Του Γιώργου Λεκάκη
Η ελληνική εκστρατεία στον Λίβανο, τον Φεβρουάριο του 1826 – χρονιά στρατιωτικών θριάμβων για τους οθωμανούς – είναι ένα σχετικά άγνωστο, αλλά πολύ ενδιαφέρον επεισόδιο της Ελληνικής Επανάστασης. Διότι έγινε το 1826, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Αγώνα, όταν το Μεσολόγγι είχε πέσει και ο Ιμπραήμ πίεζε στην Πελοπόννησο. Οι Ελληνες έκαναν απέλπιδες προσπάθειες να βρουν συμμαχους για να την συνέχιση του Αγώνα, όπου ελληνισμός. Άλλωστε αυτό ήταν και το κάλεσμα του Ρήγα στον Θούριο…
Το 1824 οἱ Ἕλληνες εἶχαν πληροφορηθεῖ, πώς οἱ ὑπόδουλοι στούς Τούρκους Λιβανέζοι παραδειγματίστηκαν από τον Αγώνα τους καυ εσκόπευαν να επαναστατήσουν και αυτοί…
Όλα άρχισαν όταν στις 25.10.1824 παρουσιάστηκε στο Βουλευτικό της επαναστατημένης Ελλάδας ο Μακεδόνας πλούσιος έμπορος Χατζηστάθης Ρέζης, που είχε εγκατασταθεί στον Λίβανο. Εκεί είπε ότι απέκτησε διασυνδέσεις με σημαντικές προσωπικότητες της χώρας. Μετέφερε μια ενδιαφέρουσα, αλλά παράτολμη πρόταση: Ο εμίρης του Λίβάνου, Μπεσίρ, που είχε και αυτός οργανώσει επαναστατικο κινημα, αλλά και οι προύχοντες της χώρας, οι ιερωμένοι, και οι φυλάρχοι, επιθυμούσαν συμμαχία με την επαναστατημένη Ελλάδα, για κοινή δράση εναντίον των οθωμανών! Ο εχθρός ήταν κοινός. Όταν όμως του ζητήθηκε να αποδείξει τα λεγόμενα του, είπε ότι είχε χάσει τις σχετικές επιστολές στα ταξιδια του. Παρ΄ όλα αυτά το Βουλευτικό εδέχθη την τολμηρή πρόταση. Όρισε αντιπροσώπους:
- τον Χατζηστάθη Ρέζη (θα ενεργούσε ως σύνδεσμος),
- τον Αντώνιο Τσούνη[9] – που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον επίσκοπο Ευδοκιάδος Καππαδοκίας, Γρηγόριο[10], και
- τον Κύπριο αγωνιστή και φιλικό Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος είχε στειλει τρεις εκθεσεις υποστήριξης της αποστολής στον Α. Μαυροκορδάτο: τον Αύγουστο του 1824, στις 13 και 17.2.1825) για την αποστολή στον Μπεσίρ.
Στις αρχές του 1825, ο Λιβανέζος Εμίρης Μπασίρ Σιχάμπ Β΄, ετοιμος να επαναστατήσει εναντίον των οθωμανών, εζήτησε την υποστήριξη από την επαναστατημένη Ελλάδα! Η ελληνική κυβέρνηση, παρά την άσχημη κατάσταση που υπήρχε στην Ελλάδα και την απειλή για την πόλη του Μεσολογγίου, αποφάσισε να υποστηρίξει τους Λιβανέζους…
Αλλά οι κυβερνητικές αποφάσεις για το «Λιβανικό Ζήτημα» ήταν απίστευτα αργές. Το Εκτελεστικό, καθυστέρησε πολύ να πάρει μια οριστική απόφαση. Η έγκριση εδόθη τελικώς στις 13.7.1825! Πριν αναχωρήσουν οι Έλληνες απεσταλμένοι, εφοδιάστηκαν από την κυβέρνηση με τα απαιτούμενα έγγραφα προς τον εμίρη των δρούζων Μπεσίρ, τους προύχοντες του Λιβάνου αλλά και τις εκκλησιαστικές Αρχές της Κύπρου και της Συρίας. Ο Ρέζης υποστήριξε με ιδιαίτερη θέρμη το «Σχέδιο των δύο μετώπων εναντίον των Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο». Επρότεινε την αποστολή 3.000 στρατιωτών και 20 πολεμικών πλοίων από την Ελλάδα για την ενίσχυση της επαναστασης του Μπεσίρ. Επίσης, οι Έλληνες θα συνέβαλαν και στην απελευθέρωση της Κύπρου[1], και του Λιβάνου! Οι Κύπριοι που βρίσκονταν στην Πελοπόννησο εδέχθησαν με ενθουσιασμό την πρόταση!
