν-, ξεν- > ξένος, ξενοδοχείο, φιλοξενία, προστάτης της οποίας ήταν ο Ξένιος Ζευς. Ο κάτοχος χανιτζής, χαντζής.
[25] Παράγωγα: κλείς / κλῄς (= κλειδί), κλεῖσις / κλῇσις, ἀπόκλεισις, σύγκλεισις, κλεισοῦρα, κλειστός / κλῃστός, ἄκλῃστος, κλεῖθρον / κλῇθρον, κλεῖστρον, ἀπόκλεισμα, ἀποκλεισμός, ἀποκλειστικός, ἐγκλιστέος, κλειδίον (ὑποκορ. τοῦ κλείς), κλειδοῦχος, κλειδῶ, κλείδωμα, κλοιός, κλπ.
[26] Το όνομα αυτό ήταν και μήνας στην Θεσσαλία (IG 9(2).509], και ως λασχανορία [νεμονηία] στην Κρήτη [Supp.Epigr. 1.410 (4ος αι. π.Χ.).
[27] «Η εισαγωγή στα μέλη των λεσχών γίνεται συνήθως με ψηφοφορία. Οι λέσχες αποτελούν πλέον ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής ζωής σε όλες τις μεγάλες πόλεις, πολλές από τις οποίες καταλαμβάνουν μεγάλα κτίρια που περιέχουν αναγνωστήρια, βιβλιοθήκες, εστιατόρια κλπ. – ΠΗΓΗ: Λεξικό του Αιώνα, 1902.
[28] Ιδρύθηκε το 1875 για την διάδοση των σωματικών ασκήσεων και την ψυχαγωγία των μελών του, τα οποία ήσαν από την ανωτέρα αστική τάξη. Είχε ιδιόκτητο Μέγαρο εν Αθήναις, επί της οδού Πανεπιστημίου (αρ. 9α). Λειτουργεί κατά το πρότυπο των παλαιών Λεσχών του Λονδίνου. Διατηρεί τμήμα οπλομαχίας, μεταξύ άλλων, που διακρίθηκε πολλάκις και εκτός Ελλάδος.
[29] Λέσχη προωρισμένη για την ψυχαγωγία των αξιωματικών του στρατού ξηράς. η Στρατιωτική Λέσχη Αθηνών ιδρύθηκε το 1876. Στεγάζεται στην οδό Βασ. Σοφίας και Ρηγίλλης, σε ιδιόκτητο μέγαρο, ανεγερθέν δαπάναις του Π. Σαρόγλου (εξ ου και Σαρόγλειον).
[30] Ιδρυθείσα χάριν των φοιτητών του Πανεπιστημίου. Φοιτητική Λέσχη ιδρύθηκε το 1896, υπό την επίτιμον προεδρία του εκάστοτε πρυτάνεως. Από το 1909 ετέθησαν νομοθετικώς οι βάσεις και καταρτίσθηκαν τα σχέδιά της. Έτσι ανηγέρθη Λέσχη, η οποία περατώθηκε στα τέλη του 1931 (στην οδό Φρ. Ρούσβελτ). Λειτουργεί βάσει του υπ’ αρ. 5147/14.7.1931. Σκοποί της: Διαλέξεις, συναυλίες, χορωδίες, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογράφος, εκδρομές, διεθνείς φοιτητικές σχέσεις, θερινές κατασκηνώσεις, διδασκαλία ξένων γλωσσών, νοσηλεία, υγειονομική παρακολούθηση των σπουδαστών, εστιατόριο, συσσίτιο, κυλικείο, κλπ.
[31] Ιδρύθηκε εν Αθήναις την 2α Μαρτίου 1916. Αποσκοπεί στην ενίσχυση της μέριμνας των εκάστοτε κυβερνήσεων προς βελτίωση της καθολικής διοικήσεως του κράτους και στην διαφώτιση της κοινής γνώμης επί ζητημάτων αφορώντων στα γενικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των πολιτών.
[32] Ιδρύθηκε το 1930 με σκοπό την απασχόληση των εργαζομένων κοριτσιών κατά τις ελεύθερες ώρες τους. Από το 1935 τελούσε υπό τον έλεγχο του υπ. Προνοίας-Κοινωνικών Υπηρεσιών. Είχε παραρτήματα στις επαρχίες, με συσσίτια, νυκτερινές σχολές, κ.ά.
