Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

14.3 C
Athens
Πέμπτη, 23 Απριλίου, 2026

Θέρμος, το παναιτωλικό ιερό, η ακρόπολις συμπάσης της Αιτωλίας!

Ο Θέρμος[1] είναι από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Δυτικής Ελλάδος με ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα και πλούσια μνημειακή κληρονομιά, καθώς έχει διαπιστωθεί αδιάλειπτη ανθρώπινη δραστηριότητα από τη Μεσοελλαδική εποχή (2000 – 1600 π.Χ.) έως τον 2ο αι. π.Χ.

Ευρισκόμενος στην καρδιά της Αιτωλίας, ΒΑ. της λίμνης Τριχωνίδας, υπήρξε το θρησκευτικό κέντρο όλων των Αιτωλών, ενώ από τον 4ο αι. π.Χ. αποτέλεσε και την πολιτική έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Ως τόπος συνάντησης των Αιτωλών απέκτησε ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. το χαρακτήρα παναιτωλικού ιερού, στο οποίο λατρευόταν ο θεός Απόλλων.

Το κατάρρυτο οροπέδιο του Θέρμου βρίσκεται σε υψόμετρο 360 μ. ΒΑ. της λίμνης Τριχωνίδας σε θέση φύσει οχυρή, προστατευόμενη από τις βουνοκορφές του Παναιτωλικού όρους και των υψωμάτων της Αγριλιάς. Στο χώρο αυτό δημιουργήθηκε το Ιερό του Απόλλωνος, που απλώνεται στους πρόποδες του λόφου Μεγαλάκκος. Λόγω της στρατηγικής του θέσης χαρακτηρίζεται από τον Αχαιό ιστορικό Πολύβιο «ακρόπολις συμπάσης της Αιτωλίας». Ο φυσικός πλούτος και η κομβική του θέση στο σταυροδρόμι μεταξύ της ορεινής και της πεδινής Αιτωλίας, των εύφορων κοιλάδων και των ποταμών Ευήνου και Αχελώου, προσέφερε ιδανικές συνθήκες για την εγκατάσταση πληθυσμιακών ομάδων, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Σύντομα εξελίχθηκε σε τόπο συνάντησης και συναλλαγής κοινοτήτων που αναζητούσαν την άσκηση κοινών λατρευτικών πρακτικών, κυρίως σε περιόδους κρίσεων και πολέμων.

Τα πρωιμότερα ίχνη κατοίκησης στο Ιερό του Απόλλωνος Θερμίου ανάγονται πριν από το 1700 π.Χ., όταν ο Θέρμος ήταν αρχικως μόνον οικισμός. Πρόκειται για ορύγματα ημιυπόγειων κτιστών καλυβών που βρέθηκαν κάτω από το αψιδωτό Μέγαρο Α και είχαν θεωρηθεί από τον πρώτο ανασκαφέα του Ιερού, Γ. Σωτηριάδη, τάφοι με καύσεις νεκρών. Την εποχή αυτή, δηλ. πριν από το τέλος της Μέσης Εποχής του Χαλκού (1600 π.Χ.), φαίνεται ότι υπήρχε στον Θέρμο μόνιμος οικισμός, ο οποίος διατηρούσε επαφές με άλλες περιοχές, όπως αποδεικνύεται από τα πήλινα και λίθινα ευρήματα. Γύρω στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. δέχεται τις επιδράσεις του μυκηναϊκού πολιτισμού, χωρίς ωστόσο να αναδειχθεί ποτέ σε ισχυρό διοικητικό κέντρο ανακτορικού τύπου, όπως τα γνωρίζουμε από άλλα γνωστά κέντρα της Ελλάδας, παραμένοντας στην περιφέρεια του τότε γνωστού μυκηναϊκού κόσμου. Τα σπίτια του προϊστορικού οικισμού είναι τετράγωνα, ορθογώνια, καμπυλόγραμμα και ελλειψοειδή. Το σημαντικότερο κτήριο ήταν:

  • το Μέγαρο Α, που λειτουργούσε ως έδρα του τοπικού άρχοντα. Επίσης,
  • η οικία β, που βρίσκεται στα ΝΑ. του ναού του Απόλλωνος Θερμίου, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα σύνθετου προϊστορικού σπιτιού με ελλειψοειδές περίγραμμα, αποτελούμενο από τρία δωμάτια.

Δύο μεγάλες καταστροφές έπληξαν τον οικισμό:

  • η πρώτη το 1450 π.Χ, και
  • η οριστική γύρω στο 1100 / 1050 π.Χ., εποχή που καταστρέφονται και τα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα.

Μία σημαντική εποχή αρχίζει στον Θέρμο τον 11ο αι. π.Χ. με την ίδρυση του νέου οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (11ος – 9ος αι. π.Χ.). Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο κτήριο είναι το γνωστό Μέγαρο Β, που κτίστηκε τον 11ο αι. π.Χ. Αποκαλύφθηκε κάτω από το ναό του Απόλλωνος και σήμερα δεν είναι ορατό. Χρησιμοποιήθηκε ως αρχηγική έδρα και χώρος κοινοτικών συναθροίσεων, και ήταν επίμηκες κτήριο, με τριμερή διαίρεση και είσοδο στην νότια πλευρά.

Τα πρωιμότερα ίχνη υπαίθριας λατρείας ανάγονται στον 8ο – 7ο αι. π.Χ., όταν επάνω στα ερείπια του Μεγάρου Β ιδρύεται πήλινη εστία – βωμός τέφρας για ολόκαυστες θυσίες, ανοίγονται ορύγματα που έχουν ταυτιστεί από τον ανασκαφέα με βόθρους θυσιών και προσφορών, και στο οπίσθιο μέρος του κτηρίου δημιουργείται μικρός ξυλόπλεκτος οίκος, όπου φυλάσσονταν τα αναθήματα ή τα λατρευτικά σκεύη. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. τοποθετείται ελλειψοειδής σειρά 18 ακανόνιστων πλακών γύρω από το ερειπωμένο Μέγαρο Β, για να οριοθετήσουν το τέμενος της λατρείας με την εστία των θυσιών.

  • Ο Θέρμος κατά τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. φαίνεται ότι λειτουργεί ως ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα.

Στην Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο (τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ.) εκτός από θρησκευτικό, μετατρέπεται και σε πολιτικό κέντρο της Αιτωλικής Συμπολιτείας με την ίδρυση των κτηρίων της πολιτικής Αγοράς. Ο δημοκρατικός – κοινοπολιτειακός χαρακτήρας της δομής της Συμπολιτείας αποτελεί ακόμη και σήμερα πρότυπο για την ομοσπονδιακή οργάνωση των περισσοτέρων σύγχρονων κρατών. Από τα πιο σημαντικά κτήρια του χώρου είναι το αψιδωτό Μέγαρο Α του προϊστορικού οικισμού, το Μέγαρο Β του οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου και οι τρεις ναοί:

  • του Απόλλωνος Θερμίου,
  • του Απόλλωνος Λυσείου και
  • της Αρτέμιδος(;) της Αρχαϊκής εποχής.