Η κυβέρνηση, με πρωτοβουλία του Μαυροκορδάτου, στον οποίο χρεώθηκε η υπόθεση, ζητησε την συμπαράσταση της Εκκλησίας, στελνοντας ιδιαίτερα έγγραφα:
- στον Πατριάρχη Αντιοχείας, Μεθόδιο τον Νάξιο,
- τους μητροπολίτες της δικαιοδοσίας του,
- τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου, Δαμασκηνό, καθώς και
- τους μητροπολίτες Πάφου, Κιτίου και Κυρήνειας.
- στους δε ὀρθόδοξους Μητροπολίτες Λιβάνου καί Συρίας εἶχε στείλει ἐπιστολές ὁ Δαμαλῶν Ἰωνᾶς.
Μάλιστα κάποιοι Κύπριοι πρόσφυγες πληροφορήθηκαν το σχέδιο και σχεδίασαν κάποιες παράτολμες επιχειρήσεις, οι οποίες τελικώς δεν έγιναν.
Οι οθωμανοί θα αναγκάζονταν να πολεμούν σε τρία μέτωπα! Αλλά οι υπόλοιποι δεν συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό του Ρέζη. Στην Ελλάδα ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ είχαν συνεχείς επιτυχίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια εκστρατεία σε μια τόσο μακρυνή χώρα, έμοιαζε παράλογη και αυτοκαταστροφική. Γι’ αυτό η ελληνική κυβέρνηση εγκατέλειψε οριστικώς το σχέδιο κοινής δράσης με τον Λίβανο…
Αλλά κάποιοι Έλληνες οπλαρχηγοί όχι… Σκέφτηκαν πως μαχητές από τον Λίβανο θα ήταν μία καλή λύση! Η φιλόδοξη ιδέα συμμαχίας με δυνάμεις του Λιβάνου (κυρίως χριστιανικούς πληθυσμούς και δρούζους[2]) θα ξεσηκωνε τους εντοπίους κατά των Οθωμανών σε όλην την Μέση Ανατολή. Ο αντιπερισπασμος θα ανακούφιζε την Ελλάδα! Ήλπιζαν στην συμμετοχή χιλιάδων Λιβανέζων πολεμιστών (κάποιοι έλεγαν και για 200.000 μαχητές και δεκάδες άλογα!), που θα έρχονταν υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων.
Η εκστρατεία οργανώθηκε ιδία ευθύνη κυρίως από οπλαρχηγούς, τους:
- Χατζημιχάλη Νταλιάνη[3],
- Βάσο Μαυροβουνιώτη[4],
- Καρατάσο
- Δυοβουνιώτη
- Σταύρο Λιακόπουλο,
- Χατζηστεφανή Βούλγαρη[8] και
- Νικόλαο Κριεζώτη.
