Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

7 C
Athens
Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου, 2026

H «αγγλική» λέξη sock (κάλτσα) είναι αρχαία ελληνική

Του Δημήτρη Συμεωνίδη JP

δημοσιογράφου / ανταποκριτού Ε.Σ.Ε.Μ.Ε.

(Ένωση Συντακτών Ευρωπαϊκών Μέσων Ενημέρωσης)

Η αγγλική λέξη sock λέξη (= κάλτσα[1]) είναι αρχαία ελληνική.

Ενώ η ίδια η αγγλική λέξη sock είναι δυτικογερμανική, τελικως έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική.

Η γλωσσική εξέλιξη της λέξης έχει ως εξής:

Προέρχεται από την Αρχαία ελληνική λέξη σύκχος, η οποία αναφερόταν σε ένα ελαφρύ παπούτσι ή λεπτό παντόφλα, που φορούσαν συχνά οι κωμικοί ηθοποιοί. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκακης «Τα 105 είδη αρχαίων ελληνικών υπδημάτων», ΕΔΩ. Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι μπορεί να προέρχεται από την φρυγική [ΣΧΟΛΙΟ Γ. Λεκάκη: δηλ. θρακο-μακεδονικη] γλώσσα.

Η ελληνική λέξη υιοθετήθηκε στα λατινικά ως soccus, περιγράφοντας ένα χαμηλοτάκουνο, φαρδύ παπούτσι ή παντόφλα που φοριόταν στην ρωμαϊκή κωμωδία.

Ο εικονικός τύπος αυτός, λέγεται γενικώς “βγάζει ή φορά το σανδάλι της”. Αλλά εδώ συγκεκριμένως, η γυναίκα, δεν κάνει κάτι τέτοιο…

Από τα λατινικά, εισήλθε στην παλιά αγγλική ως socc, που σημαίνει «ελαφριά παντόφλα». Και εξελίχθηκε στον σύγχρονο όρο sock [ΣΧΟΛΙΟ Γ. Λεκάκη: > γερμ. Schuhe = υπόδημα, soccer = ποδόσφαιρο, επί της ουσίας με υποδήματα].[3]

Αν και το όνομα για τις σύγχρονες κάλτσες[1] έχει ελληνικές ρίζες, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν επίσης άλλους όρους για τα καλύμματα ποδιών. Τον 8ο αιώνα π.Χ., ο ποιητής Ησίοδος ανέφερε τους πίλους, οι οποίοι ήταν πρωτόγονες κάλτσες φτιαγμένες από μπερδεμένες τρίχες ζώων (παρόμοιες με την τσόχα) που φοριόντουσαν μέσα σε σανδάλια για ζεστασιά. Ο Ησίοδος έγραψε τα ποιήματά του κατά την διάρκεια της σκληροτράχηλης ποιμενικής ζωής του. Στο έργο του Έργα και Ημέρες συμβουλεύει τον αδελφό του Πέρση πώς να προφυλάσσεται από το κρύο και τί να φοράει στο κεφάλι, το κορμί κλπ. «Γύρω από τα πόδια σου πέδιλα ταιριαστά να δέσεις από βόδι, που βίαια θανατώθηκε, με πίλημα από μέσα ντύνοντάς τα» – Ησίοδος, «Έργα και Ημέρες» (στιχ. 542, 750-700 π.Χ.) από την Άσκρα Βοιωτίας, κάτω από τους πρόποδες του Ελικώνα.

Οι στίχοι 536 – 554 – Αρχαίον Κείμενον:

