Του Γιώργου Λεκάκη
Το τέιον προέρχεται από τα φύλλα του δένδρου της καμέλιας της σινικής – Camellia sinensis – ή της καμέλιας της θεάς – Camellia thea. Το ρόφημα το ανακάλυψε, λένε, τυχαίως ο αυτοκράτωρ Σεν Νουνγκ, το 2737 π.Χ.[1] Οι Πορτογάλοι το έφεραν το 1610 από την περιοχή Zhongwan και την επαρχία Guangdong, στην Ευρώπη για λογαριασμό των Ολλανδών…
Αλλά, η παλαιά “αγγλική” λέξη chaa > tea, η οποία στην ουσία σημαίνει «αφέψημα με βότανα» πρωτοεμφανίζεται πριν φέρουν το φυτό οι… Πορτογάλοι στην Ευρώπη, το… 1590. Την δε δεκαετία του 1650, στην Βρετανία ελέγετο tay > thea, tey, tee. Η αγγλική λέξη δηλ. δεν έχει σχέση με το φυτό τσάι. Υπάρχει μόλις από τα τέλη της Μέσης Αγγλικής. Έτσι έλεγαν κάθε «φαρμακευτικο ποτο». Η σύγχρονη αγγλική προφορά κυριαρχεί από τα μέσα του 18ου αιώνα. Το δε αγγλικό έθιμο του απογευματινού τσαγιού, ανάγεται στο 1738. Η «αγγλική» λέξη είναι δανεισμένη από τα Παλαιά Γαλλικά.
Αλλά τότε από πού προέρχεται η παλαιογαλλική και η παλαιοαγγλική λέξη; Από την λατινική λέξη ptisana > tisana, η οποία με την σειρά της προήλθε από την αρχαία ελληνική λέξη πτισάνη = «ξεφλουδισμένο» κριθάρι, από το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν ένα ποτό, παρόμοιο με το σύγχρονο κριθαρόνερο. ΠΗΓΗ: Lexico Οξφόρδης.
Από την αρχαία ελληνική πτισάνη / τισάνη, λοιπόν, δημιουργήθηκαν ομάδες λέξεων te[2] / tea, teh[3], ch’a[4] / cha[5], chai[6], char, shay[7] çay[8], κ.ά. σε όλον τον κόσμο.
- Πτισάνη (ἡ) = κριθὴ ἐκλελεπισμένη, ξεφλουδισμένη, που γίνεται χυλὸς. Η κεκομμένη κριθὴ καθαρά – ΠΗΓΗ: Λεξ. Φωτιου.
Και το ποτὸν το λαμβανόμενον ἐκ τοιαύτης κριθῆς, το κοινώς λεγόμενο κριθανόνερον. Οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί συνιστούνσαν ροφήματα από πτισάνη ή από χόνδρους (χονδροαλεσμένο σιτάρι) με μέλι. – ΠΗΓΗ: ANONYMI MEDICI “Διάγνωσις περὶ τῶν ὀξέων καὶ χρονίων νοσημάτων”, 9.29, 9.49 και 12.50.
Η πτισάνη διακρίνεται / συνοδεύεται από τα επιθετα παχεῖα ἢ ὅλη, ὅταν συνυπάρχῃ καὶ ἡ χονδροαλεσμένη κριθή, ἐν εἴδει πόλτου – ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν χυλὸν, ἤτοι τὸ διὰ τοῦ ἠθμοῦ κριθαρόνερον.
- «πτισάνειν ἕψειν» – ΠΗΓΗ: Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 201, 364, Ἄλεξις ἐν «Μανδραγοριζομένῃ» 2.
Πτισάνη έμεινε να λέγεται το χοντραλεσμένο κριθάρι – βασικό συστατικό του κυκεώνα, του ποτού των Ελευσινιων Μυστηρίων και των αγροτών της αρχαίας Ελλάδος.
Οι ξένοι το είπαν μαργαριταρένιο κριθάρι.
