Πήγαν Ιρλανδοί στην Αμερική τον 6ο αι. μ.Χ.;

Του Δημητρίου Νικολόπουλου

Ο άγιος Μπρένταν ο Θαλασσοπόρος — Brendan of Clonfert[1], περίπου 484/486–578 μ.Χ. — ανήκει σε εκείνη την παράξενη ζώνη όπου η ιστορία, η αγιολογία, η ναυτική μνήμη και ο μεσαιωνικός μύθος μπλέκονται.

Ήταν Ιρλανδός μοναχός, ιδρυτής μονών, κυρίως της μονής του Clonfert στην σημερινή κομητεία Galway το 561, και τιμάται ως προστάτης των ναυτικών, των ταξιδιωτών και των θαλασσοπόρων. Η φήμη του όμως δεν στηρίζεται τόσο στα βέβαια ιστορικά γεγονότα της ζωής του, όσο στο περίφημο Navigatio Sancti Brendani Abbatis, δηλαδή «Το Ταξείδι του Αγίου Μπρένταν του Ηγουμένου», ένα λατινικό μεσαιωνικό κείμενο που καταγράφηκε πιθανότατα ανάμεσα στα μέσα του 8ου – αρχές του 10ου αιώνα. Εκεί παρουσιάζεται ο Μπρένταν να ξεκινά με άλλους μοναχούς προς τον Ατλαντικό, αναζητώντας τη «Γη της Επαγγελίας των Αγίων», έναν τόπο ευλογημένο, δυτικό, πέρα από τον γνωστό κόσμο.

Το πρώτο κρίσιμο σημείο είναι το «πότε». Η παράδοση τοποθετεί το μεγάλο ταξείδι του στον 6ο αιώνα, συχνά κάπου ανάμεσα στο 512 και το 530 μ.Χ., δηλαδή:

Ο άγιος Brendan of Clonfert, στον τύπο του Οδυσσεα ή Προμηθεα, στο εικαστικό έργο “Το Ταξείδι του Αγίου Μπράνταμ”, του Έντ. Ρ. Φράμπτον, του 1908 – λάδι σε καμβά – Μουσείο Τέχνης Τσέιζεν.

Όμως αυτό δεν πρέπει να διαβαστεί σαν ημερομηνία ημερολογίου, με την σημερινή έννοια:

  • Δεν έχουμε ημερολόγιο πλοίου,
  • δεν έχουμε αρχαιολογικό ίχνος του Μπρένταν στον Καναδά,
  • δεν έχουμε ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι πάτησε στην Νέα Γη.

Αυτό που έχουμε είναι μια παλιά ιρλανδική και λατινική παράδοση, όπου η μνήμη πραγματικών θαλασσινών ταξιδιών έχει περάσει μέσα από το φίλτρο της μοναστικής φαντασίας, της βιβλικής συμβολικής και του θαύματος. Ορισμένες παραδόσεις τον φέρνουν ως την Βόρεια Αμερική, ίσως στην Newfoundland, αλλά δεν υπάρχει οριστική απόδειξη.

Το «με τι» είναι από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της ιστορίας. Ο Μπρένταν, σύμφωνα με την παράδοση, δεν ταξείδεψε με μεγάλο ξύλινο πλοίο όπως οι μεταγενέστεροι Βίκινγκς. Ταξείδεψε με currach, δηλαδή ένα ελαφρύ ιρλανδικό σκάφος με ξύλινο σκελετό και επένδυση από δέρματα ζώων, αλειμμένα και στεγανοποιημένα. Αυτά τα σκάφη ήταν γνώριμα στην δυτική Ιρλανδία: εύκαμπτα, ελαφρά, ευπροσάρμοστα στα κύματα, όχι «πλοία αυτοκρατορίας», αλλά πλοία φτωχών, μοναχών, ψαράδων και ανθρώπων που ήξεραν να διαβάζουν τον άνεμο. Στο Navigatio το σκάφος αυτό γίνεται σχεδόν πνευματικό όργανο: δεν είναι μόνο μέσο μεταφοράς, είναι μια μικρή κιβωτός, μια ασκητική κάψουλα μέσα στην άγρια θάλασσα. Το 1976 – 1977 ο ιστορικός και εξερευνητής T. Severin κατασκεύασε ένα τέτοιο δερμάτινο σκάφος, 36 ποδιών, με ξύλινο σκελετό, δέρματα βοδιών, δεσίματα από δέρμα και παραδοσιακά υλικά, ακριβώς για να δοκιμάσει αν ένα τέτοιο ταξείδι ήταν τεχνικά δυνατό. Το σκάφος του έφτασε τελικά στην Βόρεια Αμερική, αποδεικνύοντας όχι ότι ο Μπρένταν όντως πήγε, αλλά ότι θα μπορούσε να πάει.

