Λεξικόν Αγνάντων Άρτης
Άγναντος (-η -ο) = αυτός που αγναντεύεται, φαίνεται από μακριά και απέναντι, ο περίοπτος.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τα ΑΓΝΑΝΤΑ, ΕΔΩ.
- αμέτ’-μουχαμέτ’ = σώνει και καλά.
- ανυχιάς, ανχιάς = σύμπτωμα κρυοπαγημάτων, πόνος στα κάτω από τα νύχια παγωμένα άκρα των δακτύλων.
- βλησίδι = θησαυρός, πλούτος, αφθονία.
- γοργοθαμμένος = ο θαμμένος που μόλις πέθανε και βρικολάκιασε (ισοδυναμεί με βρισιά).
- ζάρκος = γυμνός, ελαφρά ντυμένος.
- ζιούμπερο = άγριο, ασουλούπωτο, άσχημο και ακαθόριστης μορφής ζώο, αγνωστης ονομασίας.
- κιμέρι = κομπόδεμα, πορτοφόλι.
- κουσή = γρήγορα.
- σαλακάς = φασαρία, πανδαιμόνιο.
- σουρντούκι = παλιόρρουχο χρησιμοποιούμενο σαν κάπα, σαν αδιάβροχο > σουρντούκος / σουρτούκος = ο άνδρας ο ντυμένος με παλιόρρουχα
- σπάργανα τ’ Χ’στού = τηγανίτες, δίπλες, “λαλαγγίτες” (συμβόλιζαν τις πάνες του νεογέννητου Χριστού).
- τουρξός = παλαβός, ζαβός
- τρουμπούκι = τμήμα χονδρού κορμού δένδρου, απ’ το οποίο έβαζαν τις σανίδες.
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.3.1999.