Μάλιστα, ο σπουδαίος ιατρός Γαληνός έγραψε ειδικό έργο γι’ αυτήν: «Περί πτισάνης – περί συνταγής και δόσεως χυλού εκ κριθής» / λατ. «De ptisina».
Ήταν ένα αφέψημα από κριθάρι, χρήσιμη τροφή για αρρώστους. Ο Ιπποκράτης το συνιστά σε ασθενείς που υποφέρουν από οξείες παθήσεις. Αναφέρεται στις ευεργετικές ιδιότητές της.
- Ο Ιπποκράτης “πτισάνην προκρίνειν πάντων τῶν σιτηρῶν ἐδεσμάτων ἐν τῇ διαίτῃ τῶν ὀξέων νοσημάτων, ὡς εἴ γε χόνδρος ἐγινώσκετο τοῖς Ἕλλησιν, οὐκ ἂν αὐτὸν ἕτερόν τι προελέσθαι τοῦδε / προτιμά την πτισάνη από όλα τα σιτηρά φαγητά στην δίαιτα των οξέων νοσημάτων· γιατί, αν οι Έλληνες γνώριζαν την αξία του χόνδρου (χονδροαλεσμένο σιτάρι), δεν θα προτιμούσαν τίποτε άλλο από αυτόν”. – ΠΗΓΗ: Γαληνός, Περὶ ἀλυπίας, 25.5.
Αφομοιώνεται εύκολα από τον οργανισμό και προκαλεί πτώση του πυρετού και των σπασμών, λέει. (Κατ’ άλλους είναι βαρειά, καθώς εμπεριέχει σπόρους κριθαριού. Γι’ αυτό κάποιοι την συνιστούν χωρίς τους σπόρους, κατά την προετοιμασία του αφεψήματος. Ωρισμένοι ιατροί δεν επιτρέπουν, παρά μόνον υγρές τροφές μέχρι και την 7η ημέρα, και μετά επιτρέπουν την πτισάνη.
- Ετυμολογείται από το ρήμα πτίσσω = ξεφλουδίζω και η ελληνική λέξις πέρασε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου:
> λατ. tisana / ptisana, αγγλ. – γαλλ. tisane, ισπ. – γερμ. Ptisanis, ρωσ. ptizanis, κλπ.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.7.2000.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Ιπποκράτης «Περί διαίτης οξέων», 4. 384, 885, I.12.H.
- Νικοφῶν ἐν «Χειρογάστορσι», 15. Hp.Acut.6. ib.7,10, ib.68. Ar. Fr. 159, cf. 412, Alex. 142.3, P Cair. Zen. 710.76 (3ος αι. πΧ).
- Jouanna J. «Hippocrate», εκδ. Fayard, 1992.
- Mair V. Κ.ά. «The True History of Tea», εκδ. Thames & Hudson, 2009.
- “tea”, Online Etymology Dictionary.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Τα αρχαιότερα φύλλα τσαγιού που έχουν ανακαλυφθεί, μέχρι τώρα, είναι περίπου 2.100 χρόνων, επί Δυναστείας των Δυτικών Χαν (207 π.Χ. – 9 μ.Χ.). Ανακαλύφθηκαν από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας Shaanxi στην Κίνα, κατά την διάρκεια ανασκαφών (1998 – 2005), στο Μαυσωλείο Han Yan Ling.
[2] Μιν Κινέζικα.
[3] Μαλαισιανά – μέσω της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, από το 1610.
[4] μανδαρινικά κινέζικα.
[5] Περσικά. Για πρώτη φορά, την δεκαετία του 1590 μέσω των Πορτογάλων εμπόρων από το Μακαο…
[6] chai (και ρωσικά) = μπαχαρικό τσάι, από την βόρεια Κινα. Η Κίνα ή η Βιρμανία θεωρούνται οι βοτανικές πατρίδες του φυτού του τσαγιού.
[7] Αραβικά.
[8] Τουρκικά.