[33] Πολιτική λέσχη, εν Αθήναις, ιδρυθείσα το 1945, υπό της ομάδος του τ. υπουργού Ν. Κολλυβά. Διέθετε ιδίαν αίθουσα διαλέξεων εν Αθήναις.
[34] Η γνωστή σε όλους ΕΛΠΑ είναι Ελληνική Λέσχη Περιηγήσεως και Αυτοκινήτου.
[35] Έχει χιλιάδες μέλη και πολλές λέσχες. Εδρεύει στην Ινδία. Πρεσβεύει πως η ιλαρότης δεν είναι…αστείο θέμα, αλλά διαβατήριο για την καλή υγεία! Στην Λέσχη Γέλιου της Βομβάης, επί ώρες, αντιλαλούν δυνατές φωνές που λέγουν: «Είμαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο!» και κραυγές γέλιου. Πλέον των 2.000 ανθρώπων εόρτασαν την «Παγκόσμια Ημέρα Γέλιου» με το να γελούν μέχρι δακρύων, σε δημόσιο πάρκο στο κέντρο της ινδικής πόλεως. Φορούσαν χαλαρά βαμβακερά μπλουζάκια. Αρκετοί είχαν περάσει το 70ο έτος της ηλικίας τους. Γελούσαν άνευ λόγου και αιτίας. Εκινούντο στους ρυθμούς της λαϊκής «χίντι» μουσικής, την οποία έπαιζε για χάρι τους, μία πολυμελής ορχήστρα. «Δυνατά! Πιο δυνατά!», προέτρεπαν τους μετέχοντες οι διοργανωτές. Εκπρόσωπος της Διεθνούς Ενώσεως Γέλιου απεκάλυψε, ότι σκοπός της Ενώσεως είναι να εισαγάγει το γέλιο…στους Ολυμπιακούς Αγώνες! «Οι εργάτες πρέπει να ξεκινούν την εργασία τους στα εργοστάσια, με γέλιο διαρκείας 15-20΄», εδήλωσε ο Μαντάν Καταρία, ιδρυτής και πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Γέλιου. Η ένωση αυτή προπαγανδίζει την «Χάσγια Γιόγκα», η «Θεραπεία δια του γέλιου», και γι’ αυτόν τον σκοπό έχει ιδρύσει 300 λέσχες σε ολόκληρη την Ινδία, εκ των οποίων οι 60 ευρίσκονται στην Βομβάη!
Ω, πόση διαφορά, από την πυθαγόρεια φιλοσοφία που τα θέλει όλα εν φύσει λέγοντας «ασχέτω γέλωτι μη έχεσθαι», αλλά και από την αρχαία ελληνική ρήση «γελάει ο μωρός καν τι μη γελοίο ει»… Τέτοιους ανθρώπους ο λαός μας τους αποκαλεί χάχες…
[36] «κατώρυχες έναιον ως μύρμηκες» (Αισχύλος «Προμ.»).
[37] Από την ρίζα χασ- > αγγλ. house, γερμ. Haus (σπίτι) > φραγκ. hus = χάσμα, κλπ.
[38] Αλλά και ιταλικά και ισπανικά casa (οίκος).
αγγλικη λεξη κλαμπ club αρχαια ελληνικη Λεσχανοριος μηνας, αρχαιος θεσμος αρχαια Λεσχη προστατης θεος Απολλων Λεκακης λεσχη Κνιδιων κνιδος στεγη μαιανδρος 5ος αι πΧ αγγλικες λεξεις αρχαιες ελληνικες Απολλωνας Λεκακης Φεβρουαριος Μαιος Λαρισαικη λαρισα Περραιβικη Πελασγιωτις Θεσσαλια Περραιβια Πελασγιωτιδα Λεσχηνοριος δελφικος πελασγοι Γορτυνα γορτυς Κρητης κρητη αρχαιοι Κρητες λεσχες παραδοσιακο τραγουδι δημοτικο ριζιτικο τραγουδι γκρεμνα χειμαδιο ανθρωποι επικοινωνια ετυμολογια ρημα λεγω > λεξω, λελειχα, λεχη πλεονασμος φλυαρια, ομιλια παραγωγα λεσχηνεια λεσχηνευειν, αδολεσχια, συνομιλια ελαφρα ανευ σπουδαια σημασια υβρις υβρη λεσχηνωτης υβριστης, λεσχηνευω φλυαρω λεσχηνω