Του Γιώργου Λεκάκη
Ο Λέων Αλλάτιος ή Λιωνής Αλάτζης[1] (1586 – 1669) ήταν Χιώτης Έλλην λόγιος του 17ου αιώνος. Εγεννήθη το 1586 στην Χίο. Γονείς του ήταν οι ορθόδοξοι Νικόλαος Αλάτζης και η Σεβαστή Νευρίδη. Σχολείο επήγε στην Χίο. Αλλά σε ηλικία 9 ετών εστάλη στην Καλαβρία της Μεγάλης Ελλάδος / Κάτω Ιταλίας, με την βοήθεια του θείου του Μιχαήλ Νευρίδη, για να συνεχίσει τις σπουδές του (1599 – 1610). Εκεί προσηλυτίσθηκε στον καθολικισμό. Πολύ νέος παρέμεινε στην πόλη Πάολα Καλαβρίας και την Νεάπολη Καμπανίας, με την φροντίδα του Μάριο Σπινέλι[2], ο οποίος τον προέτρεψε να μελετήσει λατινικά και ελληνικά. Ως ευνοούμενος του πάπα Γρηγορίου ΙΕ΄[3], ακολούθησε καριέρα στο «Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου»[4], στην Ρώμη, στο οποίο γράφηκε το 1599 / 1600. Εσπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και γραμματική. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Γρηγορίου ΙΕ΄, ο Αλλάτιος εστερήθη έναν σημαντικό προστάτη, ενώ είχε αποκτήσει προηγουμένως σημαντικές διαφωνίες με τον διάδοχό του, Ουρβανό Η΄[5].
Αφού παρέμεινε για τρία χρόνια στην υπηρεσία του Μπ. Τζουστινιάνι, επισκόπου της Αγγλόνας[6] της Μητέρας / Ματέρας Οινωτρίας / Βασιλικάτας Μεγάλης Ελλάδος / Κάτω Ιταλίας, ξαναπήγε στην Χίο, όπου ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Μάρκος Τζουστινιάνι τον εξέλεξε γενικό βικάριό[7] του.[8] Αλλά δεν άντεξε τον «μονότονο και βαρετό βίο της Χίου», και επανήλθε στην Ρώμη. Εσπουδασε Ιατρική, με τον περιφανή αριστοτελικο ιατροφιλόσοφο και αστρονόμο Giulio Cesare Lagalla / Λαγάλλα[9], του οποίου συνέγραψε την βιογραφία.
Παρά το γεγονός ότι ασπάστηκε τον καθολικισμό βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τους συμπατριώτες του, Έλληνες, ειδικώς τους Χιώτες, και παρά τις αντιπαραθέσεις του, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης, λόγω των προσπαθειών του για την διατήρηση και την μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας. Ακόμη και ο ορθόδοξος, επίσης Χιώτης, ο Γεώργιος Κορέσσιος[10], ανάμεσα στις πολλές κατηγορίες εναντίον του Λέοντος, αλληλογραφούσε μαζί του, ζητώντας μάλιστα να σταλούν συγκεκριμένα βιβλία στα ελληνικά σχολεία της Χίου για τους νεαρούς ορθοδοξους Χιωτες.
Το 1622, με την κατάκτηση της Χαϊδελβέργης από τον Τσερκλάς[11], ο Βαυαρός εκλέκτορας του Δουκάτου της Βαυαρίας, Ιωσήφ Μαξιμιλιανός Α΄[12], εσκόπευε να μεταφέρει την πολύτιμη Παλατινή Βιβλιοθήκη [«Παλατίνα»] της Χαϊδελβέργης στο Μόναχο. Αλλά εν τέλει την δώρισε στο Βατικανό, κατόπιν επιμονής του πάπα Γρηγορίου ΙΕ’. Ο Πάπας Γρηγόριος εμπιστεύτηκε στον Αλλάτιο για την μεταφορά των χειρογράφων μέσω των Άλπεων στην Ρώμη. Μια μεταφορά που έγινε με ένα καραβάνι 200 μουλαριών! Ο Αλλάτιος σε αυτήν την επιχείρηση κράτησε 12 κιβώτια με πολύτιμα βιβλία για τον εαυτό του!
Ο Αλλάτιος έλαβε μια μεγάλη σειρά υψηλών αξιωμάτων:
- σύμβουλος επί θρησκευτικών θεμάτων του καρδινάλιου Βισκία,
- καθηγητής των Ελληνικών / Graecus – διορίστηκε από τον πάπα Παύλο Ε’ (1618).
- βιβλιοθηκάριος – από τον καρδινάλιο Φραγκίσκο Βαρβερίνη[13],
- επί τιμη θαλαμηπόλος του πάπα Αλέξανδρου Ζ’, και
- βιβλιοθηκάριος της Βιβλιοθήκης του Βατικανού το 1661 («βιβλιοθηκάριος της Ουνίας»), θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του. Μετά τον θάνατο του Λ. Χολστένιου[14] (1661), διορίστηκε από τον Αλέξανδρο Ζ΄ ως ο πρώτος φύλακας της Βιβλιοθήκης του Βατικανού.
Ο Κλήμης Α’ του χορήγησε ισόβια σύνταξη.
Ήταν προικισμένος με «σπάνια κρίση, απέραντη μνήμη και καταπληκτική ευμάθεια». Είχε το χάρισμα να συνομιλεί με έμμετρους στίχους (όπως οι Κρητικοί). Έγινε ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους της εποχής του. «Ήταν αφοσιωμένος στην Δυτική Εκκλησία και ελληνιστής με όνομα […] Με νουθεσίες προσπαθούσε να πείσει τους ορθοδόξους λαϊκούς και κληρικούς να γίνουν καθολικοί».[15] Προσπάθησε να αποδείξει ότι υπήρχε πάντα συμφωνία μεταξύ της Καθολικής και της Ορθόδοξης εκκλησίας σε θεμελιώδη ζητήματα πίστεως, με τις διαφορές να εμφανίζονται μόνον στα εκκλησιαστικά έθιμα. Επέμεινε στην πρωτοκαθεδρία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, η οποία είχε αποδεχτεί την πρωτοκαθεδρία του αποστόλου Πέτρου.
Σήμερα αναφέρεται ως «Ιταλός θεολόγος ελληνικής καταγωγής», κλασσικός φιλόλογος, θεολόγος και ο «ρωμαϊκός πολύγραφος της εποχής της Αντιμεταρρύθμισης».
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Τα έργα του Αλλατίου είναι σπουδαια, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή καθ’ ότι προσήλυτος. Το έργο του γενικώς είναι μια συστηματική εγκυκλοπαίδεια / ανθολογία των αρχαίων πηγών!
Τα κύρια έργα του:
- «Ένα μνημείο της Αδούλιδος / Monumentum Adiulitanum»[16], Ρώμη, 1631 και 1638.
- «De Psellis eorumque scriptis / Περί των Ψελλών και των γραπτών τους», Ρώμη, 1634. Φιλολογική πραγματεία – η πρώτη συστηματική μελέτη για την ζωή και το έργο του Μιχαήλ Ψελλού[17].
- «Επιστολές του Σωκράτη, του Αντισθένη και άλλων Σωκρατικών / Socratis, Antishenis et aliorum Socraticorum Epistulae»[18], Παρίσι, 1637.
- «Διάφορα αποσπάσματα Ελλήνων σοφιστών και ρητόρων / Excerpta varia Graecorum sophistarum, ac rhetorum»[19], 1638 και 1641.