Ο Κύπριος Χ. Μάλης, ελλείψει κάλυψης της ελληνικής κυβέρνησης, αντέδρασε. Κατήγγειλε την μυστική κίνηση προς το Βουλευτικό (29.1.1826), και ζήτησε να ληφθούν μέτρα κατά του βασικού οργανωτή της Χατζημιχάλη Νταλιάνη. Έστειλε μάλιστα σχετικές επιστολές στους προκρίτους της Ύδρας, των Σπετσών, των Ψαρών, ζητώντας τους να αρνηθούν να παράσχουν πλοία στον Νταλιάνη, και στον Θ. Κολοκοτρώνη να ζητήσει κι αυτός από τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη να μην προχωρήσει στο σχέδιο. Αλλά ο Νταλιάνης είχε τα οικονομικά για το μεγάλο εγχείρημα…
Στίς 4 Μαΐου 1826 τό Ἐκτελεστικό παίρνει γράμμα ἀπό τόν Γρηγόριο, πού τό προτρέπει νά βοηθήσει τούς χριστιανούς τῆς Συρίας στό δικό τους ἀγώνα.
Η εκστρατεία ήταν μεγάλη: Από τον Δεκέμβριο του 1825 έως τον Φεβρουάριο του 1826 συγκεντρώθηκαν 14 πλοία (όλα από το νησί των Σπετσών), και περίπου έως 2.000 άνδρες – κυρίως οπλοφόροι, άτακτες ομάδες, οι οποίοι με τις αυθαιρεσίες τους, κατά των οθωμανών, ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους – στην Κέα Κυκλάδων! Και απέπλευσαν προς την Μέση Ανατολή.
Αλλά η εκστρατεία δεν είχε την επίσημη έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος – δηλ. της ελληνικής κυβερνησεως – ήταν ιδιωτική πρωτοβουλία.
Οι Έλληνες έφθασαν στα παράλια της Συρίας και του Λιβάνου. Αρχές Μαρτίου έφτασαν έως την Βηρυτό. Αλλά πρίν προλάβει ὁ Γρηγόριος νά ἑτοιμάσει κατάλληλα τήν ἐξέγερση, αυτη προδόθηκε… Τόν Γρηγόριο συνέλαβαν Αἰγύπτιοι στρατιῶτες στό Χαλέπι καί τόν ἔσυραν αἰχμάλωτο στήν Αἴγυπτο. Οι Έλληνες κατέλαβαν έναν παράκτιο πύργο και κάποιες παρακείμενες οικίες. Αλλά κανείς δεν τους περίμενε… Για να αντιμετωπίσουν ελλείψεις τροφίμων, επίταξαν ζώα και τρόφιμα από τους κατοίκους της περιοχής, με λεηλασία… Όμως δεν κατάφεραν να ξεσηκώσουν και να οργανώσουν κάποια ουσιαστική εξέγερση. Υπήρχαν πολύπλοκη θρησκευτική και πολιτική πραγματικοτητα στον Λιβανο.
Εν τω μεταξύ, ο Εμίρ Μπασίρ (παραπάνω φωτ.) που αρχικώς υποστήριζε τον Ελληνικο Απελευθερωτικο Πολεμο, είχε αναλαβει από τις οθωμανικές Αρχές να οχυρώσει τις παράκτιες πόλεις της Συρίας και του Λιβάνου και να αφοπλίσει τους χριστιανούς[5] σε αυτήν την επαρχία. Γι’ αυτό ενήργησε με προσοχή. Ο Bashir Shihab II, πασάς του Λιβάνου, αφού οι Έλληνες δεν είχαν επίσημη έγκριση της ελληνικής κυβερνησεως τους έδιωξε… Τώρα, οι Έλληνες είχαν διμέτωπο αγώνα: έπρεπε τώρα να πολεμήσουν, τόσο τους Τούρκους, όσο και τον Μπασίρ, ο οποίος τους είπε να φύγουν το συντομότερο δυνατόν… Μάλιστα το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα δέχθηκε επίθεση από τις δυνάμεις του Μπασίρ, όπως ήταν στα καθήκοντά του, που του είχαν ανατεθεί από τους οθωμανούς για την προστασία των ακτών Συρίας – Λιβάνου.
Το ιδιωτικό εκστρατευτικό σώμα των Ελλήνων αναχώρησε από την Βηρυτό την 25η Μαρτίου 1826… Αποχώρησαν χωρίς κανένα στρατηγικό αποτέλεσμα.
