Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου
Το καλοκαίρι του 1973 επισκέφτηκα για πρώτη φορά το φοινικόδασος Βάι στην Κρήτη. Θυμάμαι που οι κάτοικοι της περιοχής ανέφεραν ότι στα χρόνια της αραβοκρατίας Σαρακηνοί πειρατές στρατοπέδευσαν συχνά πυκνά στην παραλία Βάι. Λέγανε ότι όπως οι αρχαίοι «ουδέν κακόν αμιγές καλού» ότι έτσι και οι Σαρακηνοί πειρατές μέσα στα αμέτρητες συμφορές που προκάλεσαν στους κατοίκους της περιοχής έκαναν χωρίς να το θέλουν, κατά την στρατοπέδευση τους στο τόπο, και ένα καλό, το φοινικόδασος Βάι. Λένε ότι έτρωγαν χουρμάδες και έφτυναν τα κουκούτσια τους και αυτά φύτρωσαν και χάρισαν το Φοινικόδασος Βάι, Θυμάμαι που αυτό μου το περιέγραφαν τότε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός και με παραξένευσε αλλά πως μπορούσα να το αμφισβητήσω. Θυμάμαι στην Αθήνα είπα σε γνωστό μου καθηγητή για τους φοίνικες στο φοινικόδασος Βάι Κρήτης και μού είπε πως οι Φοίνικες είναι ιδιαίτερο είδος γνωστό από την αρχαιότητα. Με άλλα λόγια οι Φοίνικες στο Βάι και σε άλλα μέρη της Κρήτης είναι αυτόχθονες και ανήκουν στο είδος Φοίνιξ του Θεόφραστου (Phoenix theophrasti) και προφανώς δεν είναι φοίνικες χουρμαδιές της Αφρικής του είδους Phoenix dactylifera. Στην Βοτανολογία αναφέρεται ότι οι καρποί του Φοίνικα του Θεόφραστου είναι σαφώς μικρότεροι, με λιγότερη σάρκα, στυπτικοί και σχετικά άγευστοι. Η βοτανική έρευνα έχει αποδείξει ότι ο φοίνικας του Θεοφράστου είναι ενδημικό είδος του Αιγαίου και της Κρήτης με το φοινικόδασος ως φυσικό μνημείο της ποικιλίας της Κρητικής χλωρίδας. Οι Φοίνικες στο φοινικόδασος Βάι που είναι και το μεγαλύτερο φυσικό φοινικόδασος στην Ευρώπη, διαφοροποιήθηκαν και εγκλιματίστηκαν στην Κρήτη (και το Αιγαίο) από την εποχή που έλειωσαν οι πάγοι και υψώθηκε η στάθμη της θάλασσας της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή χρονολογούνται τουλάχιστον από το τέλος της τελευταίας παγετώδους περιόδου, πριν από 12 χιλιετίες. Η παρουσία της ανάπτυξης των φοινίκων σχετίζεται με το ξηροθερμικό κλίμα, την εκτεταμένη αμμώδη επιφάνεια του δάσους με τα πολλά υπόγεια και επιφανειακά ύδατα ως υδροβιότοπου, γνωστά από την αρχαιότητα (Θεόφραστος, Πλίνιος). Επομένως το Φοινικόδασος προϋπήρχε και προσφερόταν ως τόπος ανάπαυσης και πειρατών που το μόνο αληθές είναι ότι έτρωγαν, έπιναν και τραγουδούσαν τραγούδια πειρατών κάτω από τους προϋπάρχοντες φοίνικες του Φοινικόδασους Βάι. Το Φοινικόδασος Βάι πρόσφερε εξαιρετική κάλυψη στους πειρατές, ήταν τόπος ανεφοδιασμού με απαραίτητο νερό, τόπος για ενέδρες και ορμητήριο των πειρατών. Εν τούτοις η «πειρατική» προέλευση του Φοινικόδασος από τους χουρμάδες που φτύνανε τα κουκούτσια αν και είναι ψέμα γοητεύει και εξυπηρετεί την τουριστική προβολή της περιοχής…
Πειρατεία