- «Περί της πατρίδας του Ομήρου» / De patria Homeri»[20], Λυών, 1640.
- «Παρατηρήσεις στα αποσπάσματα των Ετρουσκικών Αρχαιοτήτων / Animadformaziones in antiquitatum Etruscarum fragmenta»[21], Παρίσι 1640 και Ρώμη 1642.
- «Περί της μέτρησης του χρόνου στους αρχαίους και ιδιαίτερα στους Έλληνες» / De mensura temporum antiquorum et praecipue Graecorum»[22], Κολωνία, 1645.
- «Οι νεότεροι Ναοί των Ελλήνων(*) / De templis Graecorum recentioribus»[23], Κολωνία, 1645.
- «Περί ορισμένων δοξασιών των σημερινών Ελλήνων / De Graecorum hodie quorundam opinationibus»[24], Ρώμη, Άμστερνταμ, 1645. Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Λ. Αλλάτιου.
- «Περί της αέναης συναίνεσης των Δυτικών και Ανατολικών Εκκλησιών / De ecclesiae occidentalis atque orientalis perpetua consensione»[25], Ρώμη, Κολωνία, 1648.
- «Περί των Γεωργίων και των συγγραμμάτων τους / De Georgiis eorumque scriptis»[26], Παρίσι, 1651.
- «Γεωργίου Ακροπολίτη Ιστορία / Georgii Acropolitae historia»[27], Παρίσι, 1651, στην βυζαντινή συλλογή του Λούβρου / Louvre.
- «Excerpta varia Graecorum» και «Σύμμικτα[28] sive opusculorum Graecorum et Latinorum vetustiorum et laterorum libri decem»[29], Ρώμη, 1653 και 1668.
- «Περί της διαρκούς συναίνεσης τόσο της Δυτικής όσο και της Ανατολικής Εκκλησίας σχετικά με το δόγμα του καθαρτηρίου / De utriusque ecclesiae occidentalis atque orientalis perpétua in dogmate de purgatorio consensione»[30], Ρώμη, 1655.
- «Ελληνορθοδοξία / Graeciae orthodoxae»[31], Ρώμη, σε δύο τόμους, 1652 και 1659 από το τυπογραφείο της Propaganda Fide, έργο-σταθμός στην έκδοση και διάδοση της βυζαντινής θεολογικής γραμματείας στην Δυτική Ευρώπη.
- Αρχαίοι ποιητές που συλλέχθηκαν από χειρόγραφους κώδικες των βιβλιοθηκών του Βατικανού και της Μπαρμπερίνα, Νάπολι, 1661 (αναδημοσιεύτηκε στην Φλωρεντία το 1847).
- «Διατριβή περί των συγγραμμάτων των Συμεών / De Symeonum scriptis»[32], Παρίσι, 1664. Έργο-θεμελιώδης σταθμός στην ιστορία της βυζαντινής φιλολογίας.
- «Drammaturgia», 1666 – η πρώτη απόπειρα καταλογογράφησης όλων των απάντων (opera) και των δραμάτων, που είχαν παρουσιαστεί στην Ιταλία μέχρι τότε.[33] Επωφελήθηκε από την πολύτιμη συνεργασία του με τον Angelico Aprosio, του Ταγματος των Αυγουστιανών.
- Αλλά είναι περισσότερο γνωστός για το αδημοσίευτο έργο του «De Praeputio Domini Nostri Jesu Christi Diatriba / Διατριβή για την ακροποσθία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»[34], μέγα θέμα όταν κάποιοι, προς άγραν πιστών, έλεγαν «ότι αυτή αναλήφθηκε, όπως ο ίδιος ο Ιησούς, και έγινε ένας από τους δακτυλίους του πλανήτη Κρόνου»!!![35]
Ποιήματα, όπως και άλλοι ουμανιστές της εποχής, έγραψε επίσης περιστασιακά ποιήματα στα ελληνικά και τα λατινικά («Ηριδανός», «Ελλάς», κ.ά.).
Η αλληλογραφία του (έως και 1.000 επιστολές στα ελληνικά και τα λατινικά) φυλάσσεται στην Βιβλιοθήκη της Ορατορίας στην Ρώμη. Τα λεγόμενα «Έγγραφα των Αλλατσιανών» στην Βιβλιοθήκη Βαλλικελιάνα στην Ρώμη, αποτελούνται από 330 τόμους! Αυτά περιέχουν, εκτός από τα χειρόγραφα έργα του Αλλατίου, πολλά από τα οποία είναι ακόμη αδημοσίευτα, αντίγραφα πολλών ελληνικών, λατινικών και ιταλικών κωδίκων, που γράφτηκαν από τον ίδιο, τους αντιγραφείς και τους κληρονόμους του.
Για τις κριτικές εκδόσεις αρχαίων κειμένων, μεταφρασμένες και σχολιασμένες, αξιζει τον έπαινο του «editor princeps».
(*) Ο Λέων Αλλάτιος, λοιπόν, έγραψε και για τις λαϊκές πεποιθήσεις των σύγχρονών του Ελλήνων, και μας άφησε ένα ενδιαφέρον έργο, με τίτλο «Οι νεότεροι Ναοί των Ελλήνων / De templis Graecorum recentioribus»). Σε αυτό το έργο γράφει για τις εκκλησίες, την λειτουργία, την αρχιτεκτονική και τα εκκλησιαστικά έθιμα των μεταβυζαντινών ορθόδοξων Ελλήνων, αποδεικνύοντας ότι τα περισσότερα σύγχρονα ελληνικά έθιμα διατηρούν τις παραδόσεις της αρχαίας ελληνικής Εκκλησίας. Ιδού ένα απόσπασμα από αυτό το ενδιαφέρον βιβλίο του, το μέρος όπου υπενθυμίζει ότι οι καμπάνες δεν κτυπούσαν στις ελληνικές πόλεις για αιώνες…:
«Οι καμπάνες χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, όπως μαθαίνω από πολλές πηγές, αλλά ιδιαίτερα από την ιστορία του Γεωργίου Παχυμέρη, ο οποίος τις αναφέρει συχνά. Όταν το Βυζάντιο κατελήφθη, η Αυτοκρατορία λεηλατήθηκε και η υπόλοιπη κυριαρχία των Ελλήνων κατασχέθηκε, η χρήση των καμπανών στις πόλεις όπου ζούσαν διεκόπη. Οι Τούρκοι φοβόντουσαν ότι ο ήχος θα μπορούσε να προκαλέσει φόβο στις περιπλανώμενες ψυχές των νεκρών και να καταστρέψει την ηρεμία που απολάμβαναν. Αυτή ήταν η φιλοσοφία τους για την ψυχή, αυτών των μανιωδών ανδρών, αυτού του πιο ασήμαντου λαού. Οι ιερείς, επομένως, χρησιμοποιούν ένα ξύλινο όργανο για να καλέσουν τους Έλληνες στην εκκλησία. Το ξύλο έχει μήκος 12 πόδια, πάχος δύο δάκτυλα και πλάτος τέσσερα, ούτε σχισμένο, ούτε ραγισμένο, και καλύτερα να ήταν κομμένο με τσεκούρι. Κρατώντας το μέσον του στο αριστερό του χέρι, ο ιερέας ή κάποιος άλλος το κτυπάει γρήγορα, πότε σε ένα μέρος, πότε σε ένα άλλο, με ένα ξύλινο σφυρί που κρατάει στο δεξί του χέρι. Το κτυπά πρώτα κοντά και μετά μακριά από το αριστερό του χέρι, πότε ψηλά, πότε χαμηλά, με τέτοιο τρόπο, ώστε το εύστοχο κτύπημα να παράγει την πιο γλυκιά μουσική. Αυτό ονομάζεται σημαντήριον, ή μάλλον χειρόσημο, επειδή κρατιέται στα χέρια και κτυπιέται με αυτά. Διαφέρει από ένα άλλο, μεγαλύτερο όργανο, που ονομάζεται μέγα σήμαντρον, το οποίο κρέμεται με σιδερένιες αλυσίδες από τις άκρες του σε πυργίσκους ή καμπαναριά. Έχει αξιοσημείωτο μέγεθος, πλάτος έως και 6 χέρια, πάχος μίας χεριάς και μήκος πάνω από 30». – ΠΗΓΗ: Leo Allatios «The newer Temples of the Greeks» / Λέων Αλλάτιος «Οι νεότεροι Ναοί των Ελλήνων», μτφρ. – σχολια – εισαγωγή ANT. CUTLER, 1969.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Ελληνικη Βιβλιογραφια”. Γ. Λεκακης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”. Γ. Λεκακης “Ταματα και αναθηματα”. Γ. Λεκάκης “Λεξικο παραδόσεων”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.9.1999.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Archives des Missions scientifiques et littéraires , 1887, 3η σειρά, XIII.