Την Πρώιμη Ελληνιστική εποχή (τέλη 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ.) κατασκευάζονται οι τρεις μεγάλες στοές, οι δύο κρήνες και το «Βουλευτήριο», και πλέον ο χώρος της πολιτικής Αγοράς συνδέεται αρχιτεκτονικά με τον χώρο των ναών, αποτελώντας εντυπωσιακό δείγμα μνημειώδους χωροταξικής οργάνωσης. Το Ιερό περιέβαλε τείχος με 16 πύργους και δύο πύλες.

Όπως μας παραδίδει ο Αχαιός ιστορικός Πολύβιος, στις στοές φυλάσσονταν αναθήματα και πολλά λάφυρα, κυρίως πανοπλίες, ενώ στα βάθρα και τις εξέδρες προ της ανατολικής στοάς είχαν στηθεί χάλκινοι ανδριάντες. Το τείχος κτίστηκε, σύμφωνα με τις επικρατέστερες θεωρίες, ίσως με την ίδρυση της Αιτωλικής Συμπολιτείας, είτε μετά την επιδρομή των Γαλατών το 279 π.Χ. ή και λίγο αργότερα, μετά τις εισβολές του Φιλίππου Ε΄, το 218 και το 206 π.Χ. Μετά την νίκη κατά των Γαλατών το 279 π.Χ. οι Αιτωλοί έστησαν στο Ιερό ένα τρόπαιο παρόμοιο με εκείνο που είχαν αναθέσει στους Δελφούς και παρίστανε γυναικεία οπλισμένη μορφή, την προσωποποιημένη Αιτωλία, καθισμένη σε σωρό γαλατικών όπλων. Από τους ανδριάντες και τα λάφυρα σώζονται σήμερα ελάχιστα σπαράγματα, καθώς το Ιερό συλήθηκε δύο φορές:

  • από τον Φίλιππο Ε΄ και
  • τον μακεδονικό στρατό.

Ο Πολύβιος στο ε΄ βιβλίο των Ιστοριών του αναφέρεται εκτενώς στην διπλή καταστροφή του Ιερού. Τέλος, το 167 π.Χ., μετά την ήττα του Περσέως από τους Ρωμαίους στη μάχη της Πύδνας και τη σταδιακή ρωμαϊκή κατάκτηση, επέρχεται η διάλυση της Αιτωλικής Συμπολιτείας και ο Θέρμος βαθμιαία εγκαταλείπεται και ερημώνεται. Στα νεώτερα χρόνια ο Θέρμος ονομαζόταν «Παλαιοπάζαρο» ή «Παζαράκι»…

Ο ναός του Θερμίου Απόλλωνος

Ο ναός του Απόλλωνος Θερμίου [38.55989018801212, 21.668164446411634] κτίστηκε γύρω στο 620 π.Χ. πάνω στα ερείπια του Μεγάρου Β. Είναι δωρικός, περίπτερος με σηκό και οπισθόδομο και κατεύθυνση Β.-Ν. Η εσωτερική κιονοστοιχία ήταν ξύλινη και στήριζε την δίρριχτη στέγη. Η περίσταση προστέθηκε στα τέλη του 6ου – α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. Τα ορατά σήμερα ερείπια του ναού ανήκουν στην τελευταία φάση των ελληνιστικών χρόνων (τέλη 3ου – αρχές 2ου αι. π.Χ). Λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του ναού του Απόλλωνος Θερμίου κτίζονται και δύο μικρότεροι, του Απόλλωνος Λυσείου και της Αρτέμιδος (;). Παρουσιάζουν ενδιαφέρον επίσης, δύο μικρά ιερά που έχουν εντοπιστεί στην ευρύτερη περιοχή του Θέρμου. Στο χωριό Ταξιάρχης έχουν αποκαλυφθεί τα ερείπια δύο ναών που κατασκευάστηκαν στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., ενώ στη Χρυσοβίτσα[2] το κύριο χαρακτηριστικό του Ιερού ήταν η άσκηση υπαίθριας λατρείας κοντά σε φυσική πηγή. Η λατρεία στο Ιερό αυτό άρχισε τον 6ο αι.π.Χ. και διήρκησε έως τα ρωμαϊκά χρόνια.

Ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. το Ιερό του Απόλλωνος στον Θέρμο φαίνεται ότι είχε αρχίσει να λειτουργεί ως τόπος λατρείας, χωρίς ωστόσο να έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα παναιτωλικού ιερού. Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. είχαν διαμορφωθεί πλέον οι προϋποθέσεις για την ίδρυση στον Θέρμο μνημειακών κτηρίων για την άσκηση της λατρείας. Η ίδρυση του μεγάλου ναού του Απόλλωνος, γύρω στο 620 π.Χ., αλλά και των άλλων δύο μικρότερων ναών, του Απόλλωνος Λυσείου και της Αρτέμιδος (;), δείχνει την ανάγκη εξυπηρέτησης διαφόρων λατρευτικών σκοπών περισσοτέρων κοινοτήτων. Την εποχή αυτή ο Θέρμος αρχίζει να διαδραματίζει τον ρόλο παναιτωλικού ιερού με υπερτοπικό – υπερκοινοτικό χαρακτήρα.

Ο ναός του Απόλλωνος Θερμίου κτίστηκε επάνω ακριβώς από το Μέγαρο Β και τον μεγάλο βωμό της τέφρας που το διαδέχθηκε. Τα σημερινά ερείπια ανήκουν κατά το πλείστον στην ανακατασκευή του στα τέλη του 3ου – αρχές 2ου αι. π.Χ., μετά δηλ. τη διπλή καταστροφή του Ιερού από τον Φίλιππο Ε΄, το 218 και 206 π.Χ. Πρόκειται για δωρικό περίπτερο ναό με σηκό και οπισθόδομο, διαστ. 38,23 x 12,13 μ. Έχει διεύθυνση Β.-Ν. με είσοδο στη νότια στενή πλευρά. Ξύλινη κιονοστοιχία αποτελούμενη από δώδεκα κίονες (σήμερα είναι ορατές οι λίθινες βάσεις τους) στήριζε τη δίρριχτη στέγη. Ο πρώιμος αρχαϊκός ναός του Απόλλωνος δεν είχε περίσταση. Αυτή προστέθηκε αργότερα και αποτελούνταν από δεκαπέντε κίονες στις μακριές και πέντε κίονες στις στενές πλευρές. Οι κίονες ήταν ξύλινοι, εκτός από το κατώτερο μέρος τους που πατούσε στον στυλοβάτη. Ο θριγκός ήταν επίσης ξύλινος και επενδεδυμένος με πλούσια ζωγραφιστά πήλινα αρχιτεκτονικά στοιχεία (σίμες, υδρορροές, ακροκέραμα, ακρωτήρια). Πήλινες ζωγραφιστές πλάκες με μυθολογικά θέματα, που παλαιότερα είχαν θεωρηθεί μετόπες από τον θριγκό του κτηρίου, φαίνεται ότι κοσμούσαν τους τοίχους του σηκού με τη μορφή ζωφόρου.

