Λεξικόν Αγνάντων Άρτης
Άγναντος (-η -ο) = αυτός που αγναντεύεται, φαίνεται από μακριά και απέναντι, ο περίοπτος.ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τα ΑΓΝΑΝΤΑ, ΕΔΩ.αμέτ’-μουχαμέτ’ = σώνει και...
Τα τελευταία άρθρα του Αρχείου Πολιτισμού, στο email σας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.