- Bautz Fr. W. «Allatius (Allacci), Leo. In: Biographisch-Bibliographisches Kirchenlexikon (BBKL)», εκδ. Hamm, 1975. Και β΄ έκδ. Hamm 1990.
- Carmela J. «Bibliografia di Leone Allacci (1588 1669), έκδ. Universitá, Παλέρμο, 1962.
- Cerbu Th. J. «Leone Allacci (1588 – 1669). The fortunes of an early Byzantinist», εκδ. Harvard University Press, Cambridge, 1986.
- Hartnup K. «On the Beliefs of the Greeks. Leo Allatios and Popular Orthodoxy», εκδ. Brill, Leiden 2004.
- Gradi St. “Leonis Allatii vita”, στο Mai, Novae Patrum Bibliothecae , VI, 2, Ρωμη, 1853.
- Legrand Ém. «Bibliographie hellénique du XVIième siècle», Παρίσι, 1895.
- Martini Em. «Κατάλογος ελληνικών χειρογράφων, που υπάρχουν σε ιταλικές βιβλιοθήκες», II, Μιλάνο, 1902.
- Mazzi C. «Leone Allacci e la Palatina di Heidelberg», sto Propugnatore , ns, IV-V, Bologna, 1891 και εκδ. Fava & Garagnani, Μπολόνια, 1893.
- Curzio Mazzi, Leone Allacci and the Palatina of Heidelberg ,
- Rotolo V. (επιμ.) «Hellas», εκδ. Mori, Palermo, 1966.
- Musti D. «Allacci, Leone» στο «Dizionario Biografico degli Italiani» (DBI), Albicante – Ammannati, εκδ. Istituto della Enciclopedia Italiana, Ρώμη, 1960.
- Όλσκι Λ. Σ. «Οδηγίες προς τον Λεόνε Αλάτσι για την μεταφορά της Βιβλιοθήκης Παλατίνα της Χαϊδελβέργης στην Ρώμη», στο La Bibliofilia, τ. 2, αρ. 3/5, 1900.
- Petit L. «Leone Allacci», στο «Dictionnaire de Théologie catholique», εκδ. Letouzey & Ané, Παρίσιμ 2005.
- Theiner Aug. «Schenkung der Heidelberger Bibliothek durch Maximilian I., Herzog und Churfürsten von Bayern an Papst Gregor XV. und ihre Versendung nach Rom», εκδ. Literarisch-Artistische Anstalt, Μόναχο, 1844.
- Τσιρπανλής Ζ. (1938-2023) «Το ελληνικό κολλέγιο της Ρώμης και οι μαθητές του (1576-1700): συμβολή στη μελέτη της μορφωτικής πολιτικής του Βατικανού», Ανάλεκτα Βλατάδων, 32, εκδ. Πατριαρχικόν Ιδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη, 1980.
- Wilken Fr. «Geschichte der Bildung, Beraubung und Vernichtung der alten Heidelberger Büchersammlungen. Ein Beitrag zur Literärgeschichte, vornehmlich des 15. und 16. Jahrhundert», εκδ. Oswald, Heidelberg, 1817.
- Φώσκολος Μ. Δ. «Τα παλαιά ελληνικά βιβλία του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης, με συμπληρώσεις στις βιβλιογραφίες των E. Legrand και Δ. Γκίνη – Β. Μέξα», εκδ. «Ερανιστής», 1971.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] αλάτσης / αλατσάς / αλάτζης / αλατζάς στα κρητικά σημαίνει αυτόν που έχει αλυκές / ασχολείται με το αλάτσι / αλάτι – ιταλικά: Leone Allacci / Allacio, λατινικά: Leo Allatius, Allacius. Ως εκ τούτου το σωστόν ορθογραφικώς θα ήταν το Αλάτιος και όχι το Αλλάτιος (το οποίο είναι εκ των λατινικών!).
[2] Οι Σπινέλι είναι μια οικογένεια ευγενών, με καταγωγή από την Νάπολι, από τον 12ο αι., από τις σημαντικότερες στο Βασίλειο της Νάπολης και στην συνέχεια των Δύο Σικελιών. Υπάρχουν κ.ά. οικογένειες με αυτό το επίθετο, που δεν σχετίζονται με την ναπολιτανικη.
[3] Ο πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄ (1554 – 1623, πάπας 1621 – 16230, καταγόταν από την Μπολόνια.
[4] Το Pontificio Collegio Greco di Sant’Atanasio ιδρύθηκε στην Ρώμη, το 1577, επί πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, για την «εκπαίδευση» των Ελληνοπαίδων από την Μεγάλη Ελλάδα και προσηλυτισμού τους στην καθολική πίστη, αλλά και προσηλυτισμού νεαρών Μαρωνιτών, Αρμενίων, εβραίων, Αλβανών, Μελχιτων αραβων, Ούγγρων, Σλοβάκων, Ρουμάνων, Βουλγαρων, Λευκορώσων, Τσέχων, Ουκρανων, Ρουθηνών, κ.ά. και όσων ασπάζονταν το ελληνοβυζαντινό τυπικό – εξ ου και το όνομά του.
Το προσηλυτιστικό έργο αυτού του κολλεγίου – ίδρυμα της Εταιρείας του Ιησού / Societas Iesu, των γνωστών και ως Ιησουίτες – είναι αυτού είναι τεράστιο! Πολλοί Έλληνες λόγιοι-απόφοιτοί του, προσηλυτισμένοι καθολικοί, ήλθαν να διδάξουν στην Ελλάδα, όπως οι: Ανδρέας Ρέντιος, ο Ξαβέριος Δαβιάνος, ο Γεώργιος Σταυρινός, ο Μιχαήλ Νευρίδας, ο Πέτρος Αρκούδιος, ο Ιωάννης Ματθαίος Καρυόφυλλας, φυσικά ο διάσημος Λέων Αλλάτιος, κ.ά.
- Το Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου δεν πρέπει να συγχέεται με το «Ελληνικό Γυμνάσιο» του φιλέλληνα και ανθρωπιστή πάπα Λέοντος Γ΄ Μεδίκου (στα 1514-1521).
