Η World Insights, επέλεξε την καλύτερη πόλη για κάθε διάσημο φαγητό! Για γύρο, επέλεξε την Αθήνα! Ιδού ο κατάλογος, αλφαβητικώς:
- Αντόμπο → Μανίλα, Φιλιππίνες. Το adobo ή adobar (ισπ. = μαρινάδα, σάλτσα ή καρύκευμα) είναι η βύθιση φαγητού σε ζωμό / σάλτσα, που αποτελείται από πάπρικα, ρίγανη, αλάτι, σκόρδο και ξύδι, για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί η γεύση του. Η πορτογαλική παραλλαγή είναι γνωστή ως carne de vinha d’alhos. Στις Φιλιππίνες στο μαγειρεμα χρησιμοποιεί επίσης ξίδι, σάλτσα σόγιας ή σάλτσα ψαριού, πιπέρι, σκόρδο και φύλλα δάφνης. Παραδοσιακά δεν χρησιμοποιεί τσίλι, πάπρικα, ρίγανη ή τομάτες. Έχει αλμυρή, ξινή, ή γλυκειά γεύση (με μαγείρεμα με γάλα καρύδας, που το μετατρέπει σε ginataang adobo).
- Αρεπας → Καράκας και Μπογκοτά. Eίδος πίτtας φτιαγμένης από αλεσμένο καλαμπόκι, που μπορεί να γεμιστεί με γέμιση. Kαταναλώνεται στα βόρεια μέρη της Νότιας Αμερικής, κυρίως στην κουζίνα της Βενεζουέλας και της Κολομβίας, αλλά και στην Βολιβία, τον Ισημερινό και την Κεντρική Αμερική. Sτην Κολομβία, η πρώτη καταγραφή της παρουσίας καλλιέργειας καλαμποκιού χρονολογείται περίπου 6.000 χρόνια πριν. H αρέπα χρονολογείται πριν από 3.000 χρόνια (στο Altiplano Cundiboyacense από τους Muisca). Στη Βενεζουέλα, περίπου 2.800 χρόνια πριν.
- Bánh mì ή bánh mỳ ή banh mi → Saigon, Βιετνάμ. Λέγεται και «ψωμί του Ανόι» ή της Σαϊγκόν. Είναι μια κοντή μπαγκέτα με λεπτή, τραγανή κρούστα και απαλή, αφράτη υφή. Γεμίζεται με κρέας και αλμυρά υλικά. Σερβίρεται και ως γεύμα, που ονομάζεται bánh mì thịt. Η λέξη bánh mì (= ψωμί), μαρτυρείται στα Βιετνάμ ήδη από την δεκαετία του 1830 – βλ. J.-L. Taberd “Dictionarium Latino-Annamiticum”.
- BBQ / Barbecue / barbeque → Σεούλ Κορέα και Τέξας, ΗΠΑ. Μαγειρεμα / ψήσιμο (κυρίως κρεατικών) με ζωντανή φωτιά και καπνό, σε ψησταριά. Οι μέθοδοι μαγειρέματος που σχετίζονται με το μπάρμπεκιου ποικίλλουν σημαντικά από τόπο σε τόπο. Στην Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία λέγεται barbie ή barby.
- bibimbap / bi bim bap / bi bim bop → Jeonju, Κορέα < bibim = ανάμειξη + bap = μαγειρεμένο ρύζι. Το «μικτό ρύζι» σερβίρεται ως ένα μπωλ με ζεστό λευκό ρύζι, γαρνιρισμένο με namul (σοταρισμένα ή ζεματισμένα καρυκευμένα λαχανικά) και gochujang (πάστα πιπεριάς τσίλι), με αυγό και φέτες κρέατος (συνήθως μοσχάρι).
- bunny chow / bunny → Durban Νότια Αφρική. Ινδικό-νοτιοαφρικανικό πιάτο, γρήγορου φαγητού. Αποτελείται από ένα κούφιο καρβέλι λευκού ψωμιού, γεμιστό με κάρυ και σαλάτα. Ποικίλες πολιτισμικές προσαρμογές. Ονομάζεται επίσης skhambane, kota («τέταρτο») ή shibobo / sphatlho, κ.ά.
- buuz → Ulaanbaatar / Ουλάν Μπατόρ, Μογγολία. Το μπουούζ είναι ένα είδος ζυμαρικού, γεμιστού με κρέας, που μαγειρεύεται στον ατμό. Τρώγεται παραδοσιακώς στο σπίτι κατά την διάρκεια του Tsagaan Sar (του Σεληνιακού Νέου Έτους).
- chivito (< υποκοριστικό του chivo = κατσίκα) → Montevideo, Ουρουγουάη. Ψητό κρέας μιας νεαρής κατσίκας, που ακόμη θηλάζει. Κάθε καλοκαίρι, πραγματοποιείται Γιορτή του Chivito στην πόλη Malargüe στην επαρχία Mendoza της Αργεντινής.
- completo → Santiago, Χιλή. Παραλλαγή χοτ ντογκ, από το 1920. Σερβίρεται με ψιλοκομμένες τομάτες, αβοκάντο, μαγιονέζα, ξινολάχανο, κέτσαπ, πιπεριά, μουστάρδα. Παραδοσιακά έχει διπλάσιο μέγεθος από ένα αμερικανικό hot dog.