Και έχοντας ξεμείνει από εφόδια, αναγκάστηκαν κατά την επιστροφή τους να προσαράξουν στην Κύπρο. Στην Αγία Νάπα αποβιβάστηκαν 200 Έλληνες επαναστάτες, οι οποίοι έδωσαν μάχη με την οθωμανική φρουρά. Οι απώλειές της, σύμφωνα με τον Ολλανδό πρόξενο, ανήλθαν σε 15 νεκρούς. Ωστόσο, στην Κύπρο, εκτός από τις οθωμανικές φρουρές, υπήρχαν και μεγάλες αλβανικές δυνάμεις, που εμπόδισαν την ελληνική εκστρατευτική δύναμη να εγκατασταθεί στο νησί. Οι Έλληνες αρπαξαν ζώα και τρόφιμα, τα φόρτωσαν στα πλοία, και το σώμα αναχώρησε από την Κύπρο. Τα αντίποινα των οθωμανικών στρατευμάτων, κατά του ελληνικού πληθυσμού της μεγαλονήσου, απεφεύχθησαν χάρη στην παρέμβαση του Αιγύπτιου κυβερνήτη…
Το σώμα κίνησε για τις ακτές τις Κιλικίας. Εκεί συνέλαβαν και λεηλατησαν ένα αυστριακό πλοίο, φορτωμένο με χρυσοΰφαντα υφάσματα και πολύτιμα χειροτεχνήματα από την Βέρροια (Χαλέπι) Συρίας! Και αυτό ήταν το μόνο οικονομικό κέδρος μιας εκστρατείας! Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα έφθασε στην Ελλάδα μέσω Άνδρου…[6]
Υπήρχε και ένα ακόμη κέρδος, στρατιωτικό: Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Λιβάνου, το μόνο τακτικό ελληνικό επαναστατικό σύνταγμα, υπό την διοίκηση του Γάλλου συνταγματάρχη Κ. Φαβιέρου, αποβιβάσθηκε στα νότια της Εύβοιας και πολιόρκησε το φρούριο της Καρύστου. Αλλά ο τραγικός Φαβιέρος όχι μόνον απέτυχε να καταλάβει το φρούριο, αλλά το σύνταγμά του απειλήθηκε με πλήρη εξόντωση. Ευτυχώς επέστρεφε το σώμα του Λιβάνου… Με τον Ν. Κριεζώτη και τους μαχητές του να ήταν από την Εύβοια, όπως και οι περισσότεροι μαχητές του Β. Μαυροβουνιώτη, το εκστρατευτικό σώμα κατευθυνθηκε προς την Εύβοια στον δρόμο της επιστροφής του από τον Λίβανο. Το σώμα του Λιβάνου, έσωσε ως εκ θαύματος, την τελευταία στιγμή, στις 29 Μαρτίου, το μοναδικό τακτικό «σύνταγμα» του ελληνικού στρατού, αφού το επιβιβασε σε πλοία και το αποβιβασε στην Αττική…
Ο Απ. Βακαλόπουλος την χαρακτηρίζει «περιπετειώδη επιχείρηση των Ελλήνων» και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης «αυθαίρετη επιδρομή». Η τολμηρή εκστρατεία ήταν οικτρά αποτυχημένη είχε κακή οργάνωση και έλλειψη ενιαίας διοίκησης, σε λανθασμένη χρονική στιγμή, ενώ η Ελλάδα κατέρρεε στρατιωτικά, είχε υπεραισιόδοξες προσδοκίες και απουσία κρατικής στήριξης. Έμοιαζε με «τυχοδιωκτική» ή «αυθαίρετη επιχείρηση».[7] Και εν τέλει δεν πρόσφερε καμμία ουσιαστική βοήθεια στην Επανάσταση, ενώ αφαίρεσε πολύτιμες δυνάμεις από κρίσιμα μέτωπα, όπως το Μεσολόγγι.