Κατά την Πρώιμη Αρχαϊκή εποχή ο ναός του Απόλλωνος ήταν ένας απλός σηκός. Στη νότια στενή πλευρά, όπου και η είσοδος, η στέγη διαμορφωνόταν σε αέτωμα, ενώ πίσω ήταν «σκουφωτή». Στην κεράμωση αυτής της στέγης ανήκουν στρωτήρες με προτομές λεόντων με ανοιχτό στόμα που χρησίμευαν ως υδρορροές, οι οποίοι εναλλάσσονται με ηγεμόνες καλυπτήρες που καταλήγουν σε προτομές κορών δαιδαλικού τύπου.

Όλες φορούν το ιερατικό κάλυμμα της κεφαλής, τον πόλο, ενώ η κόμμωση ακολουθεί δύο τύπους:

  • Στην πρώτη περίπτωση η κόμη διαμορφώνεται σε αστραγαλωτούς βοστρύχους που πλαισιώνουν το πρόσωπο και
  • στη δεύτερη η κόμη είναι ενιαία βαθμιδωτή και στο κάτω μέρος καταλήγει σε ελικοειδείς βοστρύχους.

Ωτία και κεφαλή έχουν αποδοθεί κατ’ ενώπιον, κατά τα πρότυπα της αρχαϊκής τέχνης, ενώ και στους δύο τύπους κορών είναι εμφανές το αρχαϊκό μειδίαμα. Το αέτωμα είχε οριζόντιο και καταέτιο γείσο με σειρά εναλλασσόμενων υπόλευκων και μελανών κύκλων σε μελανό βάθος και ακριβώς από πάνω σειρά εναλλασσόμενων λευκών και μελανών ημικυκλίων. Η σίμη έφερε επίσης, γραπτή διακόσμηση και κατέληγε ενδεχομένως σε προτομές λεόντων με κλειστό στόμα. Δυστυχώς το μεσαίο ακρωτήριο δεν έχει ανευρεθεί ή ταυτιστεί. Κεφάλι πάνθηρα, φτερά και βραχίονες Γοργόνων που τρέχουν ενδεχομένως ανήκουν στον γλυπτό διάκοσμο του αετώματος.

Τέλος, ο θριγκός είχε μια ζωφόρο από πήλινες ακόσμητες μετόπες που εναλλάσσονταν με τρίγλυφα. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το λευκό και το μαύρο. Οι προτομές των λεόντων ήταν χρωματισμένες με κόκκινο χρώμα και στις γυναικείες προτομές τα πρόσωπα έχουν αποδοθεί με λευκό χρώμα και η κόμη στο χρώμα της ώχρας. Η κεράμωση της στέγης του ναού του Απόλλωνος, σύμφωνα με τη συστηματική μελέτη των πήλινων γραπτών αρχιτεκτονικών μελών των παλαιών ανασκαφών από την G. Ηubner, φαίνεται ότι ανανεώθηκε ή τμήμα της αντικαταστάθηκε στην Πρώιμη Κλασική εποχή (γύρω στο 470-460 π.Χ.). Την εποχή αυτή ο ναός είχε ήδη αποκτήσει περίσταση κιόνων και αέτωμα και στις δύο στενές πλευρές (νότια και βόρεια).

Η νέα κεράμωση αποτελείται από απλούς επίπεδους στρωτήρες κορινθιακού τύπου και ηγεμόνες στρωτήρες, το μέτωπο των οποίων διακοσμείται με γραπτό μαίανδρο. Οι τριγωνικοί ηγεμόνες καλυπτήρες απολήγουν σε γυναικείες προτομές που φορούν πόλο στην κεφαλή. Πόλος και κόμη είναι διακοσμημένα με ζωηρά χρώματα (ερυθρό και μαύρο). Η σίμη του αετώματος διακοσμείται με εναλλασσόμενα άνθη λωτών και ανθέμια, ενώ το γείσο με πλοχμό. Το γωνιακό ακροκέραμο του αετώματος είχε τη μορφή λιονταριού με ανοιχτό στόμα ως υδρορροή. Για την απόδοση των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών του προσώπου του λιονταριού (οφθαλμοί, στόμα) και της κόμης, έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ζωηρά χρώματα, όπως το μαύρο και το ερυθρό.

Εντυπωσιακό είναι το γωνιακό ακρωτήριο που έχει τη μορφή καθιστής Σφίγγας και αποτελεί εξαίρετο δείγμα της μνημειακής πηλοπλαστικής που διατηρεί επίσης τα έντονα χρώματα, ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η απόδοση των ανατομικών χαρακτηριστικών προσώπου και σώματος.

Η Αγορά

Η αγορά του Θέρμου περιλαμβάνει:

  • τρεις στοές,
  • το «Βουλευτήριο» και
  • δύο κρήνες.

Οι στοές είναι από τις μεγαλύτερες και ανάμεσα στις δύο εξ αυτών διαμορφώνεται η «πλατεία οδός», όπου σώζεται πληθώρα βάθρων και εξεδρών, επάνω στις οποίες ήταν στημένοι οι χάλκινοι ανδριάντες. Στα ανατολικά της κρήνης έχουν αποκαλυφθεί πολλές λίθινες βάσεις διαφόρων σχημάτων, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο χώρος είχε χρησιμοποιηθεί για την ανάρτηση των λίθινων ενεπίγραφων στηλών, στις οποίες αναγράφονταν κυρίως τα ψηφίσματα του Κοινού των Αιτωλών.

