Του Γιώργου Λεκάκη
Η λέξις άστυ [γεν. άστεος (ιων. επικ. τ.) και άστεως (τ. αττικός)], είναι μυκηναϊκή: watu / wastu / watuoko / wastuokhos > Fάστυ / ἀστϜός, ϜαστϜός (Θεσσαλία). Διατηρείται στην βοιωτική γεν. Fάστιος, στην αρκαδικη γεν. Fασστυόχω, στην των Μεσσαπίων Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδος vastei, κλπ. Αυτό αποδεικνύει και το πόσο αρχαία είναι η κοινωνική οργάνωση των Ελλήνων σε άστεα. Και πώς το αρχαιότερο άστυ στην Κρήτη είναι η Φαιστός. Έτσι η λέξις άστυ, σχετίζεται και με την λέξη εστία. Όταν οι Έλληνες έλεγαν “υπέρ βωμών και εστιών”, δεν εννοούσαν υπέρ της εστίας στην οποία μαγείρευαν, αλλά υπέρ του άστεως-εστίας.
- ΠΑΡΑΓΩΓΑ: Το άστυ κυβερνούσε ο αστυάναξ (άναξ του άστεως, ο αφέντης, ο προστάτης της πόλης). Ο κάτοικος άστεως ελέγετο αστίτης. Το μικρό άστυ ελέγετο ἄστυρον. Αλλά και αστόξενος (επίσημος φιλοξενούμενος ενός άστεως), αστυβοώτης (κήρυξ που φωνάζει δυνατά μέσα στο άστυ), αστυγείτων (αυτός που βρίσκεται κοντά στο άστυ, ο γειτονικός, ο γείτονας), αστυδρομούμαι (λεηλατούμαι ως άστυ), αστύθεμις (ο δίκαιος κυβερνήτης του άστεως), αστύνικος (νικήτρια και ένδοξη πόλη – Αισχ.), αστυόχος (αυτός που έχει το άστυ, προστάτης της πόλης). Χρησιμοποιήθηκε και κατά την παραγωγή και σύνθεση κυρίων ονομάτων: Αστείος, Ϝαστίας, Ϝαστίνιος, Άστων, Ϝaστούκριτος, Αστυάναξ, Αστυγένης, Αστυδάμας, Αστύδωρος, Αστυκλής, Αστυκράτης, Αστυκρέων, Αστυλαΐδας, Αστύλος, Αστύμαχος, Fαστυμεδόντιος, Αστυμέδων, Αστυμήδης, Αστύνομος, Αστύνους, Αστύξενος, Αστύοχος, Αστύπυλος, Αστυχαρίδης.
Η ελληνική λέξις άστυ προκύπτει από το ρ. αέσκω = κοιμάμαι, αναπαύομαι – διότι το άστυ ήταν το μέρος όπου οι κατοικίες των πολιτών. [Το ρ. χρησιμοποιείται κυρίως στον αόρ. (ἄεσα < ἄFεσσα).
- Η αρχαία ελληνική λέξις άστυ έδωσε τις λέξεις: Στην αρχ. ινδ. (βεδ.) rastu (= τόπος κατοικίας και ρ. vasati = μένει, τοχαρικα(3*) wast και ost (= σπίτι), γοτθ. wisan (= είναι, μένει), και wists (= φύση < ụestis < Εστία), αρχ. ιρλ. foss (ησυχία < ụostos), γαλλ. ville, κλπ. Λατ. urbanus > city, cityscape, κλπ. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης: “Από τον σίτο, προήλθε το city“, ΕΔΩ.
Έτσι, λοιπόν: ἀστεῖος (-α, -ον), είναι ὁ ἐκ τοῦ ἄστεως / ἀστικός[1], ο ἐκ τῆς πόλεως. Σημαίνει εὔχαρις, εὐτράπελος, κομψός, λεπτός, ἡδύς, ἁβρός, θελκτικός, εὐφυής, εὐήθης, νόστιμος, όμορφος, χαριτωμένος – ἀντίθετο του ἄγροικος (αυτού που κατοικούσε στους αγρούς).
Αυτό δηλαδή που έμεινε σήμερα να καταλαβαίνουμε ως αστείος, είναι ο αστυπόλος / αστός, αυτός που κατοικούσε σε άστεα, που αντικατοπτρίζει απόλυτα αυτό που έβλεπαν οι κάτοικοι της υπαίθρου σε όσους την εγκατέλειπαν και πήγαιναν να κλειστούν σε αυτά…
- Λέγεται ἐπὶ διανοημάτων, λόγων ἢ λέξεων: εκλεπτυσμένος, κομψός, πνευματώδης – διάλεκτον ἀστείαν ὑποθηλυτέραν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν φράσιν ἀνελεύθερον ὑπαγρικοτέραν.