μυθολογω, μυθολογια ομιλω, λεσχηρω κοπτω, λεσχηνευομενος ομιλων, λεσχηνευθεντα μυθολογηθεντα, φλυαρηθεντα, λεσχαιος ομιλητης, εξηγητης, λεσχαρα λεξαι σχολη ομιλια περιλεσχηνευτος περιλαλητος, περιβοητος αντιθετο στενολεσχω στενολογω στενολεσχια = στενολογια, λεπτολογια, μικρολογια, ολιγομιλια ειδημων ισχνολεσχης, προσθηκη αδω αρεσω ρημα αδολεσχω αδω λεσχηνευω μωρολογω στηβυσσω, στοιχομυθω, φυλλω, χηλοδευσω, τριβω > αδολεσχης φλυαρος, ομιλω, συνομιλω αστειως Πλουταρχος εργο Περι αδολεσχιας χαμενα βιβλια ηδω ηδονη ευφραινομαι, αδον αδος ευφροσυνη ηδολεσχω παιζω, οικος τυχερα παιγνια παιγνιδια λεχος κοιτη, κλινη νεκρικη παναρχαιοι ελληνες παλαιο εθος νεκρος οικια εστια, συσκεψη κοινα συναθροιζομενοι περιξ ταφος χειμωνας, αναμμα φωτια διημερευση φλυαροι Ησιοδος καμινος μνημοσυνο συγγενεις φιλοσοφια νεκροι ταφη νεκροπολις, νεκροπολη υποστεγο, συναθροιση σχολια νεκρο γενος λεχος αρχαιες λεσχες αρχαιοτητα δημοσιο οικοδομημα γυρολογος συζητηση νυκτα ασυλο επαιτης οικημα αστεγος ανεργος πρωιμη ιστορικη περιοδος ευπροσωπο κεντρο στοα κλειστη χρηση συγκεντρωση πολιτης αργοσχολος πτωχος ανθρωποι συνιοντες διαλεγομενοι δαλογος συνιοντες ελεσχαινον αθηναι αθηνα γενη πολη αττικη αιξωνη Μοψοπια Μοψοπιτης δωρικη δωριεις Σπαρτη λακωνια λεσχη Κροτανων Ποικιλη μεγαλυτερη φυλη χαλκη Ακμαιων ακμαιος δημοσιος χωρος, σχολη πτωχοι κοινο δειπνιστηριο, λογος αλεεινος εξεδρα σχεδιο συγγραφεις ανασκαφη Δελφοι Κνιδιων, κνιδος καριας 5ος αιωνας πΧ καρια ωραιοτατο κλειστο περιφημοτερη ορθογωνιο κτηριο διαστασεις στεγη ξυλινος κιονας φεγγιτης τοιχογραφια Πολυγνωτος λεσχαι αιθουσαι φτωχοι ξενοδοχεια νυχτα, οκνηροι εντευκτηριο Ομηρος Ησιοδος ραστωνη κατωτεροι ανθρωποι αλητες αλητης διανυκτερευση Μελανθω ομηρου Οδυσσεια χαλκηιος δομος ξενος αδιαντροπος, ξεμυαλισμενος, υπνος χαλκουργος σπιτι αναπαυση συνδιαλεξη φιλοσοφος μαθητης συνδιαλεγομενοι θρανιο κλινη χειμων συνεστιαση αργοσχολοι εορτες γιορτες εορτη γιορτη δειπνο Βοιωτια δειπνητηριο καταφυγι αθηναιος φαγητο ιερεας μυστηριο ιεροφαντης, συνασπισμος πτωση ιερομυστης Καβειρια καβειροι μυστηριο Σαμοθρακη απωλεια ανεξαρτησια ιερα νησος ιδιωτικος συνδεσμος μυστης σαμοθρακιστες αγνωστα Ρωμη ποιημα μετρο φαλαικιο Σαπφω Ηρακλειδης ο Ποντικος βιβλιο δυσερμηνευτα προβληματα, απορια ιδρυση καφενειο μικρη Βουλη Ελληνων Παλαιολογος, εθνικα καθημερινα προβληματα κουτσομπολιο καφενεια χαρτοπαιξια ψυχαγωγια μικρογραφια χανι ταξειδευτης διανυκτερευση κοινωνια ιδιος απαραλλαχτος λαος μεγαλυτερος πολιτισμος 4ος 354 μΧ διαταγμα βυζαντιο Κωνσταντιος απαγορευση λειτουργια εθνικα ελληνικα ιερα διαταγη κλεισιμο ιεροι ναοι εθνικη λατρεια μετατροπη