- conch → Nassau Μπαχάμες. Πιάτο με διάφορα θαλάσσια σαλιγκάρια / γαστερόποδα της οικογένειας Strombidae, και συγκεκριμένα του γένους Strombus και άλλων στενά συγγενικών γενών. Ιθαγενές είδος της Καραϊβικής και των Δυτικών Ινδιών. Το κρέας τους τρώγεται ωμό σε σαλάτες ή μαγειρεμένο σε μπιφτέκια, σούπες, τηγανίτες και γκούμπος. Ιδιαίτερα δημοφιλές πιάτο στις Μπαχάμες, τα Τερκς και Κάικος και την Τζαμάικα. Στις Μπαχάμες, μαγειρεύεται σε τηγανίτες. Αλλά η αυξανόμενη συγκομιδή νεαρών conch έχει επηρεάσει αρνητικά τον πληθυσμό τους. Στα Νησιά Τερκς και Κάικος, Γιορτή των Κογχυλιών Conch τον Νοέμβριο κάθε έτους στο Blue Hills. Οι τοπικοί εστιάτορες διαγωνίζονται για τα καλύτερα και πιο πρωτότυπα πιάτα με conch.
- deep dish, η “πίτσα του Σικάγο” → Σικάγο ΗΠΑ. Σε βαθύ πιάτο γεμιστή πίτσα με λεπτή ζύμη. Το ταψί που χρησιμοποιείται για το ψήσιμο της πίτσας σε βαθύ πιάτο δίνει στην πίτσα την χαρακτηριστικά υψηλή της άκρη, η οποία παρέχει άφθονο χώρο για πολύ τυρί και μια παχειά σάλτσα τομάτας. Κόβεται σε τετράγωνα αντί για φέτες.
- doubles → Port of Spain, Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Φαγητό του δρόμου / Street food. Δύο bara (τηγανητές πίττες) με channa (ρεβιθια με κάρυ) και με διάφορα άλλα καρυκεύματα (chutneys, kuchela και σάλτσα πιπεριού). Το πιο δημοφιλές φαγητό δρόμου στην χώρα. Δημοφιλές σνακ ή πρωινό ή για αργά το βράδυ. Λένε ότι εφευρέθηκαν το 1936 στο Τρινιντάντ.
- empanadas → Córdoba Ισπανια. Η εμπανάδα είναι ένα είδος ψημένης ή τηγανητής ζύμης και γέμιση. Το όνομα προέρχεται από την ισπανική λέξη empanar (επικάλυψη με ψωμί > παναρισμένο, τυλιγμένο ή επικαλυμμένο με ψωμί. Η γέμιση, αποτελείται από κρέας (κρεατοπιττάκι), τυρί (τυροπιττάκι), τομάτα, καλαμπόκι ή άλλα συστατικά. Στην συνέχεια ψήνεται ή τηγανίζεται. Προέρχονται από την Γαλικία, του 7ου αι.
- Flying Fish → Bridgetown, Μπαρμπαντος. Τα Exocoetidae (από το αρχαίο ελληνικο ἐξώκοιτος) είναι μια οικογένεια θαλάσσιων ακτινοπτερυγίων ψαριών της τάξης Beloniformes, γνωστά ως ιπτάμενα ψάρια ή ιπτάμενοι μπακαλιάροι. Περίπου 64 είδη ομαδοποιούνται σε 7 γένη. Η γεύση τους είναι σαν της σαρδέλλας. Τα Μπαρμπάντος είναι γνωστά ως «η χώρα των ιπτάμενων ψαριών». Στα Μπαρμπάντος μαγειρεύονται με cou-cou (καλαμποκάλευρο).
- Γκούλας → Βουδαπέστη Ουγγαρία. Σούπα από βοδινό κρέας και λαχανικά (κρεμμύδια, σπόρους κύμινου, πατάτες, καρότα) καρυκευμένα σήμερα με πάπρικα και άλλα μπαχαρικά και φρέσκα noodles, που προστίθενται απ’ ευθείας στην κρεατόσουπα (csipetke). Εθνικό πιάτο-σύμβολο της Ουγγαρίας. Ήδη από τον 10ο αιώνα την έτρωγαν οι Ούγγροι βοσκοί. Μαγειρεμένη με αρωματισμένο κρέας, που στέγνωνε στον ήλιο και συσκευαζόταν σε σακούλες από στομάχια προβάτων! Πολλές οι ποικιλίες και οι παραλλαγές.