Η ελληνική εκστρατεία στον Λίβανο ήθελε να διεθνοποιηθεί ο Αγώνας. Είχε στρατηγική λογική. Αλλά παραμένει ένα από τα πιο «παράξενα» επεισόδια της Επανάστασης του 1821…
Σήμερα, οι ιστορικοί εκφράζουν την αποψη ότι αν η εκστρατεία είχε πραγματοποιηθεί το 1821-1822, θα είχε μια πραγματική προοπτική να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Μέση Ανατολή, και να εδραιωνόταν η εξέγερση στα ελληνικά εδάφη. Αλλά η ιστορία δεν γράφεται με τα αν…
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης «Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 25.3.2020.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τ. ιβ’, εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
- Βακαλόπουλος Απ. «Τυχοδιωκτική επιχείρηση Ελλήνων στον Λίβανο».
- Γεωργής Γ. «Οραματισμοί εξωτερικής πολιτικής στα κείμενα του Βελεστινλή», στο Επιστημονικό Συμπόσιο, Ρήγας Βελεστινλής-200 χρόνια από τον θάνατό του. Προσεγγίσεις στο έργο και τις επιδράσεις του, εκδ. 2006.
- Δεσποτόπουλος Αλ. «Διωγμοί στις Κυδωνιές, Κουσάντασι», εκδ. Εκδοτική Αθηνών, τ. ιβ΄, 1975.
- Λουκάτος Σπ. «Προσπάθειαι Ελληνο-Συρο-Λιβανικής συμμαχίας κατά των Τούρκων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1822-1828), Μνημοσύνη, τ. 3, 1970-1971.
- Κονόμος Ντ. «Ενέργειες για την σύναψη κυπριακού δανείου», Ερευνών Κύπρου, τ. VI, 1972 / 1973.
- Matti M. «Οι Μαρωνίτες στην ιστορία».
- Πρωτοψάλτης Εμμ. «Αυθαίρετος επιδρομή Ελλήνων κατά του Λιβάνου (1826)», Αθηνα, τ. 58, 1954.
- Σφυρόερας Β. «Ωδίνες και οδύνη μιας επανάστασης. Το 1821 στην Κύπρο», στο Κύπρος Από την προϊστορία στους νεότερους χρόνους, εκδ. Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία, 1995.
- Τρικούπης Σπ. «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ», εκδ. ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ Α. Α. ΛΙΒΑΝΗΣ, 1993.
- Φωτιάδης Δ. «Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα, 1971.
- Χρυσανθόπουλος Φ. επιμ. “Βίοι Πελοποννησίων ανδρών και των εξώθεν εις την Πελοπόννησον ελθόντων κληρικών, στρατιωτικών και πολιτικών των αγωνισαμένων τον αγώνα της επαναστάσεως”, εκδ. Στ. Ανδρόπουλος, τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1888.
Εγκυκλοπαίδειες:
- «Υδρία», ελληνική και παγκόσμια μεγάλη γενική εγκυκλοπαίδεια.
- Britannica.
Άρθρα:
- Παγουλάτος Ι. «Λίβανος 1826: Το αποτυχημένο δεύτερο μέτωπο της Ελληνικής Επανάστασης – Οι Έλληνες επιχείρησαν έναν τολμηρό στρατιωτικό αντιπερισπασμό στον μακρινό Λίβανο», huffington post, 25.3.2019.
- Στούκας Μιχ. «1826: Η άγνωστη ελληνική εκστρατεία στον Λίβανο – Ο εμίρης Μπεσίρ του Λιβάνου και τα σχέδιά του – Η αντιμετώπισή τους από ελληνικής πλευράς – Η πραγματοποίηση της εκστρατείας και η παταγώδης αποτυχία της», εφημ. «Πρωτο Θέμα», 12.1.2019.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Σε αντίθεση με την λοιπή Ελλάδα, όπου οι κλέφτες και οι στόλοι είχαν πολεμική εμπειρία, η Κύπρος δεν διέθετε ούτε όπλα, ούτε εμπειρία ένοπλου αγώνος.