Την εποχή ακμής της Αιτωλικής Συμπολιτείας το Ιερό και η πολιτική Αγορά του Θέρμου αποτελούν έναν ενιαίο ορθογωνισμένο χώρο, τους οποίους συνδέει στενόμακρη πλατεία, διαστ. 265 x 21 μ. Η τελευταία πλαισιώνεται στις μακρές πλευρές από την ανατολική και τη δυτική στοά, προς βορρά από τον ναό του Απόλλωνος Θερμίου και προς νότο από το λεγόμενο «Βουλευτήριο». Η διαμόρφωση αυτή μοιάζει περισσότερο με «πλατεία οδό», την οποία πλαισιώνουν στοές, σχήμα που συναντάται αργότερα στην Ιταλία και σε άλλες περιοχές, κυρίως στην ανατολική Μεσόγειο, π.χ. στη Μικρά Ασία, καθ’ όλη τη διάρκεια της Ρωμαϊκής εποχής. Η Αγορά του Θέρμου μπορεί να χρονολογηθεί στον πρώιμο 3ο αι. π.Χ. και αποτελεί το αρχαιότερο και εντυπωσιακότερο δείγμα της μνημειώδους αυτής χωροταξικής οργάνωσης. Η δε οπτική σύνδεση ναού Απόλλωνος και «Βουλευτηρίου» είχε επί πλέον έναν ακόμη πολιτικής σημασίας χαρακτήρα, να συνδέσει το παλαιό κοινό ιερό με την πολιτική έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Από την άποψη αυτή μπορεί να προσδοθεί στην Αγορά του Θέρμου ο χαρακτήρας της «Ιερής Αγοράς».

Η Αγορά του Θέρμου περιλαμβάνει τρεις στοές (την ανατολική, τη δυτική και τη νότια), το λεγόμενο «Βουλευτήριο» και δύο κρήνες. Οι δύο στοές, η ανατολική και η δυτική, συγκαταλέγονται μαζί με τη νότια στοά, η οποία είναι παράλληλη προς το νότιο σκέλος του τείχους και δεν έχει ανασκαφεί ακόμα, ανάμεσα στις μεγαλύτερες που έχουν βρεθεί όχι μόνον στη Δυτική Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Η κατασκευή τους τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ. Χρησίμευαν όχι μόνο για τις συνεδριάσεις και τις αρχαιρεσίες των αξιωματούχων της Αιτωλικής Συμπολιτείας, αλλά ταυτόχρονα για τη φύλαξη του αρχείου της Συμπολιτείας, των λαφύρων και των χιλιάδων αναθημάτων. Έχουν το σύνηθες σχήμα στοάς που επιχωριάζει στη βορειοδυτική Ελλάδα, με τοίχους στα άκρα της πρόσοψης. Δύο σειρές δωρικών κιόνων, μία στο εσωτερικό και μία στην πρόσοψη, χρησίμευαν για τη στήριξη της στέγης. Σήμερα είναι ορατές στο εσωτερικό τους μόνον οι λίθινες βάσεις έδρασης των κιόνων αυτών, οι οποίοι θα ήταν ξύλινοι, όπως άλλωστε και ο θριγκός των κτηρίων αυτών. Τα κατώτερα μέρη των τοίχων τους ήταν λίθινα, ενώ η ανωδομή από ωμές πλίνθους.

  • Η ανατολική στοά, διαστ. 173 x 13,50 μ., έχει λίθινο κρηπίδωμα στην πρόσοψη και δύο ανοίγματα στον οπίσθιο τοίχο, μέσω των οποίων λίθινα μνημειώδη κλιμακοστάσια οδηγούσαν σε ψηλότερο της στοάς άνδηρο στους πρόποδες του υψώματος Μεγαλάκκος.
  • Η δυτική στοά, διαστ. 164 x 13,60 μ., είχε στυλοβάτη στην πρόσοψη με μία μόνο λίθινη βαθμίδα και κλειστό δωμάτιο στο βόρειο άκρο. Σε απόσταση 1 μ. περίπου από τον στυλοβάτη της δυτικής στοάς διέρχεται λίθινος αγωγός με διακεκομμένη κάλυψη από ασβεστολιθικές πλάκες.

Μπροστά από την ανατολική στενή πλευρά της νότιας στοάς, την πρόσοψη του «Βουλευτηρίου» και της ανατολικής στοάς σώζονται πληθώρα βάθρων και εξεδρών, διαφόρων τύπων, ορθογωνίων, τετράγωνων, αψιδωτών, πειόσχημων, στα οποία ήταν στημένοι χάλκινοι ανδριάντες, αδιάψευστοι μάρτυρες της ακτινοβολίας του Iερού του Θέρμου. Ειδικός χώρος αμέσως ανατολικά της κρήνης, όπου σήμερα είναι ορατός μεγάλος αριθμός λίθινων βάσεων στηλών, φαίνεται ότι είχε χρησιμεύσει για την έδραση των λίθινων στηλών, στις οποίες αναγράφονταν ψηφίσματα της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

  • Η νότια στοά, διαστ. 185 x 15,40 μ., η μεγαλύτερη από τις τρεις, δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Ωστόσο, είναι σήμερα ορατές κατά μήκος της στενής ανατολικής της πλευράς δύο τουλάχιστον λίθινες βαθμίδες από την κρηπίδα του μνημείου.

Οι στοές καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της διπλής εισβολής του Φιλίππου Ε΄ στην Αιτωλία το 218 και 206 π.Χ. Λίγο μετά την καταστροφή της η ανατολική στοά ανακατασκευάστηκε και απέκτησε λίθινο θρανίο κατά μήκος του βόρειου και ανατολικού της τοίχου. Η τελική καταστροφή των στοών τοποθετείται μετά την ήττα του Περσέως από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. στη μάχη της Πύδνας, οπότε αρχίζει σταδιακά η ερήμωση και εγκατάλειψη του Ιερού του Απόλλωνος στον Θέρμο.

  • Κρήνη

Η κρήνη της Αγοράς του Θέρμου βρίσκεται στη βορειοδυτική άκρη της «πλατείας οδού» σε απόσταση 9 μ. περίπου από τον βόρειο τοίχο της δυτικής στοάς. Έχει κατασκευαστεί επάνω σε φυσική πηγή που αναβλύζει στη θέση αυτή έως σήμερα και η πρόσοψή της είναι προς τα δυτικά.

Έχει το σχήμα ορθογώνιας δεξαμενής, διαστ. 6,18 x 3,60 μ., είναι κατασκευασμένη από μεγάλους ορθογωνισμένους ογκόλιθους, το μέγιστο σωζομενο ύψος των τοιχωμάτων της είναι 1,50 μ. και έχει πειόσχημη κάτοψη. Το νερό πηγάζει ανάμεσα από τους αραιά τοποθετημένους λίθους της κατώτερης σειράς. Δεν έχει ακόμη αποδειχθεί, εάν διέθετε κρουνούς. Πλακόστρωτο δάπεδο περιέβαλε τις τρεις πλευρές της, τη βόρεια, τη δυτική και τη νότια. Στην πίσω της πλευρά υπάρχει ημικυκλική εξέδρα που βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από αυτή και βλέπει προς την πλατεία της Αγοράς.

Η επιγραφή με την συμφωνία συμμαχίας Αιτωλών – Ακαρνάνων (260 -250 π.Χ.).