- hangi → Auckland Νέα Ζηλανδία. Το xανγκί των Μαορί είναι μια παραδοσιακή μέθοδος μαγειρέματος φαγητού σε χωμάτινο φούρνο σε λάκκο, που ονομάζεται ούμου (στην Καππαδοκία λέγεται ταντούρι, στην Υεμενη tannor). Χρησιμοποιείται και για μεγάλες ομάδες σε ειδικές περιστάσεις (πανηγύρια), καθώς επιτρέπει το μαγείρεμα μεγάλων ποσοτήτων φαγητού, χωρίς την ανάγκη επαγγελματικών συσκευών μαγειρέματος. Μαγειρεύονται κρέατα (αρνί, χοιρινό, κοτόπουλο και θαλασσινά – kaimoana), και λαχανικά [πατάτες, kūmara = γλυκοπατάτα, oca (γιαμ στην Νέα Ζηλανδία), κολοκύθες, κολοκύθα, taro και λάχανα]. Το φαγητό που ετοιμάζεται και τοποθετείται σε συρμάτινα καλάθια, στρωμένα είτε με πούκα, φύλλα μπανάνας ή λάχανου. Στις παλιές πολυνησιακές τοποθεσίες, όπως το Wairau Bar και στην παράκτια χερσόνησο Otago, περίπου από το 1280, φαίνεται ένας σημαντικός αριθμός μεγάλων λάκκων μαγειρέματος umu, οι οποίοι σχεδιάστηκαν για να μαγειρεύουν ti kouka ή διάφορα άλλα είδη Cordyline. Το ηāngī αποτελεί μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας της Aoteroa Νέας Ζηλανδίας. Συχνά αποτελεί μέρος του τμήματος kai (= φαγητό) του powhiri. Το hangī έχει διασκευαστεί για μια γεύση πατάτας από την heartland. Mια ιδιαίτερη πίτσα ψημένη σε hangi παρασκευάζεται από την αλυσίδα πιτσαριών της Νέας Ζηλανδίας Hell Pizza και ονομάζεται unearthed.
- Hawker Food → ΜακΦέρσον, περιοχή Γκέιλανγκ, Σιγκαπούρη. Μεικτές δημιουργίες από τις τοπικές κινεζικές, μαλαϊσιας, ινδιας, ευρασιας, ιαπωνιας, κορεας και ταϊλανδιας.
- Hornado → Quito Ισημερινός < hornear = ψήνω. Ψητό χοιρινό / mote (αγριογούρουνο), μαγειρεμένο ολόκληρο. Μαγειρεύεται σε φωτιά με ξύλα. Συνοδεύεται από llapingacho (τηγανίτες πατάτες) και λαχανικά (καλαμπόκι, τηγανητές μπανάνες, αβοκάντο, μαρούλι, τομάτα, κ.ά.). Η ιστορία του ορνάδο ξεκινά τον 16ο αι. Το γουρουνάκι είναι θηλασμού, περίπου δύο ετών. Μαρινάρεται με σαφράν, κρασί, πιπέρι και γαρίφαλο και καρυκεύεται με chicha (ζυμωμένο ποτό καλαμποκιού), κρεμμύδι, σκόρδο και πολύ κύμινο. Αλλά το συστατικό που κάνει την διαφορά είναι η achiote (μια φυσική κιτρινο-κόκκινη χρωστική ουσία, που εξάγεται από τους σπόρους του φυτού Bixa orellana). Πιάτο των ορεινών περιοχών της χώρας, αλλά κάθε περιοχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.
- Hot pot → Τσενγκντού Κίνα. < hu = φωτιά + guō = χυτρα. Δηλαδή φαγητό σε κατσαρόλα. Κυρίως πιάτο σούπα ή ζωμός (κρέατος, από φυλλώδη χόρτα, μανιτάρια, από ζύμη wonton, αυγά και διάφορα θαλασσινά), που σιγοβράζει σε μια κατσαρόλα, συνοδευόμενο από μια ποικιλία ωμών κρεάτων, λαχανικών και τροφίμων με βάση την σόγια, τα οποία γρήγορα βουτούν στον ζωμό. Γενικότερα, φαγητό στον ατμό. Στην βόρεια Κίνα και την Μογγολία υπάρχει από την δυναστεία Τανγκ (618-906).
- Injera → Αντίς Αμπέμπα Αιθιοπία. Μια πολύ λεπτή πίττα σαν κρέπα, που αποτελεί την βάση σχεδόν κάθε γεύματος στην αιθιοπια και την Ερυθραια. Παρασκευάζεται από αλεύρι τεφ, που έχει υποστεί ζύμωση, ένα τοπικό δημητριακό, το οποίο στην συνέχεια μαγειρεύεται σε μια στρογγυλή κεραμική πλάκα, που διατηρείται ζεστή πάνω από φωτιά ξύλων. Συνοδεύει διάφορα μαγειρευτά, όπως doro wat (κοτόπουλο με σάλτσα), misr wat (χοντρό χυλό φακής) ή shiro wat (χοντρό χυλό ρεβιθιού παρόμοιο με χούμους).
- Khachapuri, khachʼo / χατσαπούρι→ Τιφλίδα Γεωργία < η λέλη πουρ προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη πυρός (= σίτος > pʼuri = σταρένιο ψωμί). Ένα είδος πεϊνιρλί γεμιστό με τυρί. Αναφέρεται από τον 12ο αιώνα – βλ. Ντ. Γκόλντσταϊν «Η Γεωργιανή Γιορτή».
- Khorovats → Ερεβάν Αρμενία < khorovel = ψητό. Το Χοροβάτς είναι το αρμενικό μπάρμπεκιου. Το κρέας μαριναρεται πριν το ψήσιμο στην σχάρα. Φτιαχνεται με αρνί, χοιρινό, μοσχάρι, κοτόπουλο, ψάρι. Πιάτο για «εορταστικές περιστάσεις». Από το 2009 γίνεται ετήσιο Φεστιβάλ Χοροβάτ στην Αχτάλα στην βόρεια Αρμενία.