[5] Ο πάπας Ουρβανός Η΄ (Μαφέο Βιτσέντζο Μπαρμπερίνι, 1568 – 1644) με καταγωγή από την Φλωρεντία ήταν και κυβερνήτης των Παπικών Κρατών (1623 – 1644), τα οποία επέκτεινε με την βία. Άφησε τεράστια χρέη. Ήταν ο κύριος αντίπαλος στην Ηλιοκεντρική Θεωρία, του Κοπέρνικου και συγκρούστηκε και με τον Γαλιλαίο. Πέθανε μισητός ενώ μέχρι και το άγαλμά του, που βρισκόταν πίσω από τα Ανάκτορα των Συντηρητών του Λόφου του Καπιτωλίου, κατεστράφη από το εξαγριωμένο πλήθος!
[6] Η Αγγλόνα είναι η αρχαία ελληνική πόλη Πανδοσία. Ή Επισκοπή Tursi-Lagonegro: Ελληνική επισκοπή από τον 10ο έως τον 11ο αιώνα, με πολυάριθμα ελληνικά μοναστήρια. «Ολόκληρη η περιοχή είχε επηρεαστεί από την διάδοση του ελληνικού μοναχισμού από Βασιλικούς μοναχούς, που προέρχονταν από την Καλαβρία και την Σικελία, οι οποίοι, συνοδευόμενοι από την φήμη τους για την αγιότητά τους, είχαν δώσει ζωή σε πολυάριθμες μοναστικές κοινότητες στις εσωτερικές περιοχές των ακτών του Ιωνίου πελάγους και στην περιοχή Lagonegro […] Μεταξύ των πιο διάσημων μοναχών θυμόμαστε τους αγίους Νείλο, Σάββα, Λούκα, Βιτάλη. Μεταξύ των πιο σημαντικών μοναστηριών αυτό του Αγιου Ηλία / Sant’Elia di Carbone, του οποίου ο ηγούμενος τον 12ο αιώνα ασκούσε δικαιοδοσία σε όλες τις Βασιλικές κοινότητες της Λουκανίας». Ο πρώτος γνωστός επίσκοπος του Τούρσι είναι ο Έλληνας Μιχαήλ / Μικέλε, όπως καταγράφεται σε μια διαθήκη του 1050. Με το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα, η περιοχή πέρασε στα χέρια των Νορμανδών, η επισκοπή εντάχθηκε στην λατινική εκκλησιαστική οργάνωση και πήρε παπική βούλα, που παραχώρησε ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ το 1068 στον Αρνάλντο ντι Ατσερέντζα. Μερικοί συγγραφείς γράφουν για συνύπαρξη (για μια ορισμένη περίοδο) δύο επισκόπων: του Έλληνα στο Tursi και του Λατίνου στην Anglona. Το ελληνικό στοιχείο στην επισκοπή επέζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στις αρχές του 13ου αιώνα, ο μητροπολίτης της Ατσερέντζα ενημέρωσε τον ποντίφικα ότι το παράρτημα της Αγγλόνα είχε εκλέξει ως επίσκοπο τον ψάλτη του καθεδρικού ναού του Τρικάρικο, ο οποίος ήταν Έλλην, γιος ιερέα και παντρεμένος. Το γεγονός αυτό μαρτυρά ότι ακόμη και εκείνη την περίοδο η πλειοψηφία του παραρτήματος της Αγγλόνα αποτελούνταν από άτομα ελληνικής καταγωγής, πολιτισμού, γλώσσας και ιεροτελεστίας. – ΠΗΓΗ: P. Fridolin Kehr «Italia Pontificia», Βερολίνο, 1962. Και Andenna Cr. «Η Αγγλόνα από τις απαρχές της έως τις αρχές του 14ου αιώνα. Μια επισκοπή μεταξύ έργων θεσμικής μεταρρύθμισης της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της πραγματικότητας των πολιτικών επιλογών», στο Archivio storico per la Calabria e la Lucania, τ. 81, 2015. Και A. Peters-Custot «Les communautés grecques de Basilicate à l’époque byzantine», στο «Histoire et Culture dans l’Italie byzantine. Acquis et nouvelles recherches», σειρά Collection de l’École française de Rome, 363, Ρώμη, 2006. Και A. Peters-Custot «Les Grecs de l’Italie méridionale post-Byzantine. Une acculturation en douceur», στο Collection Ecole Française de Rome, 420, Ρώμη, 2009.
[7] επίτροπος, τοποτηρητής, αρχιεπίσκοπος, αναπληρωτής.
[8] Οι Ιουστινιάνι είχαν και άλλη θρησκευτική σχέση με την Χίο: Ο Λεονάρδος ο Χίος ήταν ο Έλλην καθολικός κληρικός από την Χίο, αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης (1444 – 1462) και υπερασπιστής της Κωνσταντινούπολης κατά την Άλωση το 1453. Εγεννήθη στην Χίο (1395 ή 1396). Ως γόνος ταπεινής οικογενείας εισήλθε στο Τάγμα των Δομινικανών καθολικών μοναχών της Χίου, όπου διακρίθηκε γρήγορα. Με οικονομική ενίσχυση των ποντεστά (διοικητών) της Χίου, Ιουστινιάνι, αναχώρησε για την Πάντοβα για φιλοσοφικές και θεολογικές σπουδές. Έκτοτε χρησιμοποιούσε το όνομα Ιουστινιάνι ίνα «θαυμαστώσει το πενιχρόν της καταγωγής του». Έτσι στην Ιταλία έγινε γνωστός ως Leonardo da Chio Giustiniani. Συνέγραψε στις 16 Αυγούστου ένα γλαφυρό απολογισμό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης με παραλήπτη τον πάπα Νικόλαο, γνωστό ως «Historia captae a Turcis Constantinopolis» (P.G., CLIX, 923 sq, έκδ. Νυρεμβέργη, 1544), που παραμένει έως σήμερα μία από τις πλέον χρησιμοποιούμενες πηγές για την μελέτη της πτώσης της Κωνσταντινούπολης με δριμεία κριτική στους χειρισμούς των Βυζαντινών. Συνέγραψε επίσης και την άλωση της Λέσβου, με παραλήπτη τον Πάπα Πίο Β με τίτλο «Leonardi Chiensis de Lesbo a Turcis capta epistola Pio Papae II missa», εκδ. Hopf, Konigsberg, 1866. – ΠΗΓΗ: Κ. Σάθας «Νεοελληνική Φιλολογία: Βιογραφία των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων, από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής εθνεγερσίας (1453 – 1821)», εκδ. Τυπογραφείο των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά, 1868. Και St. Runciman «La chute de Constantinople», εκδ. Tallandier, 2007.
[9] Υπερασπιστής του αρχαίου Έλληνος Αλεξάνδρου της Αφροδισιάδας – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκακης “Η αγνωστη Μικρα Ασία” – στην θεωρία του ότι η νοητική ψυχή είναι ο μορφοπληροφορητής / forma informans του σώματος και είναι πολλαπλή! Έγραψε επίσης σχόλια στο «Περί της Αθανασίας των Ψυχών, του Αριστοτέλη / De Immortalitate animorum ex Aristot» (Ρώμη, 1621). Το έργο του «Μια συζήτηση για τους ουρανούς με τα πνεύματα / De coelo animati disputatio» τυπώθηκε στην Γερμανία, χάρη στο ενδιαφέρον του Αλλατίου, λίγο πριν από τον θάνατο του συγγραφέα, παρ’ όλο που είχε ολοκληρωθεί το 1614.