  • Βουλευτήριο

Τέλος, το «Βουλευτήριο» ήταν ορθογώνιο κτίσμα, διαστ. 26 x 20 μ., με τρεις βαθμίδες και προστώο στη βόρεια πλευρά, το οποίο δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Βρίσκεται στο νότιο άκρο της στενόμακρης πλατείας της Αγοράς και απέχει μόλις 2 μ. περίπου από την εσωτερική παρειά του νότιου σκέλους του τείχους.

Κτήρια

Κτήρια του οικισμού αυτού έχουν αποκαλυφθεί βόρεια, νότια και δυτικά του ναού του Απόλλωνος Θερμίου, τα οποία χαρακτηρίζονται από ποικιλία ως προς τη μορφή και το μέγεθος. Πρόκειται για ελλειψοειδή, τετράγωνα, ορθογώνια, καμπυλόγραμμα κτίσματα, κατασκευασμένα με ντόπιες ασβεστολιθικές πλάκες και χώμα ως συνδετικό υλικό. Σήμερα είναι ορατά τουλάχιστον επτά, ενώ θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι υπήρχαν πολύ περισσότερα, αφού λείψανα μιας ακόμη αψιδωτής οικίας είχαν ερευνηθεί από τον Γ. Σωτηριάδη στον χώρο που σήμερα βρίσκεται το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρχαιότερα έχουν θεωρηθεί εκείνα με ελλειψοειδές περίγραμμα, ενώ μεταγενέστερα τα τετράπλευρα. Η ανασκαφή του υστεροελλαδικού οικισμού, ο οποίος είναι από τους μεγαλύτερους που έχουν εντοπιστεί στον ελλαδικό χώρο, έχει αποδείξει ότι οι δύο αυτοί τύποι κτηρίων συνυπήρχαν για μια ορισμένη χρονική περίοδο.

  • Μέγαρο Α

Το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο κτήριο του οικισμού αυτού αποτελεί το αψιδωτό κτίσμα, γνωστό ως Μέγαρο Α. Βρίσκεται βορειοδυτικά του αρχαϊκού ναού του Απόλλωνος Θερμίου και εν μέρει κάτω από αυτόν. Στο βόρειο άκρο του διαμορφώνεται αψίδα και οι τοίχοι του που είναι κατασκευασμένοι από πλακοειδείς λίθους είναι ελαφρώς καμπύλοι. Η ανωδομή του ήταν από ωμές πλίνθους. Σήμερα σώζεται μόνον η λίθινη θεμελίωσή του. Οι διαστάσεις του κτηρίου είναι 22 x 6 μ. Η πρόσοψή του ήταν ανοιχτή και στα άκρα των τοίχων του πρέπει να υπήρχαν παραστάδες. Εγκάρσιοι τοίχοι χωρίζουν το εσωτερικό του σε τρεις χώρους, προθάλαμο, κύριο και οπίσθιο δωμάτιο. Η ελαφρά κλίση των τοίχων προς το εσωτερικό δείχνει ότι κατέληγε σε θολοειδή στέγη, η οποία ασφαλώς θα ήταν ξυλόπλεκτη και επιχρισμένη με πηλό. Η άποψη ότι το κτήριο είχε χρησιμοποιηθεί ως τύμβος (ηρώο), που βασίστηκε στις παρατηρήσεις του πρώτου ανασκαφέα για ύπαρξη τάφων στο εσωτερικό του, δεν επαληθεύτηκε από τις νεώτερες ανασκαφές. Πιθανότερη θεωρείται η άποψη ότι είχε χρησιμοποιηθεί ως έδρα του τοπικού άρχοντα. Το Μέγαρο Α κτίστηκε πριν από το 1500 π.Χ. και καταστράφηκε, όπως και τα υπόλοιπα κτήρια του προϊστορικού οικισμού, στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού – αρχές της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (1100/1050 π.Χ.).

  • Μέγαρο Β

Στα τέλη της Ύστερης Εποχής του Χαλκού – αρχές της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (γύρω στο 1100 / 1050 π.Χ.) καταστρέφεται ο προϊστορικός οικισμός του Θέρμου και πάνω στα ερείπια του ιδρύεται ένας νέος οικισμός, από τον οποίο σήμερα είναι ορατά ελάχιστα κτηριακά κατάλοιπα. Το γνωστό Μέγαρο Β αποτελεί το μεγαλύτερο και επισημότερο κτήριο του νέου οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου. Αποκαλύφθηκε ακριβώς κάτω από το ναό του Απόλλωνος Θερμίου και σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό του Μεγάρου Α. Το κτήριο, διαστασεων 21,40 x 7,30 μ., έχει ερμηνευθεί ως αρχηγική έδρα, δηλ. έδρα του τοπικού άρχοντα, και χώρος κοινοτικών συναθροίσεων των μελών της κοινότητας.

Παλαιότερα είχε θεωρηθεί ότι έχει καμπύλους τοίχους και μορφή παρόμοια με εκείνη του Μεγάρου Α, ακολουθώντας την αρχιτεκτονική παράδοση των αψιδωτών κτηρίων του προϊστορικού οικισμού. Επίσης, είχε θεωρηθεί πρόδρομη μορφή του δωρικού περίπτερου ναού, καθώς οι πρώτοι ανασκαφείς είχαν συνδέσει με το κτήριο αυτό σειρά ακανόνιστων λίθινων πλακών που βρέθηκαν γύρω από αυτό και είχαν ερμηνευθεί ως βάσεις κιόνων ενός ελλειψοειδούς περιστυλίου. Η νεώτερη ανασκαφή από τον καθηγητή Ι.Α. Παπαποστόλου απέδειξε ότι το Μέγαρο Β κτίστηκε ως ένα κανονικό ορθογώνιο κτήριο και ότι η καμπυλότητα των τοίχων του οφείλεται στις νεώτερες επιχώσεις και σε φυσικά αίτια. Επιπλέον, ουδέποτε απέκτησε περίσταση κιόνων, αφού οι λίθινες πλάκες που βρέθηκαν γύρω από αυτό, βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο και τοποθετήθηκαν μετά την καταστροφή του κτηρίου.