- Kokoda → Suva Φιτζι. Το ʻOtaʻika είναι ένα πιάτο της Ωκεανίας, που αποτελείται από ωμό ψάρι και θαλασσινά [μύδια («ota pipi/maso»), γαρίδες («ota ulavai»), καβούρια («ota pa’a/paka»), αστακό («ota ula»), χταπόδι / καλαμάρι («ota fe’e/feke»), αχινό («ota vana/tuitui») και χέλια («ota pusi»)] μαριναρισμένο σε χυμό εσπεριδοειδών (χυμό λεμονιού ή λάιμ) και γάλα καρύδας. Το ψάρι αναμειγνύεται με γάλα καρύδας και ψιλοκομμένα λαχανικά (αγγούρι, τομάτα, καρότα, κρεμμύδι, φρέσκο κρεμμυδάκι και πικάντικες πιπεριές). Αυτό είναι το εθνικό πιάτο της Τόνγκα. Η λέξη ota = ωμό στην πολυνησιακή γλωσσική ομάδα. Η λέξη ika = ψάρι (i’a στην γλώσσα της σαμοα). [Παραλλαγές στην Τόνγκα, της Ταϊτής και της Σαμόα, το kinilaw και η ata-ata των Φιλιππίνων, το kelaguen των νησιών Marianas, ο σολομός Poke και lomi-lomi της Χαβάης, το λατινοαμερικάνικο ceviche, κ.ά.].
- Kranjska → Ljubljana Καρνιόλα / Kranjska / Krain Σλοβενία. Το καρνιολικό λουκάνικο (kranjska klobasa / kranjska kobasica / kransky, γερμ. Krainer Wurst, ιταλική διάλεκτος της Τεργέστης: luganighe de Cragno). Λουκάνικο Σλοβενίας parboiled, παρόμοιο με το kielbasa. Μικρό λουκάνικο, που σερβίρεται ολόκληρο (σε αντίθεση με το salama / σαλάμι < Σαλαμίνα). Αποτελείται από 75 – 80% χοιρινό κρέας (εκτός από μπέικον ) και το πολύ 20% μπέικον. Μπορεί να περιέχει έως και 5% νερό, θαλασσινό αλάτι από τις αλυκές του Σετσόβλιε, λίγο σκόρδο, και μαύρο πιπέρι. Δεν επιτρέπονται άλλα συστατικά! Τον Ιανουάριο του 2015, η Σλοβενία το ενέταξε στο μητρώο προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων (ΠΟΠ), παρά τις αντιρρήσεις της Αυστρίας, της Κροατίας και της Γερμανίας! Τρώγεται και σε πίττα, τηγανητό dim sim και ρολό Chiko, με τυρί (συχνά με τσίλι). Η παλαιότερη αναφορά του καρνιολικού λουκάνικου στα γερμανικά ευρίσκεται στο φημισμένο βιβλίο μαγειρικής της K. Prato “Süddeutsche Küche (Νοτιογερμανική μαγειρική, 1896, α έκδ. 1858). Ο σλοβενικός όρος kranjska klobasa αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην στ΄ έκδ. του Slovenska kuharica (σλοβενικό βιβλίο μαγειρικής) από την F. Kalinšek, το 1912.
- Machboos / μακμπούς / μαχμπούς → Πόλη του Κουβέιτ. Και majboos → Ντόχα. Γνωστό και ως κάμπσα / kabsah ), αραβικό πιάτο, με ρύζι (συνήθως μπασμάτι) Αραβίας ή Υεμένης και κρέας (κοτόπουλο, κατσίκα, αρνί, καμήλα, μοσχάρι ή ψάρι ή γαρίδες). Εθνικό πιάτο σε όλες τις χώρες του αραβικου Κόλπου, αλλά και στο νότιο Ιράν, την Γάζα της Παλαιστίνης. Από τις φυλές των Βεδουίνων. Βασιζοταν σε απλά και εύκολα διαθέσιμα υλικά: ρύζι, κρέας (συνήθως αρνί ή κοτόπουλο) και ένα μείγμα μπαχαρικών. Εμπνευσμένο από το mandi Υεμένης, μαγειρεμένο σε ένα χωμάτινο λάκκο. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές. Τα μπαχαρικά που χρησιμοποιούνται είναι μαύρο πιπέρι, γαρίφαλο, κάρδαμο, σαφράν, κανέλλα, μαύρο λάιμ, φύλλα δάφνης και μοσχοκάρυδο. Τα μπαχαρικά, το ρύζι και το κρέας εμπλουτιζουν με αμύγδαλα, κουκκουνάρια, φιστίκια, κρεμμύδια και σταφίδες. Γαρνιρεται με χασου και σερβιριρεατι ζεστό με ντακούς (σπιτική αραβική σάλτσα τομάτας).
- Maple Foods → Μόντρεαλ, Καναδά. Διάφορα με σιρόπι σφενδάμου. Γλυκό και αλμυρό κέικ από καλαμποκάλευρο ζαχαροπλαστικής, με σιρόπι σφενδάμου, βούτυρο, και καστανή ζάχαρη. Και σάντουιτς άγριος καπνιστός σολομός, σαλάτα coleslaw με μουστάρδα και σφένδαμο και πικάντικη μαγιονέζα sriracha σε στρώσεις ανάμεσα σε ένα ψωμάκι τσιαμπάτα. Φεστιβάλ Σιροπιού Σφενδάμου γίνεται στην Elmira κάθε Απρίλιο.