αγγλικη λεξη tea, αρχαια ελληνικη Λεκακης αγγλικες λεξεις αρχαιες ελληνικες λεξεις τειον τειο τσαι αγγλια φυλλα φυλλο δενδρο καμελια σινικη Camellia sinensis θεα Camellia thea αρχαιο ροφημα τυχαιως αυτοκρατωρ Σεν Νουνγκ, 3η χιλιετια 2737 πΧ Πορτογαλοι 17ος αιωνας μχ 1610 Zhongwan ζονγκβαν επαρχια Guangdong, γκουανγκντονγκ Ευρωπη Ολλανδοι παλαια τσαα chaa > tea, αφεψημα με βοτανα φυτο Πορτογαλια 16ος 1590 1650, Βρετανια ται ταυ tay > thea, tey, tee Μεση Αγγλικη φαρμακευτικα ποτα 18ος αγγλικο εθιμο απογευματινο 1738 δανειο παλια Γαλλικα παλαιογαλλικη παλαιοαγγλικη λατινικη λεξις ptisana > tisana, τισανα πτισανη ξεφλουδισμενο» κριθαρι, αρχαιοι ελληνες πιοτο κριθαρονερο λεξικο Οξφορδη πτισσανη / τισσανη, κριθη εκλελεπισμενη, εκλεπισμενη ξεφλουδισμενη, χυλος κεκομμενη κριθη καθαρα Λεξικον Φωτιου φωτιος ποτον κριθανονερον ιατροι ροφηματα χονδρος χονδροαλεσμενο σιταρι μελι ανωνυμα ιατρικα βιβλια αγνωστα χαμενα διαγνωσις περι των οξεων και χρονιων νοσηματων διαγνωση οξεα χρονια νοσηματα παχεια ολη, χονδροαλεσμενη κριθινη πολτος ηθμος πτισανειν εψειν αριστοφανης αλεξις Μανδραγοριζομενη Μανδραγορας χοντραλεσμενο κριθαρι συστατικο κυκεωνα, συστατικα κυκεωνος κυκεωνας κυκεων Ελευσινια Μυστηρια αγροτες Ελλαδα μαργαριταρενιο Γαληνος εργο Περι πτισανης περι συνταγης και δοσεως χυλου εκ κριθης λατινικα συνταγη δοση δοσις De ptisina τροφη διατροφη αρρωστος Ιπποκρατης ασθενης οξεια παθηση ευεργετικες ιδιοτητες σιτηρα εδεσμα διαιτα οξεα νοσημα φαγητα οξυ χονδροαλεσμενος σιτος περι αλυπιας, αλυπια αφομοιωση οργανισμος πτωση πυρετου πυρετος σπασμος σπασμοι βαρια, σπορος κριθαριου σποροι ιατρος υγρη 7η ημερα, ετυμολογια πτισσω = ξεφλουδιζω ξεφλουδισμα αγγλικα γαλλικα ισπανικα γερμανικα ρωσικα διαιτης οξεων Νικοφων Χειρογαστορσι Χειρογαστορας Χειρογαστωρ αρχαιοτερα αρχαιοτερο 2.100 χρονων, χρονια πριν Δυναστεια Δυτικοι Χαν 3ος 207 π.Χ. – 1ος 9 μΧ Ινστιτουτο Αρχαιολογια σαανξι Shaanxi Κινα, ανασκαφη 1998 – 2005 Μαυσωλειο Han Yan Ling χαν γιαν λινγκ Μιν Κινεζικα μαλαισιανα Ολλανδικη Εταιρεια Ανατολικων Ινδιων, 1610 ολλανδια μανδαρινικα κινεζικη γλωσσα περσικα πρωτη φορα 1590 Πορτογαλια εμπορος εμποριο ρωσικα μπαχαρικο βορεια Κινα Βιρμανια βοτανικη πατριδα καταγωγη αραβικα τουρκικα μαλαισιανη μανδαρινικη περσικη ρωσικη μπαχαρικα αραβικη τουρκικη