Η καταστροφή του Μεγαρου Β τοποθετείται στα τέλη του 9ου ή στις αρχές του 8ου αι. π.Χ. Την εποχή αυτή ιδρύεται πάνω στα ερείπιά του μία πήλινη εστία – βωμός τέφρας, όπου τελούνταν ολόκαυστες θυσίες σε στιγμές κυρίως εξωτερικού κινδύνου και κρίσεων, και μικρός ξυλόπλεκτος οίκος στο οπίσθιο δωμάτιο του Μεγάρου Β. Τα πρωιμότερα ίχνη λατρείας ανάγονται την εποχή αυτή και η λατρεία που θα ασκείτο είναι ασφαλώς υπαίθρια και σχετίζεται με κτιστούς βόθρους θυσιών που ανοίγονται μπροστά από το Μέγαρο Β και σε αυτούς ανατίθεντο σιδερένια κυρίως όπλα (αιχμές δοράτων, εγχειρίδια, μαχαίρια κ.α.), καθώς επίσης χάλκινα ειδώλια. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. τοποθετούνται γύρω από την εστία των θυσιών οι δεκαοκτώ λίθινες ακανόνιστες πλάκες σε ελλειψοειδή διάταξη για τη στήριξη των στύλων του περιβόλου που όριζε το τέμενος της υπαίθριας λατρείας. Ο Θέρμος τότε φαίνεται ότι λειτουργούσε ως Ιερό του θεού Απόλλωνος, του θεού που στέλνει και αποτρέπει το κακό και προστατεύει τους νέους. Έχει αποδειχθεί επίσης ανασκαφικά με την εύρεση μεγάλου αριθμού χάλκινων σφηκωτήρων η άσκηση τελετών ενηλικίωσης των εφήβων, οι οποίοι αφιέρωναν την κόμη τους στον Απόλλωνα.

Το Μέγαρο Β ουδέποτε απέκτησε συγκεκριμένο λατρευτικό χώρο. Στο εσωτερικό του δεν έχουν ταυτιστεί στοιχεία που να αποδεικνύουν την άσκηση λατρείας. Την εποχή χρήσης του κτηρίου λατρευτικές πράξεις που σχετίζονται με την τέλεση θυσιών ή την προσφορά γευμάτων στους κατοίκους του οικισμού, προσφέρονταν από τον τοπικό άρχοντα, τον αρχηγό της έδρας, και ελάμβαναν χώρα στην ευρύχωρη πλακόστρωτη αυλή που έχει αποκαλυφθεί μπροστά από την είσοδο, στη νότια πλευρά του Μεγάρου Β. Στοιχείο λατρείας μπορεί να θεωρηθεί ακατέργαστος πεσσόμορφος λίθος, ο οποίος βρέθηκε στημένος σε στρώμα στάχτης στη θέση των παλαιότερων βόθρων θυσιών και έχει ερμηνευθεί από τον ανασκαφέα Ι. Α. Παπαποστόλου ως «ιερός λίθος». – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Η λατρεια του λιθου”, ΕΔΩ.

  • Οικία β

Η οικία β, ευρισκόμενη στα νοτιοανατολικά του ναού του Απόλλωνος Θερμίου, αποτελεί ένα ξεχωριστό σπίτι του προϊστορικού οικισμού. Πρόκειται για αντιπροσωπευτικό δείγμα σύνθετης οικίας με ελλειψοειδές περίγραμμα – διαστασεις 14,80 x 5,20 μ. Στο δάπεδό του, που ήταν στρωμένο με λίθινες πλάκες, βρέθηκαν λείψανα εστιών. Εγκάρσιοι τοίχοι με ανοίγματα χωρίζουν το κτήριο σε τρία δωμάτια, ενώ φαίνεται προς τα δυτικά της οικίας ότι διαμορφωνόταν αυλή που ορίζεται από τοιχάριο αμελούς κατασκευής. Η στέγη ήταν δίρριχτη με θολωτή διαμόρφωση στο αψιδωτό μέρος. Στο δωμάτιο β2 βρέθηκε πληθώρα πιθοειδών αγγείων και χρηστικών σκευών.

Ασχολίες

Οι κάτοικοι του οικισμού αυτού ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η ανασκαφή των κτηρίων απέδωσε πληθώρα κεραμικής που μας βοηθάει να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του.

Η κεραμική κατατάσσεται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

  • 1) αμαυρόχρωμη κεραμική της Μεσοελλαδικής παράδοσης (γύρω στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.)
  • 2) ντόπια χειροποίητη κεραμική (1600-1200 π.Χ.),
  • 3) μυκηναϊκή κεραμική. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν, είτε εισηγμένα αγγεία, είτε απομιμήσεις μυκηναϊκών αγγείων, που θεωρούνται όμως ντόπια παραγωγή. Η στρωματογραφική έρευνα των τελευταίων ανασκαφών απέδειξε ότι η εισαγωγή μυκηναϊκών αγγείων που παρουσιάζουν ομοιότητες με αγγεία από Αχαΐα, Αργολίδα, Κόρινθο κ.λ.π., καθώς επίσης, η παραγωγή τοπικών απομιμήσεων σταματούν μετά την καταστροφή του προϊστορικού οικισμού με την εμφάνιση μιας νέας κατηγορίας κεραμικής, της αμαυρόχρωμης, με επιρροές από τον βορειοδυτικό πολιτισμικό χώρο, η οποία συνδέεται με την ίδρυση στον Θέρμο του οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.

Με την ίδρυση του οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου συνδέεται η εμφάνιση μιας νέας κατηγορίας κεραμικής που σχετίζεται με τον βορειοδυτικό πολιτισμικό χώρο (Ήπειρος, Δυτική Μακεδονία). Τα αμαυρόχρωμα αγγεία της εποχής αυτής είναι χειροποίητα και το πιο συνηθισμένο σχήμα αγγείου αποτελεί το μόνωτο κύπελλο με στρογγυλό σώμα. Ομάδες κάθετων και λοξών γραμμών, κρόσσια που κρέμονται κάτω από οριζόντιες ταινίες, δικτυωτοί ρόμβοι και σπανιότερα φυτικά θέματα είναι τα συνήθη διακοσμητικά μοτίβα των αγγείων αυτής της κατηγορίας.

Τειχος

Στα τέλη του 4ου – αρχές του 3ου αι. π.Χ. έχουν συντελεστεί οι απαραίτητες διεργασίες για τη μετατροπή την εποχή αυτή του Ιερού του Θέρμου σε θρησκευτικό κέντρο και πολιτική έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Ο χώρος συνδέεται πλέον αρχιτεκτονικά σε ένα ενιαίο σύνολο με τον θρησκευτικό πυρήνα προς βορρά και με την πολιτική αγορά προς νότο, όπου τελούσαν κάθε χρόνο οι Αιτωλοί «αγοράς τε καi πανηγύρεις επιφανεστάτας, έτι δε τάς των αρχαιρεσιών καταστάσεις». Σύμφωνα με μία άποψη, ήδη κατά τα τέλη του 4ου και τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. το Ιερό θα πρέπει να είχε τειχιστεί με ισχυρό οχυρωματικό περίβολο. Είναι η εποχή, όπου ήδη έχει συντελεστεί ο μετασχηματισμός των ανοχύρωτων κωμών σε οχυρωμένα οικιστικά κέντρα και επιπλέον συμβαδίζει με την αρχή λειτουργίας της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Σύμφωνα με μία άλλη άποψη, το Ιερό απέκτησε τείχος μετά την επιδρομή των Γαλατών το 279 π.Χ. ή και αργότερα μετά την εισβολή του Φιλίππου Ε΄ στην Αιτωλία και τη διπλή καταστροφή του Ιερού το 218 και 206 π.Χ.