- Nshima / nsima → Kasai Lusaka Ζάμπια. Γνωστό και ως ugali / posho / papa / pap / mogobe / sadza / isitshwala / akume / amawe / ewokple / akple, κ.ά. Είδος καλαμποκάλευρου, ή mahindi σε διάφορες αφρικανικές χώρες (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Ζιμπάμπουε, Ζάμπια, Λεσότο, Εσουατίνι, Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Ναμίμπια, Λαϊκή Δημοκρατία Κονγκό, Μαλάουι, Μποτσουάνα και Νότια Αφρική και στην Δυτική Αφρική (Τόγκο, Γκάνα, Μπενίν, Νιγηρια και της Ακτής Ελεφαντοστού). Μαγειρεύεται σε βραστό νερό ή γάλα, μέχρι να γίνει μια σφιχτή ζύμη. Το 2017, το πιάτο προστέθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO.
- Nyama Choma → Ναϊρόμπι, Κενυα. Μπάρμπεκιου με ψητό κατσικίσιο ή αγελαδινό κρέας. Πολύ δημοφιλές στην Τανζανία και την Κένυα, όπου θεωρείται το εθνικό πιάτο. Οι συγκεντρώσεις για Nyama choma είναι άτυπες, αλλά οι ανθρωποι συγκεντρώνονται γύρω από μια ανοιχτή φωτιά – ψησταριά, κοινωνικό έθιμο σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Αφρικής.
- Peka → Split Κροατία. Και για το σχετικό sadza → Χαράρε. Το peka ή sač / σατς (οι Πόντιοι και οι Μικρασιάτες το λένε σάτσι – στην Ελλάδα ονομάζεται γάστρα, σινί ή χάνι), ) είναι ένα μεγάλο μεταλλικό ή κεραμικό καπάκι, σαν ρηχό κουδούνι, με το οποίο καλύπτεται η ζύμη του ψωμιού ή διάφορα πιάτα που πρόκειται να ψηθούν. Από πάνω τοποθετούνται στάχτες και αναμμένα κάρβουνα. Έτσι μαγειρεύονται ομοιόμορφα, διατηρούν το ζουμί και την πλούσια γεύση τους. Μαγειρεύουν κρέας, λαχανικά και πατάτες. Στην την Τουρκία, και την Βαλκανική Χερσόνησο (Αλβανία, Βουλγαρία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Κοσσυφοπέδιο, Μαυροβούνιο, Σκόπια, Σερβία και Σλοβενία. Χρησιμοποιείται επίσης για το ψήσιμο ψωμιού και παραδοσιακών αρτοσκευασμάτων (μπουρέκι και πίτσα). Στην Βουλγαρία, τοποθετείται στο τραπέζι, όπου ψήνονται πάνω του λεπτές φέτες λαχανικών και κρέατος. Δεν χρησιμοποιείται λίπος και δεν σκεπάζεται. Στην περιοχή της Ροδόπης Θράκης χρησιμοποιείται για κρέας. Σε ορισμένες περιοχές της Ρουμανίας, το αντίστοιχο ονομάζεται țest, από το λατινικο testum, και χρησιμοποιούνταν για το ψήσιμο ψωμιού.
- Pierogi → Κρακοβία Πολωνία. Γεμιστά ζυμαρικά, που φτιάχνονται με ζυμη και γέμιση, μαγειρεμένα σε βραστό νερό. Αρωματίζονται με μια αλμυρή ή γλυκιά γαρνιτούρα. Τυπική γεμιση: πατάτα, τυρί, κουάρκ, ξινολάχανο, κιμάς, μανιτάρια, φρούτα. Τα αλμυρά πιερόγκι σερβίρονται με επικάλυψη ξινής κρέμας, τηγανητά κρεμμύδια ή και τα δύο. Πιάτο εορταστικών περιόδων στην Πολωνία, ιδιαίτερα της παραμονής των Χριστουγέννων (Wigilia) δημόσιων εκδηλώσεων (πανηγυρια). Στο Φεστιβάλ Πιερόγκι του 2007 στην Κρακοβία, καταναλώνονταν 30.000 πιερόγκι καθημερινά! Τα πιερόγκι έχουν προστάτη… άγιο, τον άγιο Υάκινθο της Πολωνίας!
- Rolex → Καμπάλα Ουγκάντα. Δημοφιλές street food από μια ομελέττα λαχανικών, τυλιγμένη σε πιττα τσαπάτι. Εθνικός θησαυρός και πολιτιστικό σύμβολο της Ουγκάντα, όπου γίνεται ετήσιο Φεστιβάλ Rolex από το Συμβούλιο Τουρισμού της Ουγκάντα.
- Ropa Vieja → Αβάνα Κούβα. Πιάτο ίσως από την Ισπανία, στην νότια Αμερική και τις Φιλιππίνες. Περιλαμβάνει μια μορφή βραστού βοδινού και τομάτες, με βάση σοφρίτο. Ένα από τα εθνικά πιάτα της Κούβας. Σερβίρεται με ρύζι, μαύρα φασόλια και τηγανητές μπανάνες.
- Salteñas → La Paz Βολιβια < αρχ. ελληνική λέξη αλας > salt. Eνας βολιβιανός τύπος ψημένης εμπανάδας, ένα είδος turne. Aλμυρά αρτοσκευάσματα γεμιστά με μοσχάρι, χοιρινό ή κοτόπουλο, αναμεμειγμένα σε μια γλυκeιά, ελαφρώς πικάντικη σάλτσα, που περιέχει ελιές, σταφίδες, ají, πατάτες και αυγό.
- Shakshuka → Τελ Αβίβ Ισραηλ. To σακσουκά είναι ένα πιάτο με αυγά ποσέ σε σάλτσα από τομάτες, λεμόνι, αλμυρά τυριά από πρόβειο γάλα, ένα πικάντικο αλλαντικό ή λουκάνικο (τσορίθο ή μεργκέζ), ελαιόλαδο, πιπεριές, κρεμμύδι και σκόρδa, καρυκευμένα με κύμινο, πάπρικα και πιπέρι καγιέν. Δημοφιλές πιάτο σε όλην την Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή.
- Shawarma → Ντουμπάι Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα < από την ελληνική λέξη σούβλα. Πιάτο της Μέσης Ανατολής, που προέρχεται από το Λεβάντε. Αποτελείται από κρέας, που κόβεται σε λεπτές φέτες, στοιβάζεται σε ανεστραμμένο κώνο και ψήνεται σε αργά περιστρεφόμενη κάθετη σούβλα (όπως ο ελληνικός γύρος και το döner kebab). Παραδοσιακά φτιαγμένο με αρνί, κοτόπουλο, γαλοπούλα, μοσχάρι, φαλάφελ ή μοσχάρι. Η επιφάνεια του κρέατος στην σούβλα ξύνεται συνήθως μόλις ψηθεί και είναι έτοιμο για σερβίρισμα. Δημοφιλές φαγητό δρόμου σε όλον τον αραβικό κόσμο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
- Shuwa → Muscat Ομαν. Γνωστό και ως κουζί / qoozi / ghoozi / quzi / ouzi / qouzi. Δημοφιλές πιάτο με βάση το ρύζι. Ένα από τα εθνικά πιάτα του Ιράκ. Σερβίρεται με πολύ αργά μαγειρεμένο αρνί, ψητούς ξηρούς καρπούς και σταφίδες.
- Smørrebrød / smörgås → Κοπεγχάγη Δανία. Το smør og brød είναι ψωμί με βούτυρο, παραδοσιακό σάντουιτς με ανοιχτή επιφάνεια στις κουζίνες της Δανίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας. Συνήθως αποτελείται από ένα κομμάτι βουτυρωμένο rugbrød (πυκνό, σκούρο ψωμί σίκαλης) που καλύπτεται με αλλαντικά, κομμάτια κρέατος ή ψαριού, τυρί ή αλείμματα και γαρνιτούρες.
- Sopa → Asunción Παραγουάη. Γνωστό και ως σοπαΐπιλα, σοπαπίλα, σοπαΐπα ή κατσάνγκα είναι ένα είδος τηγανητής ζύμης και ένα είδος γρήγορου ψωμιού στην νότια Αμερική. Η λέξη σοπαΐπιλα είναι υποκοριστικό της sopaipa. Παρασκευάζεται παραδοσιακά από ζύμη σιταριού με προζύμι (ή μείγμα αλευριού σίτου και masa harina) στην οποία προστίθεται λίπος (βούτυρο). Αφού φουσκώσει, η ζύμη τυλίγεται σε φύλλο και κόβεται σε κυκλικά, τετράγωνα ή τριγωνικά σχήματα. Στην συνέχεια τηγανίζεται σε λάδι. Κυριως επιδόρπιο ως τηγανητο κέικ. Με την προσθήκη κολοκύθας γίνεται η ισπανική zapallo.
- Stew → Δουβλίνο Ιρλανδία. Η πρώτη γραπτή αναφορά του είναι βρίσκεται στο έργο του Μπάιρον «The Devil’s Drive» (1814) όπου με ιρλανδικό στιφάδο δείπνησε ο… διάβολος… Το στιφάδο είναι ένας συνδυασμός στερεών συστατικών τροφίμων, που έχουν μαγειρευτεί σε υγρό και σερβίρονται στην σάλτσα που προκύπτει. Τα συστατικά μπορούν να περιλαμβάνουν οποιονδήποτε συνδυασμό λαχανικών και κρέας (ειδικά πιο σκληρά κρέατα κατάλληλα για αργό μαγείρεμα, όπως μοσχάρι, χοιρινό, ελάφι, κουνέλι, αρνί, πουλερικά, λουκάνικα και θαλασσινά). Η αρχαιότερη γνωστή μαρτυρία για στιφάδο στον κόσμο, βρέθηκε στην Ιαπωνία, και χρονολογείται περίπου στο 5000 π.Χ. κατά την περίοδο Τζόμον. Χοιρινά στιφάδο και ψαροφαγικά στιφάδο αναφέρονται στο ρωμαϊκό βιβλίο μαγειρικής “Apicius”, του 4ου αιώνα μ.Χ. Τέλος, το Le Viandier, ένα από τα παλαιότερα βιβλία μαγειρικής στα γαλλικά, του 14ου αιώνα από τον Γάλλο σεφ γνωστό ως Taillevent, περιέχει ραγού ή στιφάδο διαφόρων ειδών.
- Stroopwafels → Άμστερνταμ Ολλανδια. Μικρή βαφλα με σιρόπι, ένα λεπτό, στρογγυλό μπισκότο / γκοφρέτα φτιαγμένο από δύο στρώσεις γλυκιάς ψημένης ζύμης, που συγκρατούνται μεταξύ τους με μια γέμιση σιροπιού καραμέλας. Παρασκευάσθηκε για πρώτη φορά στην πόλη Γκούντα στην Νότια Ολλανδία, το 18ο αι. Η σφιχτή ζύμη γίνεται από αλεύρι, βούτυρο, καστανή ζάχαρη, μαγιά, γάλα και αυγά, και πιεζεται σε μια ζεστή βαφλιέρα μέχρι να γίνει τραγανή.
- Tavë Kosi → Τίρανα Αλβανία. Εθνικό πιάτο στην Αλβανία. Πιάτο με αρνί (με κοτόπουλο ονομάζεται tavë kosi me mish pule) και ρύζι, ψημένο με ένα μείγμα γιαουρτιού και αυγών (ή ξινόγαλα), που προστίθενται σε ένα roux (αλεύρι σίτου και βούτυρο). Καρυκεύεται με αλάτι, πιπέρι, σκόρδο και ρίγανη.
- Tempura → Οσάκα Ιαπωνια. Το τεμπούρα είναι ένα τυπικό ιαπωνικό πιάτο, που συνήθως αποτελείται από θαλασσινά και λαχανικά, που έχουν παναριστεί σε ένα λεπτό κουρκούτι και έχουν τηγανιστεί. Αναφέρεται από τον 16ο αιώνα.
- Trdelník český → Πράγα Τσεχία. Γνωστό και ως trdlo / trozkol / παραδοσιακό τσέχικο κέικ / παλιό βοημικό γλυκό / κέικ-καμινάδα, είναι ένα είδος κέικ – παραλλαγή του Kürtőskalács. Φτιάχνεται από ζύμη που τυλίγεται γύρω από ένα ξυλάκι, ψήνεται και περιχύνεται με ζάχαρη και μείγμα καρυδιών. Ιδιαίτερα δημοφιλές στην Τσεχική Δημοκρατία, την Ουγγαρία και την Σλοβακία. Η παρασκευή του trdelník έχει μακρά παράδοση στην πόλη Skalica Σλοβακίας, κοντά στα σύνορα με την πόλη Hodonín της Μοραβίας. Η συνταγή εισήχθη από την Τρανσυλβανια. Η παλαιότερη σωζόμενη γραπτή αναφορά για την ζύμη εμφανίζεται σε ένα χειρόγραφο του Ούγγρου ποιητή G. Juhász, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής στο Γυμνάσιο της Skalica. Το Skalický trdelník καταχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2007 ως προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη (ΠΟΠ) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μια παραλλαγή του trdelník, με παγωτό και γαρνιτούρες όπως φράουλες και σοκολάτα, είναι δημοφιλές στα καφέ της Πράγας.
- Αρνί σούπα → Ρέικιαβικ Ισλανδία
- Γύρος → Αθήνα, Ελλάδ
- ζύμες → Παρίσι Γαλλία
- Θαλασσινά → Λισσαβώνα Πορτογαία
- Καράχι → Λαχόρη Πακιστάν
- Κάρυ → Κολόμπο και Τσιάνγκ Μάι
- κεμπάπ → Κωνσταντινούπολη, Τουρκία και Τεχεράνη Ιράν. Στα Βαλκάνια το λεν Ćevapi και το καλύτερο το βρίσκει κανείς στο Βελιγράδι Σερβίας. Τα σερβικά ćevapčići / τσεβάπτσιτσι γίνονται από μοσχάρι, αρνί, χοιρινό ή και μείγμα τους.