Αν και η προέλευση του Φοινικοδάσους γοητεύει ως παραμύθι είναι γεγονός ότι Πειρατές το μόνο αληθές είναι ότι το χρησιμοποιούσαν ως τόπο ανάπαυσης, ανεφοδιασμού, ενέδρες και ορμητήριο για πειρατείες. Η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Κρήτης (Ίτανος – Κάβο Σίδερο), που σε παλιούς χάρτες και την Χάρτα του Ρήγα εμφανίζεται με την ονομασία Δείκτη – Γιούχτα, λόγω της στρατηγικής θέσης της στο πέρασμα προς την Ανατολή. υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα ενδιάμεσα ορμητήρια των πειρατών στη Μεσόγειο. Η Ίτανος και το ακρωτήριο Σίδερο προσφέρονταν ως ιδανικοί τόποι για την πειρατεία λόγω Φυσικών πολυάριθμων κολπίσκων και ερημονησιών όπως Διονυσάδες, Λεύκη και άλλα που προσέφεραν κάλυψη για ενέδρες σε εμπορικά πλοία που κατευθύνονταν από το Αιγαίο προς την Αίγυπτο, την Κύπρο και τους Άγιους Τόπους των χριστιανών, γιατί έπρεπε υποχρεωτικά να παραπλεύσουν από το ανατολικό άκρο της Κρήτης. Οι ντόπιοι γνωρίζουν από την παράδοση ότι η ακτή της ανατολικής Κρήτης είχε ερημώσει και την ονόμαζαν «Ακτή των πειρατών». Ο Γοητευτικός Μύθος των Σαρακηνών που φτύνανε κουκούτσια από Χουρμάδες διατηρούσε την μνήμη των Πειρατών από τις εποχές της αραβοκρατίας αλλά και τις μεταγενέστερες εποχές πειρατών της βενετοκρατίας και Οθωμανικής κατοχής.
Αραβική κατοχή, Εμιράτο Κρήτης 824 έως το 961 μ.Χ.,
Το 824 μ.Χ., Άραβες Σαρακηνοί από την Ανδαλουσία, υπό την ηγεσία του Αμπού Χαφς, αποβιβάζεται στο νησί. Μετά από σειρά συγκρούσεων το 828 μΧ. καταλαμβάνουν την Κρήτη, εκδιώκοντας τη Ρωμανική (Βυζαντινή) διοίκηση. Οι Άραβες ιδρύουν μια νέα οχυρωμένη πρωτεύουσα, το Rabdh el-Khandak (Φρούριο του Χάνδακα ή της Τάφρου), στη θέση του σημερινού Ηρακλείου. Το όνομα Χάνδακας παρέμεινε για αιώνες και μετά το τέλος της κατοχής των Σαρακηνών. Το νησί της Κρήτης μετατράπηκε σε ορμητήριο πειρατικών επιδρομών σε όλο το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, προκαλώντας τεράστια προβλήματα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Βασιλεύουσα (Κωνσταντινούπολη). Παρά τον βίαιο εξισλαμισμό, μεγάλο μέρος του πληθυσμού στα ενδότερα της Κρήτης, διατήρησε την ορθόδοξη πίστη, αν και η εκκλησιαστική οργάνωση υπέστη σοβαρά πλήγματα. Στα Χρονικά Κωνσταντινουπόλεως του 10ου αιώνα, με κυριότερα συλλογή κειμένων του Θεοφάνη Συνεχιστή που συντάχθηκε υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου καθώς και το έργο του Ιωσήφ Γενέσιου “Περί Βασιλειών”, αποτελούν βασικές πηγές για την αραβική κατάκτηση της Κρήτης όπως την ερμήνευαν από την Κωνσταντινούπολη. Έτσι η Θεολογική και Πολιτική Ερμηνεία θεωρούσε την απώλεια της Κρήτης ως «θεία τιμωρία» για τις αμαρτίες της περιόδου των εικονομαχιών. Οι αραβες περιγράφονται ως «θεομίσητοι πειρατές», για να υποβαθμιστεί περισσότερο η πολιτική οντότητα του Εμιράτου και να τονιστεί ο κίνδυνος για την Αυτοκρατορία. Αφηγούνται την απόβαση και Κατάληψη από τους Σαρακηνούς και αποτυχία των στρατηγών να αναχαιτίσουν τους εισβολείς. Στο χρονικά εστιάζουν στην τεράστια στρατηγική