- Λέγεται ἐπὶ προσώπων: Οἱ ἀστεῖοι είναι οἱ λέγοντες ἀστεῖα. Τὰ ἀστεῖα είναι εὐφυεῖς λόγοι, εὐφυολογίαι – επίρρ. ἀστείως. Τα ἀστεῖα έχουν καλές ιδιότητες, φαῦλα – «ἀστεῖον τι λέξαι / ἀστεῖον εἰπεῖν / ἀστειοτάτας ἐπινοίας».
- Λέγεται ἐπὶ ἐξωτερικοῦ παραστήματος: κομψός, κόσμιος, εὐπρεπής, χαρίεις.
- Λέγεται ἐπὶ λιχνευμάτων(*) επὶ φυσικῶν προϊόντων ἢ ἐκλεκτῶν ἐδεσμάτων – «κραμβίδιον(**) ἐφθὸν (= βραστο) χάριεν ἀστεῖον πάνυ (= πολύ)». τριωβόλου κρεΐσκον (= κρέας αξίας τριων οβολών) ἀστεῖον πάνυ ὕλεξον. Ακριβῶς ὡς τὸ ἀγαθός, καλὸς εἰς τὸ εἶδός του, ο ἑλλέβορος, κ.ά.
- Λέγεται για εκδηλώσεις: ἀστεία ἑορτῆ = λαμπρά γιορτή.
- Λέγεται εἰρωνικῶς: ἀστεῖον κέρδος (ἔλαβεν ὁ κακοδαίμων).
Η πόλις ήταν η ἄκρη και η ἀκροτάτη θέση του άστεως (ἀκρόπολις). Στην Αθήνα την ονόμαζαν απλώς πόλις. Ενώ το υπόλοιπο μέρος του οικιστικού συνόλου ονομαζόταν ἄστυ. Το όνομα της πόλεως συχνάκις προστίθετο σε γεν., λ.χ. Ἰλίου πόλις, Ἄργους πόλις, ή κατά παράθεση (λ.χ. ἡ Μένδη πόλις). Πόλις ήταν το το σώμα, το σύνολο των πολιτών / ο αριθμός των πολιτών, και άστυ ο τόπος όπου οι κατοικίες τους.
Ο δάσκαλος του Πλουτάρχου Αμμώνιος, το λέγει καθαρά: “πόλις καί άστυ διαφέρει. πόλις μέν γὰρ καί ὁ τόπος καί οι κατοικούντες, ἤγουν τὸ συναμφότερον [δηλ. και οι δυο μαζί]. άστυ δέ μόνον ὁ τόπος”. (“ΠΕΡΙ ΟΜΟΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΛΕΞΕΩΝ”, Ρ,144).
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.3.2012.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ομ. Ἀναξίλᾳ ἐν “Νεοττίδι” 2. Ἀντιφάν. ἐν “Ἀγροίκοις” 6. Ἀριστ. Ρητ. 3.10,1 και Ἀριστ. Ἠθ. N. 4.3,5. Ἀριστοφ. [Ἀποσπ. 552. Ἀχ. 811. Ἱππ. 539. Νεφ. 204 και 1064]. Βαβρ. 5,901. Δίφιλ. ἐν “Συναποθνήσκουσιν” και ἐν “Συνωρίδι” 1. Θουκ. Ἱππ. 1276,38. Καλλίμ. Κωμ. Ἀνών. 248. Κωμ. ἐν “Πασιφάνῃ”. Πλατ. [116D. Γοργ. 447Α. Λύσ. 204C. Φαῖδρ. 227D και 242Ε. Πολ. 349Β και 452D]. Πλούτ. 2.123Ε. Στράβ. 418, κλπ.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
[1] Βλ. επιγρ. Κρήτης, Στυμφάλου, Δήλου.
(*) λίχνευμα, τό = ὀρεκτικὸν φαγητόν > λειχουδιά. Λιχνεύω, λίχνος λείχω, μεταφ., λαιμάργως ἐπιθυμῶ > γερμ. Leckerei, leckeres – ΠΗΓΗ: Σώφρων παρ’ Ἀθην. 86Ε. Λουκ. Ἁλ. 48. Πλούτ. 2. 713C.
(**) κράμβη, η = ῥάφανος. κραμβίδιον, τὸ ραπανάκι. – ΠΗΓΗ: Αντιφ. Poll. 6.54. Αριστ. H.A. 5.19.