[10] Εκπαιδεύτηκε στην Πίζα Ιταλίας, ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκακης “Η Πίζα και η Πίσσα” – όπου και δίδαξε τα ελληνικά, διαδεχόμενος τον Κρητικό Μοχέτη. Επέστρεψε στην Ελλάδα και ακολούθησε το επάγγελμα του ιατρού. Αγωνίστηκε δυναμικά υπέρ της ορθόδοξης πίστης και γι’ αυτό έγινε στόχος επιθέσεων των λατινοφιλων Καρυοφύλλη και Αλλατίου.
[11] Ο Γ. Τσερκλάς, κόμης του Τίλι [νυν Βελγίου] (1559 – 1632), ήταν Γερμανός στρατηγός, γνωστός ως ο «Πανοπλισμένος Μοναχός», διοικητής (στρατάρχης) των Δυνάμεων των Καθολικών του Πάπα, στα πρώτα στάδια του Τριακονταετούς Πολέμου.
[12] Ο Μαξιμιλιανός Α΄ (1756 – 1825) του Οίκου του Βίττελσμπαχ (του κλάδου Παλατινάτου – Μπίρκενφελντ – Τσβάιμπρυκεν) δούκας του Δυο Γεφυρων / Τσβάιμπρυκεν (1795 – 1799), εκλέκτωρ της Βαυαρίας [ως Μαξιμιλιανός Δ΄ Ιωσήφ (1799 – 1805)] και βασιλιάς Βαυαρίας (1806 – 1825) ήταν παππούς του βασιλιά Όθωνα της Ελλάδος.
[13] Ανεψιός του πάπα Ουρβανου Η΄, από την Φλωρεντία, βιβλιοθηκάριος της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας από την 1.7.1626 – 13.12.1633. Συγκέντρωσε γύρω του έναν μεγάλο κύκλο λογίων.
[14] Ο Λούκας Χόλστενιους (Lukas Holste / Lucas Holstenius, 1596 – 1661) ήταν Γερμανός καθολικός ουμανιστής, γεωγράφος και ιστορικός. Διάβασε τους Πατέρες της Εκκλησίας στα ελληνικά και τα λατινικά, και αυτό τον οδηγησε στο πάθος του για τον Πλατωνισμό! Συνέλεξ, μετάφρασε και σχολίασε εργα των Νεοπλατωνιστών, αδημοσίευτες ομιλίες των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, επιγραφές, συνέγραψε κριτική του ελληνικού κειμένου της Βίβλου, εξέδωσε αποσπασματα του Πορφυριου (1630), σχόλια για τον Ευσέβιο κατά του Ιεροκλή (1628), για τα Ρητά των μεταγενέστερων Πυθαγορείων (1638) και για το «De diis et mundo» του νεοπλατωνιστή Σατουρνίνου Δεύτερου Σαλούστιου (1638), μια έκδοση της Πραγματείας περί Κυνηγίου του Αρριανού (1644), κ.ά.
[15] ΠΗΓΗ: Γ. Κορδάτος «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961», εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα, 1983.
[16] Από μια περίφημη αρχαία ελληνική επιγραφή από την πόλη Άδουλις, στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, που είχε αντιγραφεί τον 6οαιώνα από τον Κοσμά Ινδικοπλεύστη στο έργο του «Χριστιανική Τοπογραφία». Περιγράφει κυρίως: τις στρατιωτικές εκστρατείες ενός ανώνυμου βασιλιά του βασιλείου του Αξούμ (3ος αιώνας μ.Χ.), την υποταγή πολλών λαών στην Αιθιοπία, την Ερυθραία και την Νουβία, εκστρατείες πέρα από την Ερυθρά Θάλασσα, στην Αραβική Χερσόνησο, την επιβολή φόρου υποτέλειας στους κατακτημένους λαούς, την αφιέρωση του θρόνου του βασιλιά στους θεούς Άρη, Δία και Ποσειδώνα ως ευχαριστία για τις νίκες του. Το ιστορικό ενδιαφέρον της επιγραφής είναι πολύ μεγάλο, γιατί αποτελεί την αρχαιότερη εκτενή μαρτυρία για την επέκταση του βασιλείου του Αξούμ, δείχνει ότι η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνταν ως επίσημη γλώσσα διεθνών επιγραφών στην περιοχή, διασώζει πληροφορίες για λαούς και τοπωνύμια της βορειοανατολικής Αφρικής που δεν είναι γνωστά από άλλες πηγές. Ο Αλλάτιος δεν συνέγραψε το περιεχόμενο της επιγραφής· η συμβολή του ήταν φιλολογική.
[17] Στο έργο αυτό ο Αλλάτιος εξετάζει ποιοι λόγιοι έφεραν το επώνυμο Ψελλός, προσπαθώντας να τους διακρίνει μεταξύ τους. Αποδεικνύει ότι ο σημαντικότερος είναι ο Μιχαήλ Ψελλός, σύμβουλος των αυτοκρατόρων και κορυφαίος φιλόσοφος του 11ου αιώνα. Παραθέτει βιογραφικά στοιχεία για την ζωή, την μόρφωση και την σταδιοδρομία του. Καταγράφει και ταξινομεί τα έργα του (φιλοσοφικά, θεολογικά, ιστορικά, ρητορικά, επιστολές, ποιήματα κ.ά.). Εξετάζει ποια έργα είναι γνήσια και ποια αποδίδονται λανθασμένα στον Ψελλό. Περιγράφει τα χειρόγραφα που είχε εντοπίσει στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού και σε άλλες συλλογές. Η σημασία του έργου του Αλλατίου είναι μεγάλη, επειδή μέχρι τότε η γνώση για τον Ψελλό ήταν αποσπασματική!
[18] Κριτική έκδοση μιας συλλογής αρχαίων επιστολών, που αποδίδονταν στον Σωκράτη, τον Αντισθένη και άλλους Σωκρατικούς φιλοσόφους. Ο Αλλάτιος εδημοσίευσε για πρώτη φορά τα ελληνικά κείμενα, τα μετέφρασε στα λατινικά, πρόσθεσε εκτενείς φιλολογικές σημειώσεις, και προέταξε μια πραγματεία με τίτλο «Dialogus de scriptis Socratis / «Διάλογος περί των συγγραμμάτων του Σωκράτη».
Το περιεχόμενο της συλλογής περιλαμβάνει επιστολές μεταξύ του Σωκράτη, του Αντισθένη, του Αρίστιππου, του Αισχίνη του Σωκρατικού, του Ξενοφώντα, κ.ά. του σωκρατικού κύκλου.
Οι επιστολές πραγματεύονται θέματα όπως η αρετή και η ηθική ζωή, η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής, η εγκράτεια και η λιτότητα, η σχέση του φιλοσόφου με την πολιτική εξουσία, η διδασκαλία του Σωκράτη, οι διαφωνίες μεταξύ των μαθητών του σχετικά με τον πλούτο, την ηδονή και την αρετή.
Στον «Διάλογο» ο Αλλάτιος εξετάζει εάν ο Σωκράτης έγραψε ποτέ βιβλία, ποιες αρχαίες μαρτυρίες υπάρχουν για τα συγγράμματά του, ποια έργα του πρέπει να θεωρούνται γνήσια ή ψευδεπίγραφα, και ποια είναι η αξία των σωκρατικών επιστολών ως ιστορικών πηγών.
Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί ότι οι επιστολές αυτές είναι ψευδεπίγραφες. Παρ’ όλα αυτά, η έκδοση του Αλλάτιου υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη δημοσίευση του σωκρατικού επιστολικού σώματος και συνέβαλε καθοριστικά στην μελέτη του.
