Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

19.4 C
Athens
Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026

Το ιερόν της Λαφρίας Αρτέμιδος στην Καλυδώνα, με το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς!

Από την κύρια νοτιοδυτική πύλη της οχύρωσης της Καλυδώνας άρχιζε η ιερά οδός που οδηγούσε στο Ιερό της Αρτέμιδος Λαφρίας[2], το δεύτερο σε σπουδαιότητα ιερό μετά από αυτό του Θέρμου. Τα ιερό που βρίσκεται δυτικά της κύριας πύλης και έξω από τα τείχη της πόλης καταλαμβάνει έναν ξεχωριστό λόφο. Η κύρια λατρευόμενη θεά ήταν η Άρτεμις, ενώ παράλληλα λατρευόταν και ο θεός Απόλλων. Η Άρτεμις είχε την ονομασία Λαφρία και ο Απόλλων Λάφριος[3], γι’ αυτό το ιερό ήταν γνωστό ως Λάφριον ή Λαφριαίον.

  • ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ Γ. Λεκάκη: Το ιερόν στον 38ο παράλληλο [38.3720648238231, 21.530017803649336] απέχει 120 μ. ΒΔ. του θεάτρου. Στα 250 μ. ΒΑ. του θεάτρου, άλλο σημαντικό μνημείο.

Για το όνομα υπάρχουν δύο ερμηνείες:

  • είτε ότι οφείλεται σε κάποιον Λάφριο από την Φωκίδα, ο οποίος αφιέρωσε το άγαλμα της θεάς στο ιερό της Καλυδώνας,
  • είτε ότι λαφρία σημαίνει ελαφριά και αναφέρεται στο ότι η οργή της θεάς προς το βασιλιά της πόλης Οινέα έγινε με τον καιρό ελαφρύτερη, γιατί σε μια γιορτή ο Οινέας έκανε θυσίες σε όλους τους θεούς εκτός από την Άρτεμη.

ΣΧΟΛΙΟ Γ. Λεκάκη: Λαφρία[1] (ἡ) / Λάφριος (ο) = επιθετο θεών: Αρτέμιδος (στην Καλυδώνα και το Θέρμο), της Αθηνάς, του Ερμού, του Απόλλωνος (στην Καλυδώνα). – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης “Τα επιθετα της θεάς Αρτέμιδος”.

Η ἐπίκλησις αὕτη ἐγένετο ἀπὸ ἀνδρὸς Φωκέως.

  • «Λάφριον» ιερόν.
  • Λάφριος / Λαφριαῖος: μὴν Αἰτωλῶν. ο 4ος μήνας του αρχαίου αιτωλικού μηνολογίου (νυν Δεκέμβριος – Ιανουάριος), του Ερινεου Φωκίδος, των Υαμπολιτών και στο Γύθειο Λακωνίας.
  • Τα Λάφρια / Λαφρίεια, ὄνομα ἀγῶνος και εορτή στην Καλυδώνα[3], στους Δελφούς (κατά το μήνα Θεοξένιο, τον αττικό Ελαφηβολιώνα), στον Ερινεό Φωκίδος όπου υπήρχε και μήνας Λάφριος. κ.ά.
  • Λαφριάδαι, φρατρία ἐν Δελφοῖς.
  • Η εκ Κρήτης θεότητα «πότνιας Θηρών» Βριτόμαρτυς λατρευόταν και στο Άργος και στην Κεφαλονιά ως Λαφρία («Έπειτα δέ έκ τού Άργους είς Κεφαλληνίαν άνέβη [δηλ. η Βριτόμαρτις] καί αύτήν ώνόμασαν οί Κεφαλλήνες Λαφρίαν…», Αντ. Λιβεράλις, Μεταμορφ. συναγωγή, μ’). Άρα η Λαφρία Άρτεμη ήταν μια μορφή της Βριτομαρτυος, της βασίλισσας των άγριων θηρίων.

Εκ της Λαφορίας < λαοφορίας (Αθηνάς) και όχι εκ του ελαφρύς / ελαφρος.

​​​ΠΗΓΗ: Παυσ. 4.31,7. Ἀντ. Λιβερ. 40. Λυκόφρ. 356 και 835. Ἐπιγρ. Ὑαμπόλεως, Mith. Inst. IV. σελ. 223. Ἐπιγρ. Δελφῶν W. et F. 212. Id.835. Ἐπιγρ. Δελφῶν