Του Γιώργου Λεκάκη
Οι καταλήξεις των ελληνικών λέξεων είναι ένα κεφάλαιο από μόνες τους.
Οι καταλήξεις προσδιορίζουν ιδιότητες των λέξεων, οι οποίες τις φέρουν.
Το γράμμα ξ δεν υπήρχε στα πρώτα ελληνικά αλφαβητα, στα οποία ο ήχος γραφόταν κσ ή χσ. Το γράμμα ξ προσετέθη αργότερα.
Το ξ είναι οξύ. Κάθε λέξη που το περιέχει έχει κάτι το οξύ (μυτερό, αιχμηρό), όξινο.
«Παν εις οξύ λήγον» φέρει την κατάληξη –ξ, –γξ.
Πολλές φορές, οι λέξεις σε –γξ, εγράφοντο με την κατάληξη –ξξις.
Παραδείγματα ελληνικών λέξεων εις –γξ:
αλάλαγξ, η πλάνη – Ησ.
αμάρυγξ, επί ακτίνος – Ηρωδ.
έλιγξ, έλιξ, έλικα σκότωσις, στρόφος > ίλιγγος
θώμιγξ, λεπτό σχοινί, σχοινίον, δεσμός, ορμιά, χορδή, σπάρτιον κανάβινο – Ησ.
ίλιγξ, ίλιγγος, συστροφή υδάτων, σκοτισμός, σκοτοδίνη > ειλώ, ειλείσθαι = έλλειψη ψυχής.
ίυγξ – έρως, το όρνεο σεισοπυγίς (σείω + πυγή > σουσουράδα, αυτή που κουνάει την ουρά της – έμεινε παροιμιώδης η έκφραση), επιτήδειο μαγγανείας, που χρησιμοποιεί και η Αφροδίτη, και “τα κατασκευαζόμενα εις έρωτας”, φίλτρο ω χρώνται αι φαρμακίδες, κιναίδιον. Η Ίυγξ η Νικώ, ήταν ιερονίκης, θυγατέρα της Πειθούς ή της Ηχούς, η οποία καταφαρμάκωσε και τον Δία, γι’ αυτό απολιθώθηκε από την Ήρα.
ίυγξ, μονοκάλαμος σύριγξ, ωδή > ιυγμός, αγροικική φωνή, συριγμός [Ομ]. Ίυγγας έχουν στα λόγια τους οι σοφιστές < ιύζω = βοώ, κραυγάζω, φωνάζω. [Ηρωδ. Ησ. Μ. Ετυμ]
κλαγξ > κλάγξω = ηχώ, κλάζω > κράζω, κλαγγή, φωνάζω > ιταλ. clacson, γαλλ. κλάξον, klaxon / klaxonner, κλπ.
κογξ, παξ, επιφώνημα τετελεσμένων, και της δικαστικής ψήφου ήχος, όπως της κλεψύδρας (Αττικοί βλοψ).
λαιγξ < λάας, οξύς λίθος.
λάρυγξ / λάρυγγας > λαρύσσω, λαρύξω, λαιμός, ασφάραγος, βράγχος (παρά το βρέχω, βρόχος < βραχνιάζω) καταπότης – ΠΗΓΗ: Φιλόξενος Γραμμ. < ρ. λώ = απολαύω, απολαμβάνω, λαλώ. Υπάρχουν τρεις πόροι του τραχήλου / τραχηλιά:
- Λάρυγξ, δι’ ου λαλούμεν και αναπνέουμε.
- φάρυγξ, δι’ ου εσθίομεν και πίνομεν.
- Νωτιαίος μυελός, δι ου τα νεύρα εκφύονται.
λιγξ, ίλιγγος, κεφαλής σκοτισμός > θόρυβος (λίγξαντα = ηχήσαντα, ψοφήσαντα) > θόρυβος εντέρων ιλεός, σπαραγμός, ταραχή, Ησ. Και συστροφή υδάτων – Ησ. Και πλάγιος καμπτήρ, πλάγιον, σχιστήριο – Ησ.
λικίγξ, η ελαχίστη βοή του όρνεου,
λυγξ, πάθος, λυγμός, τόξο, ζώο > λυγμός = πάθος εμποδίζων τον λέγοντα. Ο ήρως με την πλέον οξεία όραση. – Ησ
μαζάρυγξ, τα επί τω ποτώ επόντα (μάζα = μεμαγμένη κόπρος) > μαζός, ο = το βυζι.
μάστιγξ, μάραγνα / σμάραγνα, ράβδος, ταυρεία νεκτάρας- Ησ. – σμαραγώ = ηχώ, ψοφώ
μήνιγξ, υμήν του εγκεφάλου, και το υφιστάμενον τοις οινηροίς πίθοις, εν τω οίνω, προ του ανθείν, επίπλους, και δημός – Αριστοφάνης Γραμματικός, Ησ.
μήριγξ, άκανθα γινομένη στα έρια των προβάτων Ησ.
όστλιγξ, πλόκαμος, παρά το ελίξαι, βόστρυχος, Καλλίμαχος, Ησ.