Το τείχος είναι κατασκευασμένο κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα δόμησης από μεγάλους ογκόλιθους από ντόπιο ασβεστόλιθο, η άμυνά του ενισχύεται με δεκαέξι τετράγωνους πύργους, ενώ διέθετε δύο πύλες. Η κεντρική πύλη, στη νοτιοδυτική γωνία του περιβόλου, μεγιστο πλάτους 2,95 μ. και σωζ. ύψους 1,57 μ., ενισχύεται με δύο κυκλικούς πύργους, ενώ η δεύτερη, στη βόρεια πλευρά του περιβόλου, μεγιστο πλάτους 3,22μ. και σωζομενο ύψους 1,43μ., με τετράγωνους. Το τείχος περιβάλλει το Ιερό και την Αγορά από τη βόρεια, τη δυτική και τη νότια πλευρά, ενώ προς ανατολάς το ύψωμα Μεγαλάκκος προσέφερε φυσική προστασία. Ο οχυρωματικός περίβολος περιέβαλε επίσης προς δυσμάς ευρύ πεδίο, στο οποίο ενδεχομένως θα στήνονταν πρόχειροι καταυλισμοί των επισκεπτών και θα ελάμβαναν χώρα οι εμπορικές συναλλαγές, οι εορτές και οι πανηγύρεις. Από την κεντρική πύλη του Ιερού στη νοτιοδυτική γωνία του οχυρωματικού περιβόλου εισέβαλαν τα στρατεύματα του Φιλίππου Ε΄, αφού πρώτα προέλασαν καταστρέφοντας όλες τις αιτωλικές πόλεις κατά μήκος της νότιας πλευράς της λίμνης Τριχωνίδας και ανηφορίζοντας στη συνέχεια στα απότομα και απόκρημνα υψώματα της Αγριλιάς, πάνω από τον σημερινό οικισμό Σιταράλωνα (παλαιά ονομασία Μωρόσκλαβο).

Ανασκαφή

Η ανασκαφή της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας στον Θέρμο αποτελεί μία από τις παλαιότερες στον ελλαδικό χώρο και έχει συνδεθεί με μεγάλες μορφές Ελλήνων αρχαιολόγων. Άρχισε το 1897 από τον Έφορο Αρχαιοτήτων και καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γ. Σωτηριάδη, και συνεχίστηκε από τον καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κ. Α. Ρωμαίο, έως το 1932. Κατά τις πρώτες ανασκαφές ήλθαν στο φως τα περισσότερα μνημεία του χώρου και πλήθος ευρημάτων. Ο Ρωμαίος, αναφέρει: «όταν ποτέ ανασκαφώσι πλήρως αί στοαί καί τά άλλα κτίσματα, ο αρχαιολογικός τόπος θα αποβεί κατά την Ελλάδα μοναδικός». Η νεώτερη ανασκαφή άρχισε το 1983 και συνεχίζεται έως σήμερα από τον ομότιμο καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ι. Α. Παπαποστόλου.

Οι ανασκαφές μέχρι σήμερα δεν έχουν φέρει στο φως αδιάψευστα στοιχεία για την άσκηση λατρείας κατά τη διάρκεια ζωής του προϊστορικού οικισμού. Λιγοστές πληροφορίες μας παρέχουν τα ίδια τα ανασκαφικά δεδομένα και τα κινητά ευρήματα, τα οποία αποδεικνύουν ότι ελάχιστα και ανεξιχνίαστα είναι τα κατάλοιπα λατρείας την εποχή αυτή.

ΠΗΓΗ: δρ. Ολ. Βικάτου, αρχαιολόγος – προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτ/νίας και Λευκάδος, ΥΠΠΟΑ. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2013.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Γ. Λεκάκη:

[1] Ο Θέρμος – λαϊκότερα το Θέρμο Τριχωνίδας – στον 38ο παράλληλο [38°34’25.0″N 21°39’59.0″E] απέχει 32 χλμ. από το Αγρίνιο. Η αρχαία πόλη φαίνεται πως εκτεινόταν πολύ, διότι αρχαιολογικά ευρήματα έχουν βρεθεί και στην Χρυσοβίτσα[2] και το Πετροχώρι[3]. Η παραλίμνια πανίδα και χλωρίδα του είναι μοναδικες. Απ’ εδώ μπορείτε να επισκεφτείτε:

  • τον πανέμορφο καταρράκτη του Μοκιστιάνου (πηγές Αγίας Σοφίας – 38.5825965993838, 21.6491384110416),
  • το ιστορικό γεφύρι της Αρτοτίβας[4], κ.ά.
  • Τις μονές Αγίας Παρασκευής (με αναπαράσταση Κρυφού Σχολείου, που λειτουργούσε εκεί, με κέρινα ομοιώματα), Εισοδίων της Θεοτόκου στην Μυρτιά και Τιμίου Προδρόμου στην Δερβέκιστα, την ερειπωμένη ΙΜ Φωτμού Πετροχωρίου (με αγιογραφίες προ του 16ου – 17ου αι.), την ΙΜ. Καταφυγίου στον Δρυμώνα, και τον ΙΝ Αγίου Γεωργίου του εξ Ιωαννίνων στο Αργυρό Πηγάδι.

[2] Όμορφο γραφικό χωριό. 7 χλμ. Α. από το Θέρμο, στον 38ο παράλληλο [38°34′28″N 21°42′10″E], με πετρόκτιστα σπίτια, 4 εκκλησίες, λαογραφικό μουσείο (στο πρώην Δημοτικό Σχολείο), κ.ά.

[3] Ένα από τα χωριά της ιστορικής περιοχής του Απόκουρου (όνομα που θυμίζει τους Κουρήτες, πρώτους κατοίκους της περιοχής). Το χωριό [38°32′43″N 21°38′56″E] είναι τουριστικά φημισμένο για τα ηλιοβασιλέματά του, προς την λίμνη Τριχωνίδα. Εδώ το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι στην παρόχθια περιοχή Φωτμός (ΒΔ. του χωριού), η βοτσαλωτή παραλία Φωτμού και η Άμμος στην λίμνη. Και το εγκαταλελειμμένος οικισμός του Μωρόσκλαβου / Μουρόσκλαβου / Μπρόσκλαβου / Μυροσάλαβου. Εδώ λειτουργούσε και ειρηνοδικείο!