πορνειο χαρτοπαικτικη εξευτελισμος εθνικοι ιερεας εκτελεση ξενοφερτη θρησκεια, βια, ζορι, αυτοκρατορικο καταστροφη εθνικος ελληνικος σφαγη πιστη βιβλιοθηκη πυρποληση ασβεστοπαραγωγη κατασκευη ασβεστοκαμινος ασβεστης αρχιτεκτονικος CLUB ιταλικα ισπανικα πορτογαλικα clube, γερμανικα KIub, σερβικα Клуб, ρωσικα Клуб, αρχαιοελληνικη κλωβος, αισωπος 7ος κλοιος κλεις κλειω / κλεω Ξενοφων κλοιωτης = δεσμωτης > υποκοριστικο κλωβιον πτηνων κλουβος, κλουβιον, κλουβι ανθολογια Παλατινη κλωϜιος, klawyos, κλαϝjω λεξις αργος επαιτης εργαστηριο χαλκευς κρητικο παραδοσιακο δημοτικο κλουβια φυλακας ανδρικη συναντησεις Κλεανθης Στωικος Πλουταρχος 13ος 1200 μΧ χοντρο καλαμι / ροπαλο, ραβδι χερι οπλο κλαμπ διακοσμηση καλαμια, υλικο παλαιονορδικα σουηδικα δανικα πρωτογερμανικη εννοια συντροφια οργανωμενα ατομα κοινωνικη επαφη κοινος σκοπος 17ος 1660 συναθροιση μαζα club like mass ενωση συλλογος / ομιλος αδελφοτητα ταβερνα εβραικα παπυρος οξυρρυγχος 16ος Αγγλια Γαλλια Τζοκυ Κλωμπ Τζοκι Κλομπ Γαλλικη Επανασταση πολιτικο κεντρο Γιρονδινοι Ιακωβινοι Κορδελιεροι πολιτικη Τζονσον γαλλικη ιταλικη ισπανικη γερμανικα αγγλοι μεγαλοπρεπες, συνεταιρισμος πλουσιοι πολιτικοι ψυχαγωγικις λογοι αποκλεισμος γυναικες εγγραφη αδεια συζυγoς γαμος αρχηγος οικογενεια λειτουργια γυναικων, γυναικα ανδρες ανηλικοι μελος αποκαλυψη Ελλαδα ιδιοτυπο σωματειο συναναστροφη ψυχαγωγια μελη σκοποι κοινωνικη σημασια αθηναική στρατιωτικη πανεπιστημιακη Επιστημονων Εργαζομενου Κοριτσιου Τρικουπη αυτοκινητιστων Κυριων, Φιλελευθερων, κυνηγων, Περιηγησεων, Κινηματογραφου, Ευξεινος λυση κοινωνικο προβλημα ομαδα Ψηλων,ψυχολογια Γελιου αθηναι στρατιωτικοι πανεπιστημιο Επιστημονες Εργαζομενο Κοριτσι Τρικουπης αυτοκινητιστες Κυριες Φιλελευθεροι, κυνηγοι, Περιηγηση, Κινηματογραφος, Ψηλοι Γελιο τιμημα εγγραφη τακτικη συνδρομη εκλογη συνελευση τυχερο παιγνιδι χαρτια καζινο ελληνικη χασμα, σπηλαιοκατοικια, καταγειος κατοικηση πρωτη κατοικια πρωτο παρανομο κρυπτη κασιματης casemate οικουρος ετυμολογια casino παραθεριστικο λουτροπολη Καννες, Μονακο πολεοδομικο συγκροτημα τυχοδιωκτης Λας Βεγκας, νομος 1952 δικαιωμα αποκλειστικη εκμεταλλευση λουτρακι, παραχωρηση αυτονομος Οργανισμος Σεισμοπαθων Κορινθιας Σεισμοπαθεις Κορινθια αναψυχη υπουργειο Εσωτερικων, γνωμοδοτηση Συμβουλιο Λεσχων, μην Βυσιος Περι θεων ευριπιδης σωματειο ονειρολεσχια ονειρο ονειρα, ονειρομαντειο μεγα Ετυμολογικο γουδιανο Ωριων, αδολεσχω αιδω = επαναλαμβανω, αδολεσχης επαναληψη Ησυχιος αδολεσχια διαλογισμος παραλογο, παραλογιστικη διηγηση, οαριστυς αιδολεσχια αιδολεσχης αδω, λεσχηνευειν αιδως, αηδια αττικοι αδολεσχος Φρυνιχος φιλοσοφων περι