[19] Συλλογή ανέκδοτων ελληνικών κειμένων που ο Αλλάτιος εντόπισε κυρίως σε χειρόγραφα της Βιβλιοθήκης του Βατικανού. Τα εξέδωσε μαζί με λατινική μετάφραση και σχόλια. Το έργο περιλαμβάνει αποσπάσματα από Έλληνες σοφιστές και ρήτορες, όπως τον Ηράκλειτο (όχι τον προσωκρατικό, αλλά μεταγενέστερο ρήτορα), τον Λιβάνιο από την Αντιόχεια, τον Νικηφόρο Βασιλάκη, τον Σεβήρο Αλεξανδρείας, τον Αδριανό Τύριο, τον Ισαάκιο Πορφυρογέννητο, τον Θεόδωρο Κυνοπολίτη, κ.ά.
Τα κείμενα πραγματεύονται ποικίλα θέματα της ελληνικής ρητορικής και γραμματείας, όπως εγκώμια και ψόγους, ρητορικές μελέτες και ασκήσεις (progymnasmata), επιδεικτικούς λόγους, επιστολές και σύντομα δοκίμια, ιστορικές και μυθολογικές αφηγήσεις, ηθικές και πολιτικές παρατηρήσεις, δείγματα της βυζαντινής ρητορικής παράδοσης.
Η συμβολή του Αλλάτιου ήταν κυρίως εκδοτική και φιλολογική. Για κάθε κείμενο συνέκρινε τα διαθέσιμα χειρόγραφα, αποκατέστησε το ελληνικό κείμενο, πρόσθεσε λατινική μετάφραση, και παρείχε σημειώσεις για τη γλώσσα, τις ιστορικές αναφορές και τους συγγραφείς.
Το έργο υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό για την μελέτη της ύστερης αρχαίας και βυζαντινής ρητορικής. Εδημοσίευσε για πρώτη φορά πολλά κείμενα που έως τότε κυκλοφορούσαν μόνον σε χειρόγραφα. Χάρη στην έκδοση του Αλλάτιου, τα έργα αυτά έγιναν γνωστά στους λογίους της δυτικής Ευρώπης και αποτέλεσαν την βάση για τις μεταγενέστερες κριτικές εκδόσεις των Ελλήνων ρητόρων.
[20] Στο έργο παρουσιάζει όλες τις εκδοχές (Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Κύμη Αιολίας, Ίος Κυκλάδων, κ.ά.), αλλά θεωρεί ότι η Σμύρνη διαθέτει τα ισχυρότερα επιχειρήματα ως πιθανή πατρίδα του Ομήρου. Αλλά ισχυρίζεται ότι το ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί οριστικά. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ σχετικώς: Γ. Λεκάκης «Ο Όμηρος, οι σχολιαστές του και άλλες πηγές για τα ομηρικά».
[21] Κριτική φιλολογική πραγματεία του Αλλατίου και όχι ένα αυτοτελές έργο για την ιστορία των Ετρούσκων. Σημαντικό έργο στην πρώιμη ετρουσκολογία, όταν οι Ευρωπαίοι λόγιοι προσπαθούσαν να ανασυγκροτήσουν τον ετρουσκικό πολιτισμό, αποκλειστικως μέσα από τις αρχαίες γραπτές πηγές, πολύ πριν οι αρχαιολογικές ανασκαφές και η επιγραφική προσφέρουν νέο υλικό. Το έργο δεν περιλαμβάνεται στους καθιερωμένους και αποδεκτούς καταλόγους των έργων του Αλλάτιου.
[22] Έργο που πραγματεύεται την χρονομέτρηση και τα ημερολογιακά συστήματα της αρχαιότητας, με έμφαση στον ελληνικό κόσμο. Φιλολογική και αρχαιολογική πραγματεία. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από αρχαίους συγγραφείς (Πλούταρχος, Στράβων, Παυσανίας, Αθήναιος, Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς), επιγραφές και βυζαντινούς λόγιους / χρονογράφους, προσπαθώντας να εξηγήσει πώς οι Έλληνες υπολόγιζαν τον χρόνο: Οι μονάδες μέτρησης (ημέρα, νύχτα, ώρα, μήνας, έτος), τα ελληνικά ημερολόγια των διαφόρων πόλεων, οι σεληνιακοί και ηλιακοί κύκλοι, οι εμβόλιμοι μήνες και οι διορθώσεις των ημερολογίων, οι Ολυμπιάδες ως σύστημα χρονολόγησης, οι εποχές, τα ηλιοστάσια και οι ισημερίες, οι χρονολογήσεις των ιστορικών και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, η σύγκριση του ελληνικού ημερολογίου με το ρωμαϊκό και άλλα αρχαία ημερολόγια.
[23] Η πρώτη συστηματική μελέτη της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής από Έλληνα λόγιο – μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές και λειτουργιολογικές πραγματείες του Λ. Αλλάτιου. Αποτελεί το α΄ μέρος ενός τόμου που περιλαμβάνει επίσης τα έργα «De narthece ecclesiae veteris» και «De Graecorum hodie quorundam opinationibus». Για τον Αλλάτιο, η αρχιτεκτονική δεν είναι απλώς ζήτημα αισθητικής. Κάθε τμήμα του ναού εκφράζει μια συγκεκριμένη λειτουργική και δογματική αντίληψη. Έτσι, το έργο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μαρτυρίες για την ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και λατρεία του 17ου αιώνα.
[24] Ή Graecorum hodie quorundam opinationes: Πραγματεύεται τις δοξασίες, τα έθιμα και τις θρησκευτικές αντιλήψεις των Ελλήνων της εποχής του, τις συγκρίνει τις λαϊκές παραδόσεις με την αρχαία ελληνική και την χριστιανική παράδοση. Το έργο θεωρείται πολύτιμη πηγή για την λαογραφία και την ιστορία των ιδεών. Πρόκειται για μια πραγματεία λαογραφικού, θεολογικού και εθνογραφικού χαρακτήρα. Ο Αλλάτιος περιγράφει και ερμηνεύει λαϊκές δοξασίες των Ελλήνων της εποχής του (17ος αιώνας). Θεωρείται μία από τις πρώτες συστηματικές καταγραφές της νεοελληνικής λαϊκής παράδοσης.
Εξετάζει διάφορες πεποιθήσεις και έθιμα που συναντούσε στον ελληνικό χώρο, όπως: τις δοξασίες για τους νεκρούς, τα φαντάσματα και τα πνεύματα, τους βρικόλακες (ίσως η πιο γνωστή ενότητα του βιβλίου), τις μάγισσες και την μαγεία, τα φυλαχτά και τις προλήψεις, τα όνειρα και τις προφητείες, τους δαίμονες και τις εμφανίσεις τους, λαϊκές θεραπευτικές πρακτικές, διάφορα τοπικά έθιμα.
Το πιο διάσημο μέρος του έργου αφορά τους βρικόλακες. Περιγράφει την διάδοση της πίστης ότι ορισμένοι νεκροί επιστρέφουν μετά θάνατον και προκαλούν φόβο ή βλάβες στους ζωντανούς. Αναφέρει ότι ο λαός πίστευε πως βρικόλακες μπορούσαν να γίνουν άνθρωποι που είχαν αφοριστεί, είχαν διαπράξει βαρειά εγκλήματα, πέθαναν βίαια, δεν είχαν ταφεί σωστά, ή, βρίσκονταν κάτω από ιδιαίτερη θεία τιμωρία.
Παραθέτει ιστορίες που κυκλοφορούσαν στην εποχή του και επιχειρεί να τις ερμηνεύσει από θεολογική σκοπιά.