Καὶ τότε ἕσσασθαι ἔρυμα χροός, ὥς σε κελεύω,

χλαῖνάν τε μαλακὴν καὶ τερμιόεντα χιτῶνα·

στήμονι δ᾽ ἐν παύρῳ πολλὴν κρόκα μηρύσασθαι·

τὴν περιέσσασθαι, ἵνα τοι τρίχες ἀτρεμέωσι

540 μηδ᾽ ὀρθαὶ φρίσσωσιν ἀειρόμεναι κατὰ σῶμα·

ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδιλα βοὸς ἶφι κταμένοιο

ἄρμενα δήσασθαι, πίλοις ἔντοσθε πυκάσσας·

πρωτογόνων δ᾽ ἐρίφων, ὁπότ᾽ ἂν κρύος ὥριον ἔλθῃ,

δέρματα συρράπτειν νεύρῳ βοός, ὄφρ᾽ ἐπὶ νώτῳ

545 ὑετοῦ ἀμφιβάλῃ ἀλέην· κεφαλῆφι δ᾽ ὕπερθεν

πῖλον ἔχειν ἀσκητόν, ἵν᾽ οὔατα μὴ καταδεύῃ.

ψυχρὴ γάρ τ᾽ ἠὼς πέλεται Βορέαο πεσόντος,

ἠῷος δ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἀστερόεντος

ἀὴρ πυροφόροις τέταται μακάρων ἐπὶ ἔργοις,

550 ὅς τε ἀρυσσάμενος ποταμῶν ἀπὸ αἰεναόντων,

ὑψοῦ ὑπὲρ γαίης ἀρθεὶς ἀνέμοιο θυέλλῃ,

ἄλλοτε μέν θ᾽ ὕει ποτὶ ἕσπερον, ἄλλοτ᾽ ἄησιν,

πυκνὰ Θρηικίου Βορέω νέφεα κλονέοντος.

τὸν φθάμενος ἔργον τελέσας οἶκόνδε νέεσθαι.[2]

Άλλες Αρχαίες ελληνικές Πηγές:

ΗΣΥΧΙΟΣ – Hesychius “Hesychii Alexandrini lexicon, vols. 3–4”, επιμ. Schmidt M.
Halle: *n.p., 3:1861; 4:1862, επανέκδ. 1965:
συκχάδαι· ῥάπη
συκχάδες· εἶδος ὑποδήματος
σύκχοι· ὑποδήματα, Φρύγια.

ΑΙΣΧΥΛΟΣAeschylus Trag., Fragmenta Tetralogy 40, play A, fragment 435a,2:
.. ἃ δὲ ‘ποδεῖα’ Κριτίας (F 7 p. 774 N.29)  καλεῖ, εἴτε πίλους αὐτὰ οἰητέον εἴτε περιειλήματα ποδῶν, ταῦτα ‘πέλλυτρα’ καλεῖ <ἐν Φινεῖ Αἰσχύλος·>  ‘πέλλυτρ’ ἔχουσιν εὐθέτοις ἐν ἀρβύλαις’ .

ΠΩΛΟΣ Julius Pollux Gramm., Onomasticon, 10,50,2:

ὑπεῖναι δὲ δεῖ ποδεῖα, πίλους, πέλλυτρα· οὕτω γὰρ τὰ ποδεῖα Σοφοκλῆς (fg 976) καλεῖ, τοὺς δὲ περὶ τοῖς ποσὶ πίλους οὐ Πλάτων μόνον ἐν Συμποσίῳ (220 B) φήσας ἐνειλιγμένων τοὺς πόδας εἰς πίλους καὶ ἀρνακίδας,’ ἀλλὰ καὶ Κρατῖνος ἐν Μαλθακοῖς (I p 45. 100 Ko) λευκοὺς ὑπὸ ποσσὶν ἔχων πίλους.

ΗΡΟΔΟΤΟΣHerodotus Historiae, 3,12,17:
Τούτοισι μὲν δὴ τοῦτό ἐστι αἴτιον ἰσχυρὰς φορέειν τὰς κεφαλάς, τοῖσι δὲ Πέρσῃσι, ὅτι ἀσθενέας φορέουσι τὰς κεφαλάς, αἴτιον τόδε· σκιητροφέουσι ἐξ  ἀρχῆς πίλους τιάρας φορέοντες.

Οι Ρωμαίοι επίσης, οι οποίοι τύλιγαν τα πόδια τους με λωρίδες δέρματος ή μάλλινου υφάσματος, τον 2ο αιώνα μ.Χ. φορούσαν τις λεγόμενες udones, τις οποίες έραβαν από μάλλινα υφάσματα για να τυλίγουν με αυτές τα πόδια τους.