Στο Μωρόσκλαβο (38°31’02.0″N 21°40’19.0″E, του τ. Δήμου Παμφίας), έχουν βρεθεί αρχαία αιτωλικά νομίσματα. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν δημητριακά και είχαν βελανιδιές. Το χωριό εγκαταλείφθηκε λίγο μετά τα μισά του 20ού αιώνα από έλλειψη νερού. Οι κάτοικοί του πήγαν στο γειτονικό χωριό Σιταράλωνα. Στον δρόμο Θέρμου – Κάτω Μακρινούς στο ύψος της διασταύρωσης προς το Μωρόσκλαβο, υπάρχει το ομώνυμο πέτρινο οδογέφυρο του 1889.

[4] Η Αρτοτίβα – νυν Αχλαδόκαστρο [38°34′53.18″N 21°45′0.40″E] φημίζεται για τα αχλάδια της. Λειτουργεί Λαογραφικό Μουσείο (στο τ. Δημοτικό σχολείο). Στο Καστράκι ευρέθηκαν κεραμίδια με επιγραφές αλλά και αρχαίο νόμισμα με την επιγραφή «Πρόσχιον». Τουριστικά αξιοθέατα τα ξωκκλήσια του Αγίου Γεωργίου, του Προφήτη Ηλία (Αϊ-Λιάς) και της Αγίας Παρασκευής. Αλλά πάνω απ’ όλα, το Γεφύρι της Αρτοτίβας (παραπάνω φωτ.)!

Η Αιτωλοακαρνανία έχει περίπου 80 γεφύρια! Το Γεφύρι της Αρτοτίβας (η Καμάρα ή Βενέτικο – 38.565643626388045, 21.74343410283222), είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την τοπική ιστορία, την οικονομία και την κοινωνική ζωή της ευρύτερης περιοχής του Θέρμου, της βόρειας Ναυπακτίας και της ΝΑ. Ευρυτανίας. Κατασκευάστηκε ή ανακατασκευάστηκε κατά την Α΄ Ενετοκρατία (1407 – 1499). Είναι από τα αρχαιότερα γεφύρια, από όσα σώζονται, στην Αιτωλοακαρνανία και ένα από τα παλαιότερα στην Ελλάδα. Έχει προσφατως επισκευασθεί, μάλιστα, και έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ33/39725/1077 ΦΕΚ 798/14.9.1995). Είναι κτισμένο στο στενότερο σημείο του ποταμού Ευήνου, λίγο πριν την συμβολή του με τον παραπόταμό του, Κότσαλο. Το χωριό Αρτοτίβα (είναι το σημερινό Αχλαδόκαστρο). Ήταν το πρώτο χωριό της Ναυπακτίας που συναντούσε το παλαιό μονοπάτι – μουλαρόδρομος, που διερχόταν από το γεφύρι στην μακρά πορεία του, από τις ακτές της Αιτωλίας κοντά στις εκβολές του Ευήνου έως τα ορεινά της ενδοχώρας. Το γεφύρι είναι μονότοξο, λιθόκτιστο με ασβεστοκονίαμα. με άνοιγμα τόξου 23,65 μ., συνολικό μήκος 42 μ. και το ελεύθερο από την κοίτη έως το εσωρράχιο ύψος ανέρχεται σε 10,40 μ. Το οδόστρωμα από τα δύο άκρα της γέφυρας ως την κορυφή προχωρεί με κεκλιμένα πλατύσκαλα. Η τελική επίστρωση γίνεται με καλντερίμι επιμελώς κατασκευασμένο. Ο τρόπος κατασκευής του εμφανίζει ομοιότητες με την ηπειρώτικη γεφυροποιία – άρα ίσως κτίστηκε με την σημερινή του μορφή στα μέσα του 18ου αιώνα. Αλλά το πιθανότερο είναι πριν την οθωμανοκρατία. Το γεφύρι λόγω της στρατηγικής θέσης του υπήρξε θέατρο σημαντικών μαχών επί οθωμανοκρατίας, της Επανάστασης του 1821 (λ.χ. του οπλαρχηγού Ι. Αγγελάκη με τον Γιουσούφ Αράπη), αλλά και στον εμφυλιου. Από αυτό πέρασαν οι διασωθέντες της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου (10.4.1826), ακολουθώντας το μοναδικό προς την ορεινή ενδοχώρα μονοπάτι των αρχαίων Αιτωλών και των σήμερα ακόμη ημινομάδων κτηνοτρόφων. Το γεφύρι συνέδεε την Δυτική Αιτωλία με την ορεινή Ναυπακτία και την Ευρυτανία μέχρι την δεκαετία του 1950! – οπότε και κατασκευάσθηκε ο νέος δρόμος Θέρμου – Πλατάνου. Φτάνει κανείς σε αυτό με εκτός δρόμου όχημα μέσω της διαδρομής:

  • Θέρμο – Αβαρίκος (με μεγάλο πλάτανο, αλλά φήμη για το ξύλινο “καρέλι” – περαταριά / πέραμα εναέριο για τον Εύηνο – χωματόδρομος 3 χλμ.) – Δοσούλα – χαλαρή πεζοπορια για Γέφυρα Αρτοτίβας.
  • Θέρμο – Κάτω Χρυσοβίτσα – Δοσούλα – Γέφυρα Αρτοτίβας (υπάρχει σήμανση.
  • ή μέσω μονοπατιού, που ξεκινά από την Κάτω Χρυσοβίτσα.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”.

Θερμος, παναιτωλικο ιερο ακροπολις συμπασης Αιτωλιας Πηλινη ζωγραφιστη πλακα μετοπη μυθολογικη παρασταση αρχαιος ναος θερμιου Απολλωνος Θερμο χελιδων αηδων μυθος Προκνη φιλομηλα Κυνηγος ελαφι αγριοχοιρος αγριογουρουνο καλυδωνιος καπρος

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

ΣΥΜΒΟΛΗ στην ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ της ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ – του Γ. Λεκάκη

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ της ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ Αγγελίδου Μ. «Το βιβλίο των πειρατών», εικ....

Οι μαστιχιές της Λέρου – συγγενείς των μαστιχόδενδρων της Χίου!

Υπάρχουν στιγμές που η φύση σου αποκαλύπτεται όχι μέσα...

Ιαματικές πηγές Αιτωλοακαρνανίας – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Η Αιτωλοακαρνανία είναι από τις περιοχές της...

Αγκαλιασμένο ζευγάρι, νεολιθικής εποχής, βρέθηκε στην Μάνη! – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Η νύμφη Δυρώ ονομάτισε μια ολόκληρη περιοχή...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form