Ο Αλλάτιος ακολουθεί την σχολαστική θεολογία της εποχής του. Δεν παρουσιάζει τους βρικόλακες ως πραγματικά «αναστημένους νεκρούς» με την σύγχρονη έννοια του βρικόλακα της λογοτεχνίας τρόμου. Αντίθετα, προσπαθεί να δώσει θεολογικές εξηγήσεις, αποδίδοντας πολλά περιστατικά σε δαιμονική πλάνη ή σε λανθασμένες λαϊκές ερμηνείες.
Το έργο στηρίζεται σε προσωπικές αναμνήσεις του από την Χίο, αφηγήσεις συγχρόνων του, εκκλησιαστικά κείμενα, αρχαίους Έλληνες και βυζαντινούς συγγραφείς, και την πατερική γραμματεία.
Το έργο είναι σημαντικό γιατί αποτελεί από τις πρώτες εκτενείς περιγραφές της νεοελληνικής λαϊκής θρησκευτικότητας, διασώζει παραδόσεις που διαφορετικά θα είχαν χαθεί, περιέχει την πρώτη συστηματική λόγια ανάλυση του φαινομένου του βρικόλακα, χρησιμοποιήθηκε από μεταγενέστερους Ευρωπαίους μελετητές της λαογραφίας, της θρησκειολογίας και της ιστορίας των δοξασιών.
Παρότι γράφτηκε με θεολογική σκοπιά, σήμερα θεωρείται πολύτιμη πηγή για την μελέτη της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και της ιστορίας των αντιλήψεων γύρω από τον θάνατο, το υπερφυσικό και την συνέχεια αρχαίων και χριστιανικών στοιχείων στον ελληνικό πολιτισμό.
[25] Μια απολογητική πραγματεία υπέρ της ενότητας της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Χαρακτηριστικό δείγμα της ουνιτικής και συμφιλιωτικής θεολογίας του 17ου αιώνα. Έχει αξία όχι μόνον για τα επιχειρήματά του, αλλά και ως μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο ένας Έλληνας λόγιος της μεταβυζαντινής περιόδου επιχείρησε να γεφυρώσει το θεολογικό χάσμα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, μέσω της πατερικής παράδοσης και της ιστορικής τεκμηρίωσης.
Ισχυρίζεται ότι η λατινική διατύπωση filioque δεν αντιφάσκει κατ’ ανάγκην με την ελληνική πατερική παράδοση. Για το «πρωτείο του Πάπα», ότι η Εκκλησία της Ανατολής αναγνώριζε ιστορικά ένα ιδιαίτερο πρωτείο του Επίσκοπου Ρώμης, έστω κι αν η άσκησή του διαφοροποιήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούν τον λατινικό όρο purgatorium / καθαρτήριο, αλλά αποδέχονται την ύπαρξη ενδιάμεσης κατάστασης και την ωφέλεια των προσευχών υπέρ των κεκοιμημένων. Οι διαφορές στα λειτουργικά έθιμα (ένζυμος ή άζυμος άρτος, κ.ά.) παρουσιάζονται ως επιτρεπτές ποικιλίες και όχι ως δογματικές αποκλίσεις.
[26] Από τα λιγότερο γνωστά, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φιλολογικά έργα του Αλλάτιου. Δεν πραγματεύεται δογματικά ζητήματα. Πρόκειται για μια προσωπογραφική και φιλολογική πραγματεία, με πληροφορίες για πρόσωπα που έφεραν το όνομα Γεώργιος! Μεταξύ των σημαντικών μορφών που εξετάζει συγκαταλέγονται οι: Ακροπολίτης, Παχυμέρης, Σχολάριος κ.ά. Δεν είναι από τα πιο διαδεδομένα έργα του Αλλατίου. Δεν σώζεται σε ευρεία κυκλοφορία (όσο τα «Περί ορισμένων δοξασιών των σημερινών Ελλήνων» ή «Περί της αέναης συναίνεσης των Δυτικών και Ανατολικών Εκκλησιών»). Ήταν σαν εισαγωγή για το έργο του Αλλατίου για τον Ακροπολίτη, που ακολούθησε.
[27] Πρόκειται για την πρώτη έντυπη έκδοση της «Ιστορίας» του Γ. Ακροπολίτη. Δημοσιεύθηκε με ελληνικό κείμενο, λατινική μετάφραση, εκτενείς σημειώσεις και εισαγωγική πραγματεία. Στον ίδιο τόμο περιελήφθησαν επίσης η «Χρονογραφία» του Ιωήλ και η «Αφήγηση» του Ιωάννη Καντακουζηνού Κανάνου για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Η «Ιστορία» του Ακροπολίτη καλύπτει την περίοδο 1203 – 1261, δηλαδή από την παραμονή της Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) μέχρι την ανάκτηση της Πολης από τον Μιχαήλ Ηʹ Παλαιολόγο.
Με κυριότερα θέματα την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την Δ΄ Σταυροφορία, την ίδρυση της Αυτοκρατορία της Νίκαιας, τις βασιλείες του Θεόδωρου Αʹ Λάσκαρι, του Ιωάννη Γʹ Δούκα Βατάτζη και του Θεόδωρου Βʹ Λάσκαρι, τους πόλεμους με τους Βουλγάρους, τους Λατίνους και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, τις διπλωματικές σχέσεις με τους Σελτζούκους και άλλα κράτη, και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261.
Επειδή ο Ακροπολίτης υπηρέτησε ως μέγας λογοθέτης και διπλωμάτης, αφηγείται πολλά γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυς ή άμεσος συμμετέχων. Και αυτό είναι το σημαντικότερο.
[28] Με το όρο «Σύμμικτα» / «Σύμμεικτα» (= ανάμεικτα ή ποικίλα) στην φιλολογία αποδίδονται έργα, χωρίς ένα ενιαίο θέμα, αλλά συγκεντρωση σε έναν τόμο ή περισσότερους κειμένων / εργων διαφορετικού περιεχομένου και διαφορετικών εποχών.
[29] Συλλογή ανεξάρτητων ελληνικών και λατινικών κειμένων, τα οποία εξέδωσε ο Αλλάτιος από χειρόγραφα, συνοδεύοντας πολλά από αυτά με λατινικές μεταφράσεις και φιλολογικές σημειώσεις. Ανάμεσα στα σημαντικότερα κείμενα που δημοσιεύει είναι: Η Μονωδία του Ιωάννη Αναγνώστη για την Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς το 1430, οι περιγραφές της Ιερουσαλήμ και των προσκυνημάτων, οι μαρτυρίες για τις ανατολικές χριστιανικές κοινότητες και διάφορα βυζαντινά ιστορικά αποσπάσματα που μέχρι τότε κυκλοφορούσαν μόνον σε χειρόγραφα.
