Του Δημήτρη Συμεωνίδη JP
Δημοσιογράφου / ανταποκριτού Ε.Σ.Ε.Μ.Ε.
(Ένωση Συντακτών Ευρωπαϊκών Μέσων Ενημέρωσης)
Η λέξη βάβισμα είναι αντιπροσωπευτική της λειτουργίας της. Προέρχεται από τον επαναλαμβανόμενο μοτίβο ήχων που σχηματίζουν τα μωρά π.χ. «μπα – μπα – μπα» [σ.σ.: και ο πατέρας νομίζει ότι λένε… “μπαμπά” – εξ ου και χαζομπαμπάς].
Το μωρό πριν αρχίσει να βαβίζει έχει περάσει από σημαντικά στάδια γλωσσικής ανάπτυξης, όπως να χρησιμοποιεί το κλάμα ως μέσο επικοινωνίας, να αντιδρά στους ήχους, να διατηρεί βλεμματική επαφή και να αλληλεπιδρά σε παιχνίδια διατηρώντας μοιρασμένη προσοχή. Το βάβισμα αποτελεί και αυτό σημαντικό πρόδρομο της ομιλίας.
Το βάβισμα αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο, καθώς παρουσιάζεται σε όλα τα παιδιά. Είναι εντυπωσιακό πως όλα τα παιδιά του κόσμου αρχικά βαβίζουν τους ίδιους ήχους (4 – 6 μηνών) και σταδιακά επιλέγουν τους ήχους της μητρικής τους γλώσσας. Το βάβισμα εκτείνεται μέχρι τους 12 μήνες και έπειτα το παιδί σταδιακά περνά στις πρώτες του λέξεις.
Περίπου στην ηλικία των 4 – 6 μηνών τα μωρά παράγουν ήχους κυρίως ευχαρίστησης, «αααα!» και γέλιο. Αυτό το στάδιο αποτελεί το αρχικό στάδιο βαβίσματος.
Στην ηλικία των 6 μηνών τα μωρά αρχίζουν να παράγουν μεγαλύτερους σε έκταση ήχους, με μεγαλύτερη ποικιλία και συνδυάζουν σύμφωνο και φωνήεν π.χ. «μπα- μπα».
Στην ηλικία των 9 μηνών περίπου, τα μωρά περνάνε σε ένα στάδιο, όπου το βάβισμα έχει προσωδία, ρυθμό και επιτονισμό. Σε αυτό το στάδιο το βάβισμα, πλέον, παίρνει την μορφή διαλόγου.
Το βάβισμα είναι ένα παιχνίδι ήχων. Η αύξηση του μεγέθους της στοματικής κοιλότητας, η ανάπτυξη της κίνησης και πίεσης της γλώσσας και των χειλιών συντελούν σε έναν άπειρο συνδυασμό ήχων.
Το βάβισμα αποτελεί σημαντικό στάδιο ανάπτυξης της ομιλίας. Εάν ένα μωρό δεν βαβίζει ή σταδιακά δεν έχει μεγάλο ρεπερτόριο ήχων, τότε ίσως να αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης δυσκολίας του παιδιού, όπως θέματα ακοής, δυσκολία στον συντονισμό των αρθρωτών, κλπ.
ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
- Ομηρικό Λεξικό του Ευ. Κ. Κοφινιώτη στην σελ 66: Βαμβαίνω, μετ. βαμβαίνων [βαίνω, πρβ. παμφαίνων) τρέμων ή κάλλιον ψελλίζων.
- ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ / Philoxenus Gramm., fragmenta “Die Fragmente des Grammatikers Philoxenos”, Ed. Theodoridis, C., Berlin: De Gruyter, 1976; Sammlung griechischer und lateinischer Grammatiker 2, Fragment 457*,1: βάβαξ = EM 183, 49: βάβαξ· ὁ λάλος.
- ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ / Etymologicum Genuinum, 3,4: παρὰ τὸ βάζω βάξω βάξ, καὶ κατὰ ἀναδιπλασιασμὸν βάβαξ. ἔστι δὲ καὶ ῥητορική AB, Sym. 3, EM 3a.
- ΙΣΤΟΡΙΑ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ / Historia Alexandri Magni, Recensio poetica (recensio R), 705: Ἐγὼ ὀλπίζω στοὺς θεούς, ὕστερα θέλει κλαίγει· αὐτὸς τὸ κάμνει σὰν σκυλὶ κι ἀπομακρὰ βαβίζει, καὶ ὕστερα τὸν ἄνθρωπον ποσῶς δὲν τὸν ἐγγίζει.
- ΦΩΤΙΟΣ / Photius Lexicogr. w. 1: βάβιον ἢ καὶ παιδίον ἀνεκάλει, ὑποκορίζουσα τὴν φωνήν.῾Ο δὲ ἀκούσας ἠγανάκτησε καὶ ἐπετίμησε τὸν παιδικὸν τοῦτον ὑποκορισμόν, τορὰν καὶ διηρθρωμένην τὴν ἐπιτίμησιν ἐξενεγκών.