[2] Οι δρούζοι / δρούσοι είναι ιδιαίτερη εθνότητα (σήμερα αριθμεί περίπου τα 1.000.000 πληθυσμό και κατοικεί σήμερα σε Ιορδανία, Λίβανο, Συρία και Γαλιλαία Ισραήλ). Αξιοσημείωτη εθνότητα λόγω της ιδιάζουσας θρησκείας της, της κοινωνικής της οργάνωσης και την έντονη ανυποταξία της. Αναφέρεται για πρώτη φορά τον 12ο αι. στο σύγγραμμα «Μασαώθ» (= Οδοιπορικό), του εβραίου ραββίνου περιηγητή Βενιαμίν από την Τουδέλα Ισπανίας.
Η θρησκεία των Δρούζων είναι μονοθεϊστική και ξεκίνησε ως κίνημα μέσα στον ισμαηλισμό (κλάδος του σιιτικού ισλάμ), επηρεασμένη σημαντικά από την ελληνική φιλοσοφία και τον γνωστικισμό. Είναι μια σύνθεση από Ισμαηλισμό, Χριστιανισμό, Γνωστικισμό, Νεοπλατωνισμό, Ζωροαστρισμό, Βουδισμό, Μανιχαϊσμό, Πυθαγορισμό, κ.ά. φιλοσοφίες και πεποιθήσεις.
Από τον 16ο και κυρίως το 17ο αιώνα είχαν γίνει διαδοχικές ένοπλες εξεγέρσεις των δρούζων εναντίον των οθωμανών. Αντιμετωπίστηκαν με επανειλημμένες τιμωρητικές εκστρατείες στην περιοχή Σουφ, όπου ο πληθυσμός των δρούζων μειώθηκε αισθητά και πολλά χωριά κατεστράφησαν. Ελήφθησαν στρατιωτικά μέτρα, αλλά δεν επέτυχαν τελικώς να εξαναγκάσουν τους δρούζους σε υποταγή. Έτσι η οθωμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε μια διευθέτηση, κατά την οποία οι περιοχές (ναχιγιε) της Σουφ παραχωρήθηκαν στους εμίρηδες για δημοσιονομική και διοικητική διαχείριση. Την διατήρηση του νόμου και της τάξης και την συλλογή των φόρων είχαν οι οθωμανοί.
[3] Ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης (από το Δελβινάκι Πωγωνίου Ηπείρου), ήταν παρορμητικός, αλλά όχι τυχοδιώκτης, αφού ξόδεψε σχεδόν όλην την περιουσία του, που είχε αποκτήσει από το εμπόριο καπνικών προϊόντων, για τον εξοπλισμό ιππικού σώματός του, με το οποίο επήρε μέρος σε πολλές μάχες και αγορασε πολεμοφοδια. Σκοτώθηκε το 1828 στο Φραγκοκάστελο Σφακίων Χανίων Κρήτης με πολλούς άνδρες του. Από αυτούς προήλθε ο θρύλος για τους Δροσουλίτες…
[4] Στην Κέα, ο Β. Μαυροβουνιώτης, εγνώρισε την 16χρονη και εγκυμονούσα, Ελέγκω (Έλενα Παγκάλου), κόρη του έμπορου Γεώργιου Ιωαννίτη, την οποία ερωτεύτηκε, την επήρε με την θέλησή της, και μετά την επιστροφή του από τον Λίβανο την νυμφεύτηκε!
O Βάσος εντάχθηκε στους Μαυροβούνιους αντάρτες και με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης (1821), εσχημάτισε ίδιον απόσπασμα 120 μαχητών από Σέρβους, Μαυροβούνιους και Έλληνες και συμμετείχε στον Ελληνικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας από τα πρώτα του στάδια. Στην κεντρική Ελλάδα, συνάντησε τον παλιό του σύντροφο και βλάμη Ν. Κριεζώτη.