πηγξ, πίδακας, σταγόνα – Ησ.
πίφιγξ, πίφηγξ, πιφαλλίς, κορυδαλλός < πιππίζω (κελαηδώ), πιπώ (δρυοκολάπτης), πίφηξ, πίφιξ.
πλάστιγξ, μάστιξ, του ζυγού το αντίρροπον, λίτρα, κοττάβου πινάκιον, μέρος του αυλού και σύριγγος το ζύγωμα, της κώπης το άκρον, ω πλήσσεται το ύδωρ – Αισχ. Ησ.
πώυγξ, πώυξ, φῶυξ, είδος ερωδιού – Ηρωδ. Στην ελληνική μυθολογία ο Αιγυπιός[1] ήταν νεαρός Θεσσαλός, υιός του Ανθέα και της Βούλιδος. Εραστής της χήρας Τιμάνδρας, που φημιζόταν για την ομορφιά της. Αλλά ο υιός της χήρας, Νεόφρων, θύμωσε και απεφάσισε να τους τιμωρήσει. Εσύναψε σχέση με την Βούλιδα, και όταν ένα βράδυ ο Αιγυπιός επήγε να περάσει την νύχτα με την Τιμάνδρα, ο Νεόφρων εφρόντισε με έξυπνο τρόπο, ώστε μέσα στο σκοτάδι ο Αιγυπιός να πέσει στο κρεβάτι της μητέρας του. Χωρίς να την αναγνωρίσει, ήρθε σε σαρκική επαφή μαζί της. Αλλά όταν το πρωί ανακαλύφθηκε η αιμομειξία η Βούλις προσεπάθησε να τυφλώσει τον γιο της, και ύστερα να αυτοκτονήσει. Ο Ζευς όμως πρόφθασε να μεταμορφώσει και τους 4 πρωταγωνιστές σε πτηνά: Ο Αιγυπιός και ο Νεόφρων έγιναν αιγυπιοί, η Τιμάνδρα μεταμορφώθηκε σε αιγίθηλο, ενώ η Βούλις έγινε πώυγξ, πουλί έτρωγε τα μάτια άλλων πουλιών, φιδιών ή ψαριών. ΠΗΓΗ: Αντ. Λιβεράλις «Μεταμορφώσεις».
ραθάμιγξ, ρεθάμιγξ, σταγόνα > ρανίς, ρανίδα. [ρέω + θάμιξ, θαμίζω, θαμά] – Ομ. Ιλ.
ροίαγξ, φάραγξ
ρύμιγξ, χείμαρρος
σάλαγξ, ιχθύς αγαθός, και μεταλλικό σκεύος, σιδηροπλάστης > σαλάζω = κόπτω
σάλπιγξ (< ρ σαλπίζω < σέλας + οψ, οπός, οπίζω σελαπίζω), σιγηνοσάλπιγξ, όργανο πολεμικό, ιερατικό όργανο (των ιερέων), ιερό μουσικό όργανο της Σάλπιγγος Αθηνάς, η οποία πρώτη το ευρήκε. Υπήρχε ιερόν της στο Άργος. όρνιν ποιών [σαλπιτής, σπαλπιστής = όρνεο] οπή μουσικών αυλών, πάθος – Ηρωδ., ηρισάλπγξ, είδος όρνεου – Ης > σαλπιγκτής = φωνοβόλος σάλπιγγος.
- σάλπιγξ θαλασσία, στρόμβος (το μαλάκιο Strombus, κέλυφος σαλιγκαριού)
σήραγξ < ρήσαγξ < ρ. ρήσσων = διακόπτω), σπήλαιο, χάσμα, βαθύς και κρημνώδης τόπος, κοιλώδης, διατετρημένος [από του σεσηρέναι και διεστράφθαι] ή κισηρώδης τόπος (σηραγγώδης), ή λεπτοφόρος πόρος γης, ύφαλος πέτρα, επιθυμία (> σηράγγειον = βαλανείον). Η «υπό την γη υπομήκης έκρηξη», η φλέβα (της γης), το υποτρέχων ύδωρ, που ζητεί διέξοδο. Ο Σήραγξ ήταν βασιλεύς των Μινυών που έφτιαξε την πρώτη σήραγγα στον κόσμο, στον Πειραιά – εξ και Σηράγγειον, στην Μουνυχία (νυν Καστέλλα) – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΜΙΝΥΩΝ, ΕΔΩ.
σμήριγξ, πόα, είδος ακάνθης
σμώδιγξ, ύφαιμος μώλωψ, μώλωπας, τραύμα, πληγής τύπος, οίδημα, φλεψ, φλυκτίς
σπήλυγξ, σπήλαιο, ορχμή, φραγμός, καλαμώνας, φάραγξ, Ησ
στόρθυγξ, άκρη δόρατος, σιδερένιου βέλους, οξεία / μυτερή άκρη της στεριάς, άκρο του κέρατος του ελαφιού, ο χαυλιόδοντας του αγριόχοιρου, κόσμημα της κόμης (σαυρωτήρ) – Ηρωδ.