φυσεως φυσης φυση διαλεσχαινοντας επιστητου Μετεωρολεσχης ουρανος καιρος Πλατων λαλιστατος λαλιστερος αδολεσχεστερος φλυαρος Αδολεσχος, αερολεσχης υψηλος λεγειν αερολογια αθυρολογος, ακαιρολογος, ανερματιστος, απεραντολογος, αποπληκτος, βαρυς, γλωσσαλγος, επαχθης, επιχειλης, εριλεσχος ερι εριδα λεσχαινων κομπηγορος, κομπωδης, κουφολογος κουφο κουφα τερατολογημα λαλος, μακρολογος, οχληρος, παννοας ξερολας πολυλογος, προσκορης, προχειρος, ρησικοπων, φληναφος, φληναφων, περα κορου ληρωδης διαθρυλων ωτα αυτι γλωττα ολισθηρος γλωσσα αποκναιων αηδια κοπτων ους Δωδωνη χαλκειον μακροτερα της Ιλιαδος λαλων, ιλιας ιλιαδα αλκινου επιλογος απαυστος μάτην γλωττη περικειται ερκος οδοντων προπαλης εξωτερω οδοντας εξω απο τα δοντια υπερ τους των χειλων ορους αραβιος αυλος ραχια ακτη διατεθρυλημενος κατηδολεσχημενος, ιωνες φιλοσοφοι Πλατωνας ερεσχηλης ερεσχελης εραν απατεωνας Τιμαιος, σοφιστης γραμματικος, Πλατωνικο Λεξικο ερεσχηλω αηδιαζω, οχλω, ερεθιζω, αδολεσχω, χλευαζω, παιζω, σκωπτω, διαμαχομαι ευπολις λεχουσα τεκουσα λεχωνα, θανατος, νεκρικη κλινη λεχριος > λεχριτης, ενεδρα κοιτη ποταμος φρυνιχος φωτιος, προκλος Γλυφαδα, Βυζαντιος αντιφων προς Νικολεα Νικολεας αλεα, θερμασια αστεγοι ελεεινος Παυσανιας, Λουκιανος Ηρακλεια Ποντος ριζα ξαν-, ξεν- ξενος, ξενοδοχειο φιλοξενια, προστασια Ξενιος Ζευς χανιτζης, χαντζης κλεις / κλης κλειδι κλεισις / κλησις, αποκλεισις, συγκλεισις, κλεισουρα, κλειστο / κλῃστος, ακλῃστος, κλειθρον / κληθρον, κλειστρον, αποκλεισμα, αποκλεισμος, αποκλειστικος, εγκλιστεος, κλειδιον κλειδουχος, κλειδω κλειδωμα, κλοιος, ονομα Θεσσαλια λασχανορια νεμονηια 4ος ψηφοφορια κοινωνια αναγνωστηριο βιβλιοθηκες, εστιατοριο σωματικες ασκησεις ανωτερα αστικη ταξη ιδιοκτητο Μεγαρο οδος Πανεπιστημιου προτυπο παλαια λονδινο τμημα οπλομαχια αξιωματικοι στρατος ξηρας. 19ος 1876 οδος Βασιλισσης Σοφιας Ρηγιλλης, δαπανη Σαρογλου Σαρογλειον Σαρογλειο φοιτηες πανεπιστημιο φοιτητικη προεδρια πρυτανης 20ος 1909 νομοθεσια οδος Ρουσβελτ 1931 1916 μεριμνα κυβερνηση διοικηση κρατος διαφωτιση κοινη γνωμη οικονομια κοινωνικα συμφεροντα εργαζομενα κοριτσια Προνοιας Κοινωνικων Υπηρεσιων υπουργοε Κολλυβας ΕΛΠΑ Ινδια ιλαροτης αστειο καλη υγεια Βομβαη φωνη ευτυχεστερος ανθρωπος κραυγη Παγκοσμια Ημερα Γελιου ινδικη βαμβακερα ρυθμος λαικη χιντι μουσικη ορχηστρα Διεθνης Ενωση Ολυμπιακοι Αγωνες εργατης εργασια εργοστασιο Χασγια Γιογκα Θεραπεια πυθαγορεια πυθαγορας ασχετο γελωτι μη εχεσθαι μωρος γελοιο χαχας κατωρυχες εναιον μυρμηκες αισχυλος χασ- φραγκικα πολιτικη πολιτειακη κρατικη συνεδριαση αμαριος / Ομαριος / Ομαγυριος Ζευς διας στενολεσχω λεπτολογω σοφιστευομαι