Το 1822, ο Βάσος με την μονάδα του συμμετείχαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κοντά στην Αθήνα. Το 1824, στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο πολέμησε στο πλευρό των κυβερνητικών δυνάμεων, για αυτό προήχθη σε στρατηγό και του δόθηκε η διοίκηση ενός σώματος 1.500 στρατιωτών. Τον Αύγουστο του 1826 έλαβε μέρος στην Μάχη του Χαϊδαρίου, υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη. Στις 27.1.1827, συμμετείχε στην Μάχη του Καματερού στην Αττική. Τον Νοέμβριο του 1828, ως διοικητής ενός σώματος 1.000 στρατιωτών, έλαβε μέρος, υπό την διοίκηση του Δ. Υψηλάντη, στην Μάχη του Μαρτίνου στην Φθιωτιδα. Τον Ιούλιο του 1829, συμμετείχε στις τελευταίες μάχες γύρω από την Αθήνα. Με την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα (1830), ήταν στην ακολουθία του βασιλιά Όθωνα. Πέθανε στην Αθήνα στις 9.6.1847. Ο ένας από τους δύο γιους του, ο Τιμολέων Βάσσος, έγινε στρατηγός και συνέβαλε τα μέγιστα στην απελευθέρωση της Κρήτης και την επανένωσή της με την Ελλάδα.
[5] Την περίοδο 1821 – 1825, οθωμανικές Αρχές τον υποστήριξαν στην αντιπαράθεσή του με τους δρούζους, και μάλιστα με στρατό: Του παρείχαν 500 άτακτους Αρναούτες Αλβανούς αλβανόφωνους μόλις τον Ιανουάριο του 1825. Μετά τον θάνατο του τελευταίου εμίρη Μαάν, διάφορα μέλη της φυλής Σιχάμπ κυβέρνησαν το Όρος Λίβανος μέχρι το 1830.
[6] Αναφέρεται ότι έκαναν επιδρομή και στην Νάξο, όπου οι λεηλασίες σε οθωμανικά σπίτια αποτιμήθηκαν σε 1,5 εκατ. γρόσια!
[7] Όπως το εγχείρημα του Κανάρη να κάψει τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στην Αλεξάνδρεια με παταγώδη αποτυχία.
[8] Ήταν Θραξ Βούλγαρος στην καταγωγή, αγωνιστής της Ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Χατζή Στέφανος ήταν οπλαρχηγός που πολέμησε υπό τις διαταγές του Γενναίου Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες, αρχηγός σώματος 100 Βούλγαρων εθελοντών.
[9] Με καταγωγή από το χωριό Δροβολοβό Καλαβρύτων Αχαΐας, υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας σε βαθμό αποστόλου. Εστάλη από τον Καποδίστρια και τον Αλ. Υψηλάντη σε αποστολές εμπιστοσύνης για την προετοιμασία της Επανάστασης σε διάφορα μέρη, κυρίως στην Οδησσό και την Βεσσαραβία. Στην Οδυσσό συνεργάσθηκε με τον Ι. Αμβροσιάδη, ο οποίος τον έκανε γνωστό και του άνοιξε πολλές πόρτες. Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο έλαβε ενεργητικό μέρος στην πολιτική. Τιμήθηκε για την αρετή του.
[10] Ο Γρηγόριος Δενδρινός ήταν σημαντικός ιεράρχης και διπλωμάτης εποχης Ελληνικής Επανάστασης. Γεννημένος στην Ιθάκη το 1767, διακόνησε ως βοηθός Επίσκοπος της Μητρόπολης Πισιδίας Μικράς Ασίας και στην συνέχεια ως Επίσκοπος Αιγιαλείας. Τό 1808 χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Εὐδοκιάδος καί ἔγινε βοηθός τοῦ Μητροπολίτου Χίου. Το 1811, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τόν τοποθέτησε αρχιερατικό προϊστάμενο στο Μεγάλο Ρεύμα Κωνσταντινούπολης.
αγνωστη ελληνικη εκστρατεια λιβανου Λιβανος Λεκακης