στραγξ, σταγόνα > στραγγίζω > στραγγός = στόμα (< στάζω, σταξω, σταξ+ροή) [Μέν.].
στροφάλιγξ, συστροφή κονιορτού, τροχού < στρέφω
στρόφιγξ, στρόφιγγα, ο στροφέας, κίνηση συστροφής, πανούργευμα
σύριγξ, οπή μουσικών αυλών, πάθος – Ηρωδ. μουσικό όργανο, αριζήλη φωνή, δορατοθήκη [ΠΗΓΗ: Ομ. Κ,13 Τ,287 Απίων, Απολλώνιος Σοφ., Ηρωδ. Ης, Ηρακλείδης] εκ καλάμων πανδούριο, κατάτρηση “εις αλλήλας εμπίπτουσαι”, το κένωμα του τροχού, δι ου ενιέται ο άξων.
- πολυκάλαμος σύριγξ = φολίς, λεπίς.
- φώτιγξ = αυγή, λώτινος αυλός, είδος σύριγγος, σαλπιγγος…
σφηγξ, σφήγκα, σφήκα, συσογάρδοσις αγοράς,
σφιγξ (< παρά το σφίγγω), τα εσφιγμένα και δυσνόητα λέγειν ρήματα (βλ. Σφίγγα), σπάκα, κύνα.
Ύσπληγα βρέθηκε στο αρχαίο στάδιο της Νεμέας. Ανακατασκευή της θα δείτε στο Τεχνολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
ύσπληγξ, άφεσις – αφετηρία, πάγη (= πάσσαλος), βαλβίς, μύωψ (ο πλήσσων τους βόας), παγίς λύκων, ρόπτρο σφραγίδος, κεράτινος κρίκος.
φάλαγξ στρατηγικό τάγμα < λόχος, πολεμική τάξις (φαλαγγηδόν = κατά τάξεις), από του πέλας αλλήλων είναι, 120 πολεμιστών παράταξις, τάγμα, πόλεμος, – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης “Αρχαια ελληνικα οπλα” – Και πομπή στα Διονύσια (φαλάγγωμα), δακτύλων άκρα, νεών (πλοίων) υπερείσματα, στρογγυλό ξύλο και σύμμετρο (Αττικοί κόραξ), ζώον παραπλήσιον της αράχνης, το οποίο επίσης υφαίνει. Και επειδή οι πολεμιστές στις φάλαγγες αλλά και οι θίασοι στα Διονύσια μοιάζουν με θηρία ανήμερα, φαλαγγώσα = τεθηριωμένη, ηρεθισμένη – Ησ
φάραγξ (< φαίνεσθαι+ρήγμα < ρήσσω, ρηγνύω), διεσχισμένη γη, τάφρος, κοίλωμα, κοιλάδα, απόσπαμα γης (> σπαράσσω, σπαράξω σπάραξ) > φαράγγι > Φάρυγξ (> φέρεται ιυγγή, φωνή) [η αττικοι, ο δωρ.]
φάρυγξ / φάρυγγας (δι ου φέρεται το πνεύμα > φάρος], βρόχγος, βρόχθος, στόμα [Πτολεμαίος Γραμμ. Ησ, Λυκόφρων]
φόρμιγξ < παρά το φέρεσθαι, παρά το προηγείσθαι της οίμης < προοίμιγξ, τόξο, αγκύλα δίκτυα, το μουσικόν όργανο κιθάρα > φορμίζω – κιθαρίζω. [μουσική φόρμα]. Πρώτος κιθάρισε ο Απόλλων και μετά οι Μούσες προσέθεσαν την ωδή.
φύσιγξ, φούιξ, κυλινδρικό δοχείο (> φυσίγγιο), εγκαύματα στην κνήμη, το εκτός λέπισμα του σκόρδου.
ψάλτιγξ, κιθάρα < ψαλτής = κιθαριστής.
ψάφιγξ (ψήφιξ, ψάφιξ, ψάφαξ) ψήφος, ψάφος, βώλος.
ψώμιγξ, σφήκωμα, η κορυφή της περικεφαλαίας, όπου έμπηγαν το λοφίο, είδος σχοινιού.
Τέλος, υπάρχουν και τοπωνύμια:
- Στυγξ (τα γνωστά μυστήρια ύδατα της Στυγός),
- Όστιγξ (πόλις – Ηρωδ.)
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Λεξικο παραδοσεων». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 1.9.2001.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Βλ. Γ. Λεκάκης «Αιγυπιός: Ο Θεσσαλός γύπας του… Τσάμπιονς Λιγκ», εφημ. ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 2.11.2003.
[2] Βλ. Γ. Λεκάκης «Τέττιγες, η λαογραφία των εντόμων που κάποτε ήταν ο πλέον φιλόμουσος λαός της Γης», εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΟΝΔΙΝΟΥ, 9 και 30.8.2001.
αρχαια ελληνικη καταληξις -γξ Λεκακης