Το «πώς» έχει μεγάλη σημασία. Αν έγινε ποτέ ένα τέτοιο ταξείδι, πιθανότατα δεν θα ήταν μια ευθεία ηρωική πορεία Ιρλανδία–Αμερική, σαν βέλος πάνω στον χάρτη. Θα ήταν μια αργή αλυσίδα νησιών, ανέμων, ρευμάτων και αναγκαστικών στάσεων:

  • από την δυτική Ιρλανδία προς τις Εβρίδες ή τα νησιά του βόρειου Ατλαντικού,
  • έπειτα προς Φερόες,
  • Ισλανδία,
  • ίσως Γροιλανδία, και
  • από εκεί προς Λαμπραντόρ ή Newfoundland.

Ο άγιος Brendan of Clonfert ανακαλύπτει τα Νησιά Φερόαι και την Ισλανδία-Γραμματόσημο (FR 252-253) των Ταχυδρομείων Φερόε, που εκδόθηκε στις 18.4.1994. Έργο τέχνης του Κόλιν Χάρισον.

Αυτή είναι η λεγόμενη «stepping-stone route», η διαδρομή των ενδιάμεσων πετρών. Δεν χρειάζεται να φανταστούμε τον Μπρένταν ως σύγχρονο ωκεανοπόρο με χάρτες, πυξίδες και όργανα. Πρέπει να τον φανταστούμε ως άνθρωπο μιας ναυτικής κουλτούρας που γνώριζε τον ουρανό, τα πουλιά, τη φορά των κυμάτων, τη μυρωδιά της στεριάς, την συμπεριφορά του καιρού, τη γεωγραφία της προφορικής μνήμης. Η ανακατασκευή του Severin έδειξε ότι ένα τέτοιο δερμάτινο σκάφος μπορούσε να αντέξει στον βόρειο Ατλαντικό, ακόμη και κοντά σε πάγους, και ότι η τεχνολογική ένσταση — «αδύνατον, δεν είχαν τέτοια πλοία» — δεν στέκει πλέον απόλυτα.

Το «γιατί» είναι ίσως βαθύτερο από την απλή ανακάλυψη. Ο Μπρένταν δεν ξεκινά, τουλάχιστον μέσα στο πνεύμα της παράδοσης, για να βρει εμπορικούς δρόμους, χρυσό, αποικίες ή δόξα. Δεν είναι Κολόμβος. Είναι μοναχός του πρώιμου ιρλανδικού χριστιανισμού, μιας παράδοσης όπου η περιπλάνηση για τον Θεό — η peregrinatio pro Christo — θεωρούνταν μορφή άσκησης. Ο μοναχός άφηνε την πατρίδα, την ασφάλεια, τη γη των συγγενών, και έμπαινε στη θάλασσα σαν να έμπαινε στην έρημο. Για τους Ιρλανδούς μοναχούς η θάλασσα ήταν η υγρή έρημος της Δύσης. Εκεί όπου οι Αιγύπτιοι πατέρες είχαν την άμμο, εκείνοι είχαν τον Ατλαντικό. Άρα ο Μπρένταν ταξιδεύει, στο κείμενο, για να βρει την αγία γη της τελείωσης, έναν επίγειο παράδεισο, αλλά και για να δοκιμαστεί. Η θάλασσα γίνεται κριτήριο πίστης, υπομονής, υπακοής και πνευματικής όρασης.