[30] Αποτελεί εξειδίκευση της ευρύτερης προσπάθειάς του να αποδείξει ότι οι δογματικές διαφορές μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι μικρότερες από όσο πιστευόταν. Το βασικό ερώτημα που εξετάζει είναι: Πιστεύει πράγματι η Ανατολική Εκκλησία το ίδιο με την Δυτική σχετικώς με την κατάσταση των ψυχών μετά τον θάνατο; Η απάντηση του Αλλατίου είναι καταφατική. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούν τον λατινικό όρο Purgatorium («Καθαρτήριο»), όμως η ουσία της πίστης τους είναι η ίδια. Τόσο η Ανατολή, όσο και η Δύση δέχονται πως υπάρχουν ψυχές που δεν έχουν ακόμη φθάσει στην τελική μακαριότητα, οι ψυχές αυτές μπορούν να ωφεληθούν από τις προσευχές της Εκκλησίας, οι θείες λειτουργίες, τα μνημόσυνα και οι ελεημοσύνες υπέρ των νεκρών έχουν πραγματική πνευματική αξία, υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση πριν από την Τελική Κρίση. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ευχές της Θείας Λειτουργίας και στα μνημόσυνα, θεωρώντας ότι αποδεικνύουν την πίστη της Ανατολικής στην ωφέλεια των προσευχών για τους κεκοιμημένους. Ο Αλλάτιος αναγνωρίζει ότι οι Έλληνες θεολόγοι δεν περιγράφουν το Καθαρτήριο όπως η λατινική σχολαστική θεολογία. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι αυτό αφορά κυρίως την θεολογική ορολογία, τον τρόπο περιγραφής της μεταθανάτιας κατάστασης και όχι την ουσία της πίστης. Η Ανατολική Εκκλησία απορρίπτει μόνον ορισμένες σχολαστικές διατυπώσεις και όχι την ιδέα ότι οι ψυχές μπορούν να καθαρθούν ή να ωφεληθούν μετά τον θάνατο.
[31] Περιέχει ελληνικά θεολογικά κείμενα με παράλληλη λατινική μετάφραση και εκτενείς σχολιασμούς του Αλλατίου. Είναι μια συλλογή βυζαντινών δογματικών κειμένων, την οποία ο Αλλάτιος επιμελήθηκε, μετέφρασε και σχολίασε για να υποστηρίξει τις θεολογικές του θέσεις. Ο κύριος στόχος του Αλλατίου είναι να αποδείξει ότι οι σημαντικοί Έλληνες θεολόγοι του Βυζαντίου δεν βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με την λατινική θεολογία και ότι πολλές από τις διαφωνίες μεταξύ Ανατολής – Δύσης ήταν ζήτημα διατύπωσης ή ιστορικής εξέλιξης και όχι ουσίας. Το έργο εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθειά του για τη συμφιλίωση των δύο Εκκλησιών.
Ο πρώτος τόμος (1652) περιλαμβάνει κυρίως έργα του Νικηφόρου Βλεμμύδη σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, το ζήτημα του Filioque, και άλλα δογματικά θέματα που αποτέλεσαν αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Και κείμενα και γνώμες (συγκριτικό υλικό) που αποδίδονται στον Γρηγόριο Παλαμά.
Ο δεύτερος τόμος (1659) δημοσιεύει έργα βυζαντινών θεολόγων που υποστήριξαν ή ευνόησαν την ένωση με την Ρώμη, όπως οι Ιωάννης ΙΑ΄ Βέκκος, Κωνσταντίνος Μελιτηνιώτης, Γεώργιος Μετοχίτης, Μάξιμος Χρυσοβέργης.
[32] Πρόκειται για εκτενή μελέτη για τους βυζαντινούς συγγραφείς που έφεραν το όνομα Συμεών, με κύριο τον Συμεών τον Μεταφραστή, ο οποίος έζησε τον 10ο αιώνα και είναι γνωστός κυρίως για το Μηνολόγιό του, μια μεγάλη συλλογή βίων αγίων. Είναι φιλολογική και βιβλιογραφική έρευνα. Προσπαθεί να λύσει ένα πρόβλημα που απασχολούσε τους λογίους του 17ου αιώνα: Ποια έργα ανήκουν πραγματικά στον Συμεών Μεταφραστή και ποια αποδόθηκαν λανθασμένα σε αυτόν. Έτσι εξετάζει: την ζωή και την δράση του Συμεών Μεταφραστή στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων, τα έργα που του αποδίδονται, την γνησιότητα αυτών των έργων, τα σωζόμενα χειρόγραφα, τις διαφορετικές παραδόσεις των κειμένων, την σχέση του με άλλους συγγραφείς που ονομάζονταν Συμεών. Δημοσιεύει επίσης: το Εγκώμιο του Συμεών Μεταφραστή από τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Θρήνο της Θεοτόκου που αποδίδεται στον Μεταφραστή, ορισμένες επιστολές του Μεταφραστή σε λατινική μετάφραση του ίδιου του Αλλατίου, καθώς και πρόσθετα βυζαντινά ιστορικά κείμενα που επιμελήθηκε ο Fr. Combefis.
[33] Το έργο συνέχισε ο G. B. Pasquali (νέα έκδοση, Βενετία, 1755).
[34] ΠΗΓΗ: Γ. Άλμπ. Φαμπρίτσιους «Bibliotheca Graeca» (κεφ. 17), Αμβούργο, 1728.
[35] Το έργο πραγματεύεται ένα θέμα που απασχόλησε την μεσαιωνική και πρώιμη νεότερη θεολογία: «Τι απέγινε η ακροβυστία του Χριστού μετά την Περιτομή και την Ανάληψή του»;
Ο Αλλάτιος εξετάζει την βιβλική αφήγηση της Περιτομής του Χριστού (Κατά Λουκάν 2:21), τις απόψεις των Πατέρων της Εκκλησίας, τις μεσαιωνικές θεολογικές θεωρίες, τις παραδόσεις για κειμήλια που ισχυρίζονταν ότι διατηρούσαν την ακροβυστία του Χριστού, και τις φιλοσοφικές συνέπειες του ζητήματος για την ανάσταση και την δόξα του σώματος του Χριστού.
Προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα όπως: Διατηρήθηκε η ακροβυστία ως λείψανο; Επανενώθηκε με το σώμα του Χριστού κατά την Ανάσταση; Αναλήφθηκε μαζί με το σώμα Του στους ουρανούς; ή καταστράφηκε μετά την Περιτομή;
Ο Αλλάτιος εξετάζει ο θέμα ως σοβαρό θεολογικό πρόβλημα, παραθέτοντας δεκάδες βιβλικές, πατερικές και σχολαστικές μαρτυρίες. Κάνει οργανωμένη φιλολογική και θεολογική έρευνα. Συγκεντρώνει γνώμες αρχαίων και μεσαιωνικών συγγραφέων, συγκρίνει αντικρουόμενες απόψεις, εξετάζει την λογική συνοχή κάθε επιχειρήματος, και επιχειρεί να συμβιβάσει τις διαφορετικές παραδόσεις με την καθολική θεολογία.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, εφ’ όσον το σώμα του Χριστού αναστήθηκε τέλειο και δοξασμένο, τίποτε που ανήκε πραγματικά στην ανθρώπινη φύση του δεν μπορεί να έμεινε χωρισμένο από αυτόν. Έτσι θεωρεί πιθανότερο ότι η ακροβυστία επανενώθηκε με το αναστημένο σώμα του Χριστού και αναλήφθηκε μαζί του. Και αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη τις πολλές μεσαιωνικές «διεκδικήσεις» εκκλησιών που ισχυρίζονταν ότι κατείχαν το συγκεκριμένο λείψανο. – ΔΙΑBΑΣΤΕ σχετικώς: J. W. Foote και J. M. Wheeler «Τα Εγκλήματα του Χριστιανισμού», εκδ. Progressive Publishing Co, Λονδίνο, 1887.
αλλατιος ο Χιος εκκλησιες, θεια λειτουργια, αρχιτεκτονικη εκκλησιαστικα εθιμα μεταβυζαντινοι ορθοδοξοι Ελληνες συγχρονα ελληνικα εθιμο παραδοσεις αρχαια Εκκλησια