Στους αιγυπτιακούς τάφους του 3ου – 6ου μ.Χ. αιώνα, έχουν βρεθεί και πλεκτές κάλτσες.

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 19.1.2026.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Η ιταλικη λέξη calza / calzino προκύπτει από την ελληνική λέξη κάλυμμα. Στα ελληνικά λέγεται και περιπόδιο και περικνημίδα. Ήταν η μάλλινη περικνημίδα των φουστανελλάδων. Η ιταλικη λέξη calza στα ισπανικά σημαίνει βράκιον – βρέκιν, βρακί, βράκα > γαλλ. calzón, κλπ.

[2] Τότε σκέπη για το κορμί σου να ντυθείς, καθώς σου παραγγέλλω,

μια χλαίνη μαλακή κι έναν χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια.

Σε αραιό στημόνι πυκνό το υφάδι να περάσεις.

Αυτήν να τυλιχτείς, για να ᾽ναι οι τρίχες σου ακίνητες

540κι ούτε ν᾽ αναρριγούνε σηκωμένες όρθιες σε όλο σου το σώμα.

Γύρω απ᾽ τα πόδια σου πέδιλα ταιριαστά να δέσεις από βόδι

που βίαια θανατώθηκε, με πίλημα από μέσα ντύνοντάς τα.

Από ερίφια πρωτότοκα, σαν έρθει ο καιρός του κρύου,

δέρματα να συρράψεις με χορδή βοδιού, τη ράχη σου για να τυλίξεις,

για προστασία απ᾽ τη βροχή. Και πάνω στο κεφάλι σου

να έχεις σκούφο καλοκαμωμένο, τ᾽ αυτιά να μην σου βρέχονται.

Μιας κι είναι η αυγή ψυχρή βοριάς σαν πέσει,

κι ομίχλη εωθινή απλώνεται απ᾽ τον αστρόφορτο ουρανό στη γη

στα σιτοφόρα των καλότυχων χωράφια.

550Η ομίχλη αυτή απ᾽ τα αέναα ποτάμια αντλεί

και με του ανέμου τη θύελλα σηκώνεται ψηλά πάνω απ᾽ τη γη,

κι άλλοτε βρέχει προς το βράδυ κι άλλοτε φυσά,

σαν ο βοριάς της Θράκης τα πυκνά τα σύννεφα ταράζει.

Αυτήν αφού προφτάσεις τις δουλειές σου τελειώνοντας, στο σπίτι σου να πας,

Απόδοση: Στ. Γκιργκένης.

[3] συγχίς, συκχίς (-ίδος, ἡ) = εἶδος ὑποδήματος ἢ περιποδίου («κάλτσας»)· ὁ τύπος συκχάς, άδος, ἀπαντᾷ παρὰ Πολυδ. Ζ΄, 86 ἔνθα: «ἡ δὲ συκχὰς κρηπίδι μὲν ἔοικεν, ὠνόμασται δὲ ἐκ τοῦ συνέχειν τὸν πόδα»· ― καθ’ Ἡσύχ.: «συκχάδες· εἶδος ὑποδήματος»· παρὰ τῷ αὐτῷ εὕρηται καὶ τύπος σύκχοι· «σύκχοι· ὑποδήματα Φρύγια». – ΠΗΓΗ: Ἀνθ. Π. 6.294, ΣΟΥΔΑΣ.

αγγλικη λεξη sock καλτσα αρχαια ελληνικη

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Η ελληνική κατάληξις -γξ – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Οι καταλήξεις των ελληνικών λέξεων είναι ένα...

Η δράση της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στον Α΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Του συγγραφέα Κωνσταντίνου Σπίνου Το θαυμαστό όπλο των αιθέρων, η...

Αναγραμματισμοί: Το νερό είναι (και πρέπει να πίνεται) νεαρό

Η αρχαιοτάτη Ελληνική Γλώσσα περιλαμβάνει πλήθος μυθικών ονομασιών, μυστηριακών...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form