Οι λεπτομέρειες του Navigatio είναι θαυμαστές. Ομως… Το ερώτημα «πήγε στην Αμερική;» πρέπει να απαντηθεί με εντιμότητα: δεν ξέρουμε. Δεν υπάρχει ασφαλής απόδειξη ότι ο Άγιος Μπρένταν έφτασε στην Βόρεια Αμερική. Υπάρχει όμως κάτι πιο λεπτό: η υπόθεση δεν είναι απίθανη. Είναι δυνατή ως ναυτικό ενδεχόμενο. Οι Ιρλανδοί μοναχοί ήταν πράγματι θαλασσινοί άνθρωποι, είχαν φτάσει σε απομονωμένα νησιά του βόρειου Ατλαντικού, και υπάρχουν μεσαιωνικές σκανδιναβικές παραδόσεις που μιλούν για «papar», δηλαδή Ιρλανδούς ή κελτικούς μοναχούς, σε βόρειες περιοχές πριν από την πλήρη νορβηγική εγκατάσταση. Κάποιοι μελετητές έχουν προτείνει διαδρομή μέσω Ισλανδίας, Γροιλανδίας και τελικά Newfoundland, αλλά επίσης επιμένει ότι η απόδειξη δεν είναι οριστική.

Ο T. Severin είναι εδώ το αποφασιστικό μοντέρνο πείραμα. Το 1976 ξεκίνησε από την Ιρλανδία με το Brendan, ένα σκάφος φτιαγμένο με υλικά και τεχνικές που θα μπορούσαν να είναι διαθέσιμες στον Μεσαίωνα. Το ταξείδι ολοκληρώθηκε το 1977, όταν το δερμάτινο σκάφος έφτασε στη Βόρεια Αμερική. Αυτό απέδειξε την πρακτική δυνατότητα της υπόθεσης: ένα currach δεν ήταν παιχνίδι της ακτής, αλλά μπορούσε, με κατάλληλη κατασκευή και πλήρωμα, να γίνει ωκεάνιο σκάφος. Το πολύ σημαντικό εδώ είναι η διάκριση: ο Severin δεν απέδειξε ότι ο Μπρένταν ανακάλυψε την Αμερική· απέδειξε ότι η ιστορία δεν είναι τεχνικά αδύνατη.

Η γοητεία του Μπρένταν βρίσκεται ακριβώς εκεί: δεν είναι ούτε απλό παραμύθι ούτε καθαρή ιστορία. Είναι ένας μεσαιωνικός χάρτης της ανθρώπινης επιθυμίας να πάει «πέρα». Πέρα από την Ιρλανδία, πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από την ασφάλεια, πέρα από την απλή επιβίωση. Για τον 6ο αιώνα, η Δύση δεν ήταν ακόμη «Αμερική». Ήταν το άγνωστο. Ήταν το σημείο όπου ο ήλιος πέφτει στη θάλασσα. Ήταν ο τόπος όπου μπορούσε να βρίσκεται η Γη της Επαγγελίας, ή η άκρη του κόσμου, ή η δοκιμασία της ψυχής. Αν ο Κολόμβος αντιπροσωπεύει την νεωτερική ανακάλυψη ως κατάκτηση, ο Μπρένταν αντιπροσωπεύει την αρχαία και μοναστική ανακάλυψη ως προσκύνημα.

Έτσι, η πιο δίκαιη διατύπωση είναι αυτή: ο Άγιος Μπρένταν πιθανότατα υπήρξε πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, Ιρλανδός μοναχός και ιδρυτής μονών· γύρω από το όνομά του πλέχθηκε μια μεγάλη ναυτική αγιολογική παράδοση· το περίφημο ταξείδι του περιγράφεται σε κείμενο που γράφτηκε αιώνες μετά· η διαδρομή προς την Αμερική δεν αποδεικνύεται, αλλά δεν αποκλείεται τεχνικά· και η ανακατασκευή του T. Severin έδειξε ότι ένα δερμάτινο ιρλανδικό σκάφος θα μπορούσε πράγματι να διασχίσει τον βόρειο Ατλαντικό. Αν πάτησε ο ίδιος στη Newfoundland, δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Αλλά αν ρωτήσεις αν ο μύθος του κρατά μέσα του μια μνήμη πραγματικής ωκεάνιας τόλμης, τότε η απάντηση είναι: ναι, πολύ πιθανόν. Και αυτό ίσως είναι ακόμη πιο όμορφο από μια στεγνή βεβαιότητα.

Όμως τι έλεγε το μεσαιωνικό κείμενο;

Το βασικό κείμενο αναφοράς είναι το λατινικό Navigatio Sancti Brendani Abbatis, δηλαδή «Το Θαλασσινό Ταξείδι του Αγίου Μπρένταν του Ηγουμένου». Δεν είναι ημερολόγιο ταξιδιού, αλλά αγιολογικό-μοναστικό αφήγημα, μάλλον 9ου αιώνα, που έγινε εξαιρετικά δημοφιλές στη μεσαιωνική Ευρώπη και σώζεται σε πολλά χειρόγραφα. Περιγράφει ένα επταετές ταξίδι στον Ατλαντικό προς την Terra Repromissionis Sanctorum, τη «Γη της Επαγγελίας των Αγίων».

