Του Γιώργου Λεκάκη
Η αρχαία ελληνική λέξις βοῦς [και δωρικά βῶς (Επιχ. 154b.4, Θεοκρ. 9.7) και βος (επιγραφή Γόρτυνος Κρήτης (ICr. 4.142.6 – δωρ. αιτιατική βων (στην Ομήρου «Ιλιάδα») προέρχεται από την παναρχαία μυκηναϊκή ελληνική λέξη qoo / qowe, η οποία έδωσε την λέξη βοῦς «παρά το βω» – ΠΗΓΗ: Μεγα Ετυμολογικόν.
Από την μυκηναϊκή λέξη qoo / qowe προέκυψε η «αγγλική» λέξη cow = αγελάς < παλαιοαγγλικό cu («αγελάδα») < πρωτογερμανική ρίζα kwon > παλαιοφριζικό ku, μεσαιωνικό ολλανδικό coe, ολλανδικό koe, παλαιά άνω γερμανικά kuo, γερμανικό Kuh, παλαιονορβηγικό kyr, δανικό και σουηδικό ko, παλαιότερα kwom, κλπ.
Από το qoo προέκυψε η ρίζα βο(Ϝ)- που αναφέρεται στο γνωστό μεγαλόσωμο κατοικίδιο μηρυκαστικό, κοινώς βους, βούδι, βόδι[1]. Από δέρμα βοδιού έφτιαχαν στα πανάρχαια χρόνια και ασπίδα, η οποία επίσης ελέγετο βοῦς.[2]
Από την ρίζα βοϜ- παρήχθησαν οι «ξένες» λέξεις:
- bos / bovis / bovem, λατινική λέξη, με την ίδια σημασία,
- buef = βόδι· κρέας βοδιού· δέρμα βοδιού στα παλαιογαλλικά, η οποία τον 11ο αι. στα γαλλικά απαντάται ως boeuf,
- bό = αγελάδα, στα αρχαία ιρλανδικά, κλπ.
Από βοδινό κρέας (κιμά) έφτιαχναν και φτιάχνουν ένα παρασκεύασμα ζυμωμένο συνήθως με κρεμμύδι, λάδι και διάφορα μπαχαρικά, το οποίο ψήνεται σε φούρνο ή σε σχάρα που λέγεται μπιφτέκι, λένε από την “γαλλική” λέξη bifteck (> αγγλ. beefsteak = ολόκληρη φέτα βοδινού κρέατος, κλπ.). Αλλά ξεχνούν να αναφέρουν, την πανάρχαιη ελληνική ρίζα βοF-. Η δε «αγγλική» λέξη beef (αρχικός πληθυντικός beeves) εμφανίζεται περίπου το 1300 μ.Χ., ως βόδι, ταύρος ή αγελάδα, καθώς και το κρέας τους μετά την σφαγή, το οποίο χρησιμοποιείται ως τροφή. Επίσης από το 1300 περίπου το «αγγλικό» ρήμα beef σημαίνει «παραπονιέμαι» (αργκό, 1888, αμερικανικά αγγλικά). Η χρήση του ουσιαστικού με την σημασία «διαφωνία» ή «καβγάς» καταγράφεται από την δεκαετία του 1930. Η προέλευση και η ακριβής σημασία αυτών των όρων δεν είναι σαφείς· ίσως να συνδέονται με ένα συνηθισμένο παράπονο των στρατιωτών στα τέλη του 19ου αιώνα, σχετικά με την ποσότητα ή την ποιότητα των μερίδων βοδινού κρέατος που ελάμβαναν.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2020.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Το αρσενικό λέγεται ταύρος, το θηλυκό αγελάς, το νεαρό μοσχάρι και έπειτα από ένα περίπου έτος δαμάλι.
[2] Άλλα σχετικά ελληνικά παράγωγα: βοώδης, βόειος, βοεύς, βοιδάριον, βοίδιον, βοώτης, βοή / βοώ, βοδινός, βοϊδήσιος, βοοειδής, Βουκεφάλας, βουκέφαλος, βουστάσιο, βούτυρο, βούφθαλμο, βοάγριον, βόαγρος, βόαυλος, βοηλάτης, βοόγληνος, βοοδμητήρ, βοοζύγιον, βοόκλεψ, βοόκραιρος, βοοκτασία, βοορραίστης, βοοσκόπος, βοοσσός βοοτρόφος, βουβόσιον, βούβοτος, βουγενής, βουδόκος, βουδόρος, βουζύγης / μπουζύγης, βουθερής, βουθόρος, βούθυτος, βουκέντης, βούκεντρον, βούκερως, βούμυκοι, βουνόμος, βούπαλις, βουπάμων, βουπελάτης, βουπλήξ, μπουποίμην, βουπομπός, βουπόρος, βούπρος σταθμός, βουστρόφος, βουσφαγώ, βουτρόφος, βουτύπος, βουφάγος, βουφόνος, βουφορβός, βούφορτος, βουχανδής, βούχιλος, βοώνης, βοώπις βοοκλόπος, βοοκλόπος, βοοκλόπος, βούφορος, βούφορτος, βούφορτος βοοσχήμων, βοόφθαλμος, βουθρέμμων, βούπαπας, βοϊδόνευρο, βούνευρο, βοϊδάμαξα, βοϊδολάτης, βοϊδομάτης, βουποδίζω, βουστάτης, εκατόμβη, κλπ.
γαλλικη λεξη μπιφτεκι παναρχαια ελληνικη λεξις Λεκακης