- Κεφτεδάκια → Στοκχόλμη Σουηδία
- Κουσκούς → Τύνιδα Τυνησία
- Κρεατόπιττες → Σίδνεϊ Αυστραλία
- Κρεμμυδόσουπα → Λυών Γαλλία
- Κρέπες → Νάντη Γαλλία
- Λαζάνια → Μπολόνια Ιταλία
- Λάκσα → Πενάνγκ
- Λουκάνικα → Βερολίνο, Γερμανία
- Μάγκου → Άγιος Δομίνικος
- Μανσάφ → Αμμάν Ιορδανία
- Μαντι → Ριάντ
- Μασγκούφ → Βαγδάτη Ιράκ
- Μοχίνγκα → Γιανγκόν
- Μπάνιτσα → Σόφια Βουλγαρία
- Μπέργκερ → Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
- μπιριάνι (πιάτο με ρύζι) → Χαϊντεραμπάντ
- μπορς (παντζαρόσπουπα) → Κίεβο Ουκρανία
- μπραάι → Κέιπ Τάουν Νότια Αφρική
- μπριζόλες → Σάο Πάολο, Βραζιλία
- μπροσέτες → Κιγκάλι
- ντάμπλινγκς → Σαγκάη, Κίνα
- ουγκάλι → Νταρ ες Σαλάμ
- παντ Τάι → Μπανγκόκ, Ταϋλανδη
- πάπια Πεκίνου → Πεκίνο Κίνα
- Πελμένη → Μόσχα Ρωσία
- Πίτσα → Νάπολι Ιταλια
- Πλοβ → Μπακού Γεωργία
- Πρωινό → Λονδίνο, Βρετανια
- Ράμεν → Φουκουόκα
- Ριζότο → Μιλάνο Ιταλία
- Ρολά κανέλλας → Ελσίνκι Φινλανδία
- Σαρμάλε → Βουκουρέστι Ρουμανία
- Σεβίτσε → Λίμα, Περού
- Σνίτσελ → Βιέννη Αυστρία
- Σοκολάτα → Βρυξέλλες, Βέλγιο
- Σολομός → Όσλο Νορβηγια
- Σούσι (ωμό ψάρι) → Τόκιο Ιαπωνία
- Ταζίν → Μαρακές, Μαρόκο
- Τάκος → Πόλη του Μεξικού, Μεξικο
- Τάπας → Βαρκελώνη, Ισπανία
- Τζερκ → Κίνγκστον
- Τζολόφ → Λάγος
- Τηγανητό Ρύζι → Τζακάρτα, Ινδονησία
- Τσάι με φούσκες → Ταϊπέι
- Τσακτσούκα → Αλγερί, Αλγερία
- Τσόουτερ Αχιβάδας → Βοστώνη ΗΠΑ
- Φαλάφελ → Κάιρο Αίγυπτος
- Φο → Ανόι
- Φοντί → Ζυρίχη, Ελβετία
- Χίλσα → Ντάκα
- Χούμους → Βηρυτός Λίβανος
- Ψητά / Ψησταριά → Μπουένος Άιρες, Αργεντινή
ΠΗΓΗ: Ο κατάλογος από το World Insights, Οι λοιπές πληροφορίες από το βιβλίο του Γ. Λεκάκη “Λεξικο παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 5.1.2026.
Pizza, Naples Sushi Tokyo Tacos Mexico City Biryani Hyderabad Pastries → Paris Burgers → New York BBQ → Seoul Dumplings → Shanghai Pad Thai → Bangkok Gyros → Athens Kebabs → Istanbul Tapas → Barcelona Chocolate → Brussels Fondue → Zurich Sausages → Berlin Breakfast → London Steaks → São Paulo Pho → Hanoi Jerk → Kingston Grill → Buenos Aires Tagine → Marrakech Adobo → Manila Ceviche → Lima Fried Rice → Jakarta Jollof → Lagos Falafel → Cairo Bubble Tea → Taipei Seafood → Lisbon Maple Foods → Montreal Hawker Food → Singapore Braai → Cape Town Arepas → Bogotá Laksa → Penang Karahi → Lahore Hilsa → Dhaka Curries → Colombo Stew → Dublin Pierogi → Krakow Borscht → Kyiv Pelmeni → Moscow Kebabs → Tehran Masgouf → Baghdad Shawarma → Dubai Majboos → Doha Mandi → Riyadh Mansaf → Amman Machboos → Kuwait City Shuwa → Muscat Hummus → Beirut Shakshuka → Tel Aviv BBQ → Texas Clam Chowder → Boston Deep Dish → Chicago Lasagna → Bologna Risotto → Milan Onion Soup → Lyon Crêpes → Nantes Ramen → Fukuoka Tempura → Osaka Hotpot → Chengdu Peking Duck → Beijing Bibimbap → Jeonju Bánh mì → Saigon Curry → Chiang Mai Mohinga → Yangon Buuz → Ulaanbaatar Kokoda → Suva Meat Pies → Sydney Hangi → Auckland Empanadas → Córdoba Completo → Santiago Salteñas → La Paz Sopa → Asunción Chivito → Montevideo Arepas → Caracas Hornado → Quito Ropa Vieja → Havana Mangu → Santo Domingo Doubles → Port of Spain Conch → Nassau Flying Fish → Bridgetown Stroopwafels → Amsterdam Smørrebrød → Copenhagen Meatballs → Stockholm Salmon → Oslo Cinnamon Rolls → Helsinki Lamb Soup → Reykjavik Schnitzel → Vienna Goulash → Budapest Trdelník → Prague Sarmale → Bucharest Banitsa → Sofia Ćevapi → Belgrade Peka → Split Kranjska → Ljubljana Tavë Kosi → Tirana Khachapuri → Tbilisi Khorovats → Yerevan Plov → Baku Couscous → Tunis Chakchouka → Algiers Injera → Addis Ababa Nyama Choma → Nairobi Ugali → Dar es Salaam Rolex → Kampala Brochettes → Kigali Nshima → Lusaka Sadza → Harare Bunny Chow → Durban πολη διασημο φαγητο γυρος, Αθηνα πολεις διασημα φαγητα σουβλακι γυρος, Αθηναι τροφη διατροφη συνταγη τροφες διατροφες συνταγες μαγειρικη παραδοσιακη κουζινα παραδοσιακο πιατο εστιαση μαγειρεμα