Στην αρχή του κειμένου ο Μπρένταν συναντά έναν άλλο άγιο άνδρα, τον Βαρίνθο / Barinthus, ο οποίος του διηγείται ότι επισκέφθηκε έναν μυστηριώδη ευλογημένο τόπο στη Δύση. Αυτή η διήγηση λειτουργεί σαν σπίθα. Ο Μπρένταν δεν ξεκινά από περιέργεια γεωγράφου ούτε από επιθυμία κατάκτησης, αλλά από πνευματικό πόθο: θέλει να δει τη γη που έχει ετοιμαστεί για τους αγίους. Συγκεντρώνει μοναχούς, προσεύχονται, νηστεύουν και αποφασίζουν να αφεθούν στη θάλασσα «στο όνομα της Αγίας Τριάδας».

Το κείμενο λέει ότι ο Μπρένταν κατασκευάζει ένα μικρό σκάφος τύπου currach: ξύλινος ή πλεκτός σκελετός, επενδυμένος με δέρματα, στεγανοποιημένος, με ιστό και πανί. Στις περισσότερες παραδόσεις ξεκινά με δεκατέσσερις μοναχούς, ενώ εμφανίζονται και τρεις επιπλέον μοναχοί που θέλουν να μπουν στο ταξείδι χωρίς να είναι μέρος της αρχικής εκλογής. Ο Μπρένταν προφητεύει ότι αυτοί οι τρεις δεν θα επιστρέψουν όλοι μαζί του. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του κειμένου: δεν περιγράφει απλώς ναυτικό ταξίδι, αλλά ένα ταξίδι όπου κάθε πράξη έχει ηθικό και πνευματικό βάρος.

Κατόπιν αρχίζει μια αλυσίδα επεισοδίων. Οι μοναχοί φτάνουν πρώτα σε νησιά άδεια ή παράξενα, όπου βρίσκουν τροφή με τρόπο σχεδόν θαυματουργικό. Ένας από τους τρεις «παρείσακτους» μοναχούς πεθαίνει νωρίς, ως επιβεβαίωση της προφητείας. Μετά φτάνουν στο Νησί των Προβάτων, όπου υπάρχουν μεγάλα πρόβατα και αφθονία. Από εκεί περνούν σε ένα άλλο «νησί», όπου θέλουν να γιορτάσουν το Πάσχα. Ανάβουν φωτιά πάνω στο έδαφος — και τότε το έδαφος αρχίζει να κινείται. Δεν ήταν νησί, αλλά ένα τεράστιο θαλάσσιο πλάσμα, ο Jasconius. Αυτό είναι το πιο διάσημο επεισόδιο του έργου: οι μοναχοί νομίζουν ότι πάτησαν στεριά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται πάνω στη ράχη ενός γιγάντιου θαλάσσιου όντος.

Ο άγιος Μπρένταν στο νησί-φαλαινα!

Μετά ακολουθεί το Νησί των Πουλιών. Εκεί τα πουλιά δεν είναι απλά πουλιά. Ψάλλουν σαν λογικά πνεύματα και εξηγούν στον Μπρένταν ότι είναι πλάσματα που σχετίζονται με την πτώση των αγγέλων, αλλά δεν καταδικάστηκαν πλήρως. Το επεισόδιο αυτό είναι καθαρά θεολογικό. Δεν έχει σκοπό να πει «βρήκαν ένα νησί με πολλά πουλιά» μόνο· λέει ότι η φύση, τα ζώα και ο ουρανός συμμετέχουν σε ένα κοσμικό δράμα σωτηρίας.

Το ταξείδι συνεχίζεται με επαναλαμβανόμενες επιστροφές σε ορισμένους τόπους, ειδικά σε μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Αυτό είναι σημαντικό: το ταξίδι του Μπρένταν δεν είναι γραμμική εξερεύνηση. Είναι σχεδόν λειτουργικός κύκλος. Ο χρόνος του ταξιδιού οργανώνεται γύρω από το εκκλησιαστικό έτος. Για επτά χρόνια οι μοναχοί δεν «χάνονται» απλώς στον ωκεανό· μπαίνουν σε έναν ιερό ρυθμό, σαν η θάλασσα να έχει γίνει μοναστήρι.