- ΦΩΤΙΟΣ / Photius Lexicogr., Scr. Eccl., Theol., Lexicon “Photii patriarchae lexicon, vol. 1 (Α – Δ)”, Ed. Theodoridis, C, Berlin, De Gruyter, 1982, 52,1: οὕτως Ἀριστοφάνης (fr.
novum). Βαμβακεύτριαι· αἱ μαγγανεύουσαι καὶ ἐπᾴδουσαι. Βάβαξ· μάταιος, λάλος, φλύαρος, ἐνθουσιῶν, ἀναιδής. - ΔΑΜΑΣΚΙΟΣ / Damascius Phil: Vita Isidori (ap. Photium, Bibl code 181,242): ὅτι “τῷ ῾Ερμείᾳ ἐκ τῆς Αἰδεσίας πρεσβύτερον τῶν φιλοσόφων υἱέων τίκτεται παιδίον, καὶ ἡ Αἰδεσία τῷ υἱεῖ ἑπτὰ μῆνας ἀπὸ γενέσεως ἄγοντι. προσέπαιζέ τε οἷα εἰκός, καὶ βάβιον καὶ παιδίον ἀνεκάλει, ὑποκορίζουσα τὴν φωνήν. ὁ δὲ ἀκούσας ἠγανάκτησε καὶ ἐπετίμησε τὸν παιδικὸν τοῦτον ὑποκορισμόν, τορὰν καὶ διηρθρωμένην τὴν ἐπιτίμησιν ἐξενεγκών.”
Τι λένε τα Αγγλικά Λεξικά για την λέξη baby
Η λέξη «baby» στα αγγλικά προέρχεται από τη λέξη «babe» στα μεσαιωνικά αγγλικά, που σήμαινε «βρέφος» ή «μικρό παιδί». Η λέξη «babe» πιστεύεται ότι μιμείται τους ήχους που κάνουν τα μωρά, πιθανώς από την επανάληψη των ήχων «ba». Η υποκοριστική κατάληξη «-y» προστέθηκε στη λέξη «babe» για να δημιουργηθεί η λέξη «baby». Η λέξη «baby» αναφέρεται για πρώτη φορά γύρω στον 14ο αιώνα.
Ακολουθεί μια πιο λεπτομερής ανάλυση:
«Babe»: Η ρίζα της λέξης «baby», που σημαίνει βρέφος ή μικρό παιδί, εμφανίστηκε στην μεσαιωνική αγγλική.
Μιμητική προέλευση: Η λέξη «babe» πιστεύεται ότι μιμείται τους ήχους που κάνουν τα μωρά, ιδιαίτερα τον ήχο «ba», ο οποίος είναι ένας από τους πρώτους ήχους που τείνουν να παράγουν τα βρέφη.
Υποκοριστική κατάληξη: Η κατάληξη «-y» προστέθηκε στη λέξη «babe» για να δημιουργηθεί η λέξη «baby», που σημαίνει μια μικρότερη ή πιο αξιαγάπητη εκδοχή της λέξης «babe».
Πρώιμη Χρήση:
Η λέξη «μωρό» καταγράφεται για πρώτη φορά γύρω στο 1400 στα γραπτά του William Langland, σύμφωνα με το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης.
Μεταφορική Χρήση: Η λέξη «μωρό» αργότερα ανέπτυξε μεταφορικές έννοιες, όπως «παιδικό άτομο» (γύρω στο 1600) και «όρος αγάπης» (γύρω στο 1901).[1]
Συμπέρασμα
Μετά από αυτά που διαβάσατε είναι ολοφάνερο ότι η “αγγλική” λέξη baby προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βάβαξ. Όπως έχω αναφέρει και στο παρελθόν είναι καιρός να φτιάξουν ένα λεξικό με όλες τις λέξεις, που μας κρύβουν, ότι προέρχονται από την ελληνική γλώσσα…
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 21.7.2025.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Κ. Κοφινιώτη, Ομηρικό Λεξικό του Ευάγγελου
- Ι. Σταματάκου, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
- Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας (TLG)
- Oxford Dictionary
- psychomotor
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
The word baby according Oxford Dictionary
The word “baby” in English originated from the Middle English word “babe,” which meant “infant” or “young child”. “Babe” itself is believed to be imitative of the sounds babies make, possibly from the repetition of “ba” sounds. The diminutive suffix “-y” was added to “babe” to create “baby”. The word “baby” is first attested around the 14th century.
Here’s a more detailed breakdown:
“Babe”:
The root of “baby,” meaning infant or young child, appeared in Middle English.
Imitative Origin:
The word “babe” is thought to be imitative of the sounds babies make, particularly the “ba” sound, which is one of the earliest sounds infants tend to produce.
Diminutive Suffix:
The “-y” suffix was added to “babe” to create “baby,” signifying a smaller or more endearing version of “babe”.
Early Use:
The word “baby” is first recorded around 1400 in the writings of William Langland, according to the Oxford English Dictionary.
Figurative Use:
The word “baby” later developed figurative meanings, such as “childish person” (around 1600) and “term of endearment” (around 1901).
αγγλικη λεξη ετυμολογια baby μωρο αρχαια ελληνικη μπαμπας χαζομπαμπας