(3*) γλώσσες που ομιλούνταν στην κεντρική Ασία (νυν επαρχία Ξινγιάνγκ Κίνας), στην Ανατολική Τουρκμενία. Τα πρώτα κείμενά τους χρονολογούνται από τον 6ο μ.Χ αιώνα και είναι κυρίως μεταφράσεις από τα σανσκριτικά. Έπαψαν να ομιλούνται κατά το 840 μ.Χ. Η δε τοχαρική γραφή αποτελεί εκδοχή των γειτονικών βόρειων ινδικών συστημάτων γραφής.
αστυ, πολις αστειος κατοικος εστεως Λεκακης λεξις αστεος ιωνικη γλωσσα αστεως αττικη μυκηναικη μυκηνες βατου watu / βαστου wastu / βατουοκο watuoko / βαστουοχος βαστουοκος wastuokhos > φαστυ Fαστυ / αστϜος, φαστφος αστφος, ϜαστϜος Θεσσαλια θεσσαλικη βοιωτικη Fαστιος, φαστιος αρκαδικη αρκαδια Fασστυοχω, φασστυοχω, Μεσσαπιοι Ελληνες Μεγαλη Ελλαδα βαστει vastei, αρχαια κοινωνικη οργανωση Ελληνων αστεα αρχαιοτερο Κρητη Φαιστος λεξη εστια υπερ βωμων και εστιων κυβερνητης αστυαναξ αναξ αφεντης, προστατης πολης κατοικος αστιτης μικρο αστυρον αστυρο αστοξενος επισημος φιλοξενουμενος φιλοξενια αστυβοωτης κηρυξ κηρυκας φωνη αστυγειτων γειτονικος, γειτονας αστυδρομουμαι λεηλατουμαι λεηλασια αστυθεμις δικαιος θεμις αστυνικος νικητρια ενδοξη Αισχυλος αστυοχος προστασια κυριο ονομα Αστειος, Ϝαστιας, φαστιας Ϝαστινιος, φαστινιος αστων, Ϝaστουκριτος, Ϝαστουκριτος φαστουκριτος Αστυανακτας ελληνικη ρημα αεσκω κοιμαμαι, αναπαυομαι κατοικια πολιτης αοριστος αεσα < αFεσσα αρχαια ινδικη βεδες rastu μενω, τοχαρικη wast ost σπιτι, γοτθικη wisan wists φυση uestis ιρλανδικη foss ησυχια < uostos γαλλικη ville, λατινικη urbanus urban city, cityscape σιτος αστικος ευχαρις, ευτραπελος, κομψος, λεπτος, ηδυς, αβρος, θελκτικος, ευφυης, ευηθης, νοστιμος, ομορφος, χαριτωμενος – αντιθετο αγροικος αγρος αστυπολος / αστος, διανοημα λογος εκλεπτυσμενος, κομψος, πνευματωδης – διαλεκτος αστεια υποθηλυτερα φρασις ανελευθερο υπαγρικοτερα προσωπο αστειοι αστεια ευφυης ευφυολογια επιρρημα αστειως καλη ιδιοτητα φαυλο αστειον λεξαι αστειοτατη επινοια εξωτερικο παραστημα κοσμιος, ευπρεπης, χαριεις λιχνευμα φυσικο προιον εκλεκτο εδεσμα κραμβιδιο εφθον βραστο χαριεν πανυ τριωβολος κρεισκον κρεισκο κρεας οβολος υλεξον αγαθος, καλος ειδος ελλεβορος, εκδηλωση αστεια εορτη λαμπρη γιορτη ειρωνια κερδος κακοδαιμων κακοδαιμωνια ακρη ακροτατη ακροπολις αθηνα οικιστικο συνολο οικισμος σωμα, συνολο Ομηρος αναξιλας αντιφανης αγροικοις αριστοτελης αριστοφανης Συναποθνησκουσιν συνωριδα Θουκυδιδης Καλλιμαχος Πλατων Πλουταρχος Στραβων επιγραφη Κρητης, Στυμφαλος, Στυμφαλια κορινθια Δηλος κυκλαδων κυκλαδες ορεκτικον ορεκτικο φαγητον φαγητο λειχουδια λιχουδια Λιχνευω, λιχνος λειχω, γλειφω λαιμαργια επιθυμια γερμανικα Leckerei, leckeres Σωφρων αθηναιος Λουκιανος κραμβη, ραφανος κραμβιδιο ραπανακι Αμμωνιος, τοπος κατοικουντες, συναμφοτερον συναμφοτερο ΟΜΟΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ λεξικο γλωσσες κεντρικη Ασια επαρχια Ξινγιανγκ Κινα ανατολικη Τουρκμενια πρωτα κειμενα 6ος μΧ αιωνας μεταφραση σανσκριτικα 9ος 840 τοχαρικη γραφη βορεια ινδικο συστημα γραφης