σημασία της Κρήτης που η απώλειά της σήμανε την κατάρρευση της ασφάλειας στο Αιγαίο. Οι βάσεις των Αράβων στην Κρήτη κατά την αραβοκρατία χρησιμοποιήθηκαν ως βάσεις για επιδρομές στα νησιά του Αιγαίου, τα παράλια της Μικράς Ασίας και όλες τις ακτές του Αιγαίου μέχρι και τις ακτές της Θράκης. Οι Σαρακηνοί κατακτητές της Κρήτης οργάνωναν συστηματικές επιδρομές σε όλο το Αιγαίο, την Πελοπόννησο και τις ακτές της Μικράς Ασίας. Οι εκ Κωνσταντινουπόλεως χρονογράφοι δεν αναγνωρίζουν πολιτισμό ή εμπορική ανάπτυξη του Εμιράτου, παρουσιάζοντας το νησί αποκλειστικά ως λημέρι πειρατών. Λεηλατούσαν πόλεις από τις οποίες αποκόμιζαν πακτωλούς λαφύρων αλλά κυρίως έπαιρναν αιχμάλωτους για τα σκλαβοπάζαρα του Χάνδακα (Ηράκλειο) από όπου οδηγούντο ως σκλάβοι στην «Ανατολή». Στην Άλωση της Θεσσαλονίκης το 904 μ.Χ. από τον Λέοντα Τριπολίτη, εξωμότη σύμμαχο των αράβων της Κρήτης, χιλιάδες κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, οδηγήθηκαν ως δούλοι στον Χάνδακα όπου επωλήθησαν. Ο Ιωάννης Καμενιάτης στην Άλωση της Θεσσαλονίκης περιγράφει τις μεταφορές αιχμαλώτων στην Κρήτη. Σε επιδρομές στις Κυκλάδες ερήμωσαν την Δήλο και στα Δωδεκάνησα την ΙΜ Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο. Η ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο, ως εξαιρετικά επικίνδυνη, ανάγκαζε την Κωνσταντινούπολη να δαπανά τεράστια ποσά.
Ο Σαρακηνός Al-Tabari (839–923 μ.Χ.), στο μνημειώδες έργο του Ιστορία των Προφητών και των Βασιλέων (Tarikh al-Rusul wa al-Muluk), φωτίζει την ίδρυση του Εμιράτου της Κρήτης από την οπτική του ισλαμικού κόσμου με αναφορές στην ίδρυση και το εμπόριο. Επιβεβαιώνει ότι οι κατακτητές ήταν «Σαρακηνοί Άραβες» που είχαν εκδιωχθεί από την Ανδαλουσία μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση εναντίον του Εμίρη της Κόρντοβα. Αναφέρει λεπτομέρειες για το ταξίδι τους προς την Κρήτη. Ο Αμπού Χαφς (Abu Hafs), ηγέτης των Ανδαλουσιανών φυγάδων οργάνωσε την απόβαση και την οριστική εγκατάσταση τους στην Κρήτη. Οι αναφορές του Al-Tabari, σε συνδυασμό με άλλους Άραβες γεωγράφους, περιγράφουν την Κρήτη ως διαμετακομιστικό κέντρο. Αναφέρει ότι εξήγαγαν μέλι, τυρί και ξυλεία, ενώ το νησί αποτελούσε και κεντρικό κόμβο για την αγορά δούλων και τον ανεφοδιασμό των αραβικών στόλων. Αν και το Εμιράτο ήταν «de facto» ανεξάρτητο, ο Al-Tabari καταγράφει την τυπική αναγνώριση της πνευματικής εξουσίας του Χαλίφη των Αββασιδών, στην Βαγδάτη. Οι λακωνικές αναφορές του Al-Tabari εστιάζουν περισσότερο στα πολιτικά γεγονότα του Χαλιφάτου, χωρίς εκτενείς λεπτομέρειες για την εσωτερική κοινωνική δομή ή τη ζωή των γηγενών Κρητών. Σπαράγματα της αραβικής οχύρωσης Χάνδακα (Ηράκλειο) ενσωματώθηκαν αργότερα στα ενετικά τείχη, αποτελούν πηγή πληροφοριών. Τα Νομίσματα του Εμιράτου της Κρήτης, «αραβικά» δηνάρια, που κόπηκαν στον Χάνδακα αποδεικνύουν την οικονομική αυτονομία και ευμάρεια του Εμιράτου.
Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Εποχή
Οι επιχειρήσεις από την Κωνσταντινούπολη να ανακτήσουν το νησί της Κρήτης αποτύγχαναν μέχρι το 961 μ.Χ. που ο Νικηφόρος Φωκάς, μετέπειτα αυτοκράτορας, αποβιβάστηκε με τεράστιο στόλο και στρατό και μετά από οκτάμηνη πολιορκία του Χάνδακα, κατέλυσε το Εμιράτο και επανένταξε την Κρήτη στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με την ανακατάληψη από τον Ν. Φωκά, ο ρόλος του νησιού αντεστράφη πλήρως. Η Κρήτη έγινε η βάση του Ρωμαϊκού στόλου της βασιλεύουσας για τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων. Η πειρατεία των Σαρακηνών καταπνίγηκε. Για να αποτραπεί νέα πειρατική επανεγκατάσταση, από την βασιλεύουσα ενισχύθηκαν τα τείχη του «Χάνδακα» και εγκατέστησαν τις οικογένειες των «12 Αρχοντόπουλων» για την κοινωνική και στρατιωτική σταθεροποίηση.
Οι «12 Αρχοντόπουλοι» αναφέρεται σε μια ιστορική και θεσμική παράδοση της Κρήτης που συνδέεται άμεσα με τη βυζαντινή κυριαρχία και τη διαμόρφωση της τοπικής αριστοκρατίας στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο). Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες το 961 μ.Χ. από τον Νικηφόρο Φωκά, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επιδίωξε να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο του νησιού και να επαναφέρει τον χριστιανισμό. Σύμφωνα με την παράδοση, αν και η ιστορικότητα της ακριβούς ημερομηνίας αμφισβητείται ίσως το 1082, ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (ή από άλλους ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος) απέστειλε στην Κρήτη 12 γόνους επιφανών βυζαντινών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης που εγκαταστάθηκαν στο νησί ως φεουδάρχες, με σκοπό τη διοικητική οργάνωση και την άμυνα κατά των πειρατών Με ονόματα Φωκάδες (Καλλέργηδες), Γαβαλάδες, Βλαστοί, Λίτινοι, Βαρούχες, Μουσούροι, Αργυρόπουλοι, Σκορδίληδες, Μελησσηνοί, Παπούτζηδες (Παπαδόπουλοι), Χορτάτζηδες, Αρκολέοι. Ο Χάνδαξ λειτούργησε ως το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο όπου οι οικογένειες αυτές είχαν την έδρα τους ή διατηρούσαν στενούς δεσμούς. Τους παραχωρήθηκαν εκτάσεις γης (φέουδα) και τίτλοι ευγενείας. Αποτέλεσαν τη βάση της κρητικής αντίστασης κατά τη μεταγενέστερη Ενετοκρατία. Οι οικογένειες αυτές (όπως οι Καλλέργηδες και οι Σκορδίληδες) πρωτοστάτησαν στις μεγάλες επαναστάσεις κατά των Βενετών, διεκδικώντας τη διατήρηση των προνομίων τους που πήγαζαν από τα βυζαντινά χρυσόβουλα. Εντούτοις η ιστορική έρευνα (π.χ. Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών) επισημαίνει ότι το «Χρυσόβουλο των 12 Αρχοντόπουλων» ίσως αποτελεί μεταγενέστερο κατασκεύασμα (13ος-14ος αι.) που χρησιμοποιήθηκε από την κρητική αριστοκρατία για να νομιμοποιήσει τα δικαιώματά της απέναντι στους Βενετούς κυρίαρχους. Στις τοπικές παραδόσεις, η άφιξη των Αρχοντόπουλων θεωρείται η απαρχή της αναγέννησης του ελληνικού στοιχείου στην Κρήτη μετά την Αραβοκρατία. Δεν αναφέρονται σε πληροφορίες για σχέσεις μεταξύ των Αράβων κατακτητών και του γηγενούς πληθυσμού, εκτός από αναφορές σε βίαιους εξισλαμισμούς. Τα κείμενα της βασιλεύουσας (Κωνσταντινουπόλεως) γράφτηκαν μετά την ανάκτηση του 961 μ.Χ. για να εξυμνήσουν την δυναστεία των Μακεδόνων, η οποία «ελευθέρωσε» το νησί από τους «βαρβάρους».
Ο Λέων ο Διάκονος περιγράφει την εκστρατεία ανάκτησης της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά. και τις εκστρατείες εξάλειψης των πειρατικών εστιών. Μετά την εκδίωξη των Σαρακηνών η Πειρατεία ελαχιστοποιήθηκε αλλά από τον 11ο αιώνα παρουσιάστηκαν νέοι πειρατές Φραγκο-Λατίνοι, Γενουάτες και Βενετοί με παρενοχλήσεις στις ακτές της βασιλεύουσας προαναγγέλλοντας την Δ’ Σταυροφορία….
Ενετική Κατοχή (Ενετοκρατία)
Μετά την Δ’ Σταυροφορία (1204), η Κρήτη παραχωρήθηκε στον Βονιφάτιο Μομφερατικό, ο οποίος την πούλησε στους Ενετούς. Η πλήρης στρατιωτική εγκατάσταση και οργάνωση του νησιού από τη Βενετία ολοκληρώθηκε το 1211. Η Πειρατεία επιδεινώθηκε την εποχή της Ενετοκρατίας, με τους Ενετούς να αδυνατούν ή να μην θέλουν να την ελέγξουν ιδίως στην ανατολική Κρήτη. Έτσι οι πειρατικές επιδρομές με δεδομένο και το ανεπαρκές φρούριο Καζάρμα (Casa di Arma) εξακολουθούσε. Η Ενετική κυριαρχία και κατοχή της Κρήτης, γνωστή και ως Regno di Candia (Βασίλειο της Κρήτης), από το 1211 τερματίστηκε με τον Κρητικό Πόλεμο μεταξύ Ενετών και Οθωμανών. Μετά από την πολιορκία του Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), η οποία διήρκεσε 21 έτη, ο Χάνδαξ παραδόθηκε στους Οθωμανούς το έτος 1669 μΧ. Παρά την πτώση του Χάνδακα το 1669, η Βενετοί εξακολουθούσαν να έχουν τον έλεγχό σε τρία στρατηγικά παραθαλάσσια οχυρά για μερικές δεκαετίες ακόμα όπως:
- την Γραμβούσα (1692),
- την Σούδα (1715) και
- την Σπιναλόγκα (1715).
Barbaros Hayreddin Pasha. Αυθεντική oθωμανική mινιατούρα (16ος αι.). Συλλογή του Μουσείου Τοπ Καπί (Topkapı Sarayı Müzesi), Κωνσταντινούπολη. Η απεικόνιση ακολουθεί την επίσημη οθωμανική τεχνοτροπία, με επίπεδα χρώματα, απουσία σκίασης και έμφαση στις λεπτομέρειες της ενδυμασίας (καφτάνι) και του τουρμπανιού, που υποδηλώνουν το αξίωμα του Καπουδάν-πασά. ΠΗΓΗ: Album, Topkapı Palace Museum Library, No: H.2134, f. 9.
Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και Οθωμανική Κατοχή.
Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (Khair ad-Din Barbarossa, 1478–1546) υπήρξε ο διασημότερος ναύαρχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο άνθρωπος που καθιέρωσε την οθωμανική κυριαρχία στην Μεσόγειο κατά τον 16ο αιώνα. Γεννήθηκε στον Παλαιόκηπο Λέσβου. Ο πατέρας του, Γιακούμπ Αγάς, ήταν εξισλαμισμένος σπαχής (αλβανικής ή ελληνικής καταγωγής) και η μητέρα του, Κατερίνα, ήταν χριστιανή από το νησί της Λέσβου. Το προσωνύμιο «Μπαρμπαρόσα», το κληρονόμησε από το όνομα του μεγαλύτερου αδελφού του Ορούτς (Oruç). που ονομαζόταν έτσι από τους Ευρωπαίους λόγω της κόκκινης γενειάδας του (Barba Rossa). Μετά τον θάνατο του Ορούτς, ο Χαϊρεντίν υιοθέτησε το όνομα και την δράση του. Το 1533, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, εκτίμησε την αξία του ως αξιόλογου πειρατή για τα οθωμανικά συμφέροντα και τον διόρισε αρχιναύαρχο του οθωμανικού στόλου, δίνοντάς του τον τίτλο του Καπουδάν Πασά.
Κατά τη διάρκεια του Γ’ Βενετοτουρκικού Πολέμου (1537–1540), ο Μπαρμπαρόσα εξαπέλυσε καταστροφικές επιδρομές στα βενετοκρατούμενα νησιά. Αν και ο Μπαρμπαρόσα δεν κατάφερε να καταλάβει τα μεγάλα οχυρά όπως Χάνδακα, Ρέθυμνο, και Χανιά, λεηλάτησε ανελέητα όλην την Κρήτη καταστρέφοντας οικισμούς και αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες κατοίκους για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Υπέταξε σχεδόν όλα τα νησιά των Κυκλάδων και των Σποράδων που βρίσκονταν υπό λατινική κυριαρχία όπως Νάξος, Σκόπελος, Σκιάθος, μετατρέποντας το Αιγαίο σε «οθωμανική λίμνη».
Στην Ναυμαχία της Πρέβεζας (1538) νίκησε τον ενωμένο χριστιανικό στόλο (Holy League) υπό τον Α. Ντόρια και εξασφάλισε την οθωμανική υπεροχή στην Μεσόγειο για τις επόμενες δεκαετίες μέχρι την Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Αναδιοργάνωσε τον οθωμανικό στόλο στα πρότυπα των σύγχρονων Μεσογειακών γαλερών. Υπήρξε ο ιδρυτής του Εμιράτου του Αλγερίου, το οποίο λειτούργησε ως ημι-αυτόνομη επαρχία και κύριο ορμητήριο των «πειρατών της Μπαρμπαριάς».
Ο Gazavat-ı Hayreddin Paşa έγραψε τα απομνημονεύματά του υπαγορευμένα από τον ίδιο τον Μπαρμπαρόσα. Τα απομνημονεύματά του αποτελούν βασική οθωμανική πηγή, μνημείο μελέτης της εξέλιξης της αλταϊκής πρωτοτουρκικής γλώσσας σε οθωμανική πρόδρομο της τουρκικής γλώσσας. Τα Απομνημονεύματα του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα έχουν γραφεί σε αραβικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της οθωμανικής γλώσσας του 16ου αιώνα. Η Οθωμανική γλώσσα του 16ου αιώνα ως σύνθετη γλώσσα συνδύαζε την Αλταϊκή γραμματική και εκτεταμένο λεξιλόγιο από αραβικά για θρησκευτικούς και νομικούς όρους και πλούσιο λεξιλόγιο και λογοτεχνικές εκφράσεις από περσικά και ελληνικά. Στο κείμενο των απομνημονευμάτων του Μπαρμπαρόσα η παρουσία ελληνικών λέξεων παραμένει έντονη, παρά την προσπάθεια της δομής του κειμένου στα περσικά και αραβικά, όπως επέβαλε η οθωμανική γραμματεία της εποχής. Εν προκειμένω το ναυτικό και καθημερινό λεξιλόγιο βρίθει ελληνικών όρων και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική γλώσσα ήταν η lingua franca της ναυσιπλοΐας στην Μεσόγειο εκείνην την περίοδο.
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 15.4.2026.
μινιατουρα Παλαιοκηπος Λεσβου λεσβος λεσβιος ακτη παραλια Βαι λασιθιου νομος λασυθιου λασιθι λασυθι φοινικας φοινικοδασος Ακτη Πειρατων, Μπαρμπαροσα