Στο κείμενο εμφανίζεται και το Νησί του Αγίου Αιλβέ / Ailbe, όπου ζει μια κοινότητα μοναχών με θαυμαστή σιωπή, τάξη και αφθαρσία. Οι μοναχοί εκεί δεν γερνούν όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι, δεν φαίνεται να έχουν ανάγκες με τον κοινό τρόπο, και ζουν σαν εικόνα μιας τέλειας μοναστικής πολιτείας. Υπάρχει επίσης το Νησί των Ισχυρών Ανδρών, διάφορες συναντήσεις με θαλάσσια τέρατα, δαιμονικά σημεία, φωτιά, σκοτεινούς τόπους, ακόμη και οράματα που θυμίζουν πρόγευση Παραδείσου και Κόλασης. Μερικά επεισόδια έχουν ερμηνευθεί από νεότερους ως πιθανές μνήμες φυσικών φαινομένων: ηφαίστεια της Ισλανδίας, παγόβουνα, φάλαινες, θαλάσσια ρεύματα, ομίχλες, πουλιά του βόρειου Ατλαντικού. Όμως το ίδιο το κείμενο δεν τα παρουσιάζει επιστημονικά. Τα παρουσιάζει ως θαύματα και σημεία.

Στο τέλος, μετά από 7 χρόνια, ο Μπρένταν και οι σύντροφοί του φτάνουν επιτέλους στην Γη της Επαγγελίας των Αγίων. Εκεί ο τόπος είναι φωτεινός, εύφορος, ήσυχος, σχεδόν παραδείσιος. Δεν τους επιτρέπεται όμως να μείνουν για πάντα. Τους δίνεται να δουν, να καταλάβουν, να θαυμάσουν — και μετά πρέπει να επιστρέψουν στην Ιρλανδία. Ο Μπρένταν γυρίζει πίσω, διηγείται όσα είδε, και λίγο αργότερα, σύμφωνα με την αγιολογική λογική του κειμένου, ολοκληρώνει την επίγεια ζωή του.

Το κρίσιμο: το κείμενο δεν λέει ρητά “ο Μπρένταν έφτασε στην Αμερική”. Δεν υπάρχει λέξη «Αμερική», φυσικά, ούτε αναγνωρίσιμη περιγραφή τύπου «Νέα Γη» ή «Λαμπραντόρ». Μιλά για νησιά, τέρατα, μοναχικές κοινότητες, θαυμαστούς τόπους και τελικά μια ευλογημένη δυτική γη. Η σύνδεση με την Αμερική είναι νεότερη ερμηνεία: επειδή το ταξείδι κινείται δυτικά στον Ατλαντικό, επειδή υπάρχουν περιγραφές που κάποιοι συσχέτισαν με βόρειες θάλασσες, και επειδή αποδείχθηκε πρακτικά ότι ένα δερμάτινο ιρλανδικό σκάφος θα μπορούσε να περάσει τον Ατλαντικό. Αλλά το ίδιο το Navigatio είναι πρώτα απ’ όλα πνευματικό ταξίδι, όχι αναφορά ανακάλυψης ηπείρου.

Ίσως να είδε τη γη της επαγγελίας, και πρέπει να ήταν το ίδιο το ταξείδι κατά την Καβαφική έννοια. Έτσι, η Ιθάκη του δεν τον πρόδωσε πότε!

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 26.5.2026.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ Γ. Λεκακη:

[1] Η εορτή του αγίου είναι στις 16 Μαΐου. Σύγχρονα αγάλματά του υπάρχουν στην Ιρλανδία (στην πόλη Μπάντρι, στο λιμάνι An Fhianait – νυν Fenit), αλλά και στην Αυστραλια (στο νησί Σαμφίρ), κ.α.

Ιρλανδοι Αμερικη 5ος 6ος αιωνας μΧ ποιος ανακαλυψε την αμερικη 

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

«Γαλάζια πατρίδα»: Από ναυτικό «θεώρημα» σε ρομφαία του τουρκικού αναθεωρητισμού

Του δικηγόρου Γεωργίου Παπασίμου Η προαναγγελθείσα κατάθεση νόμου στην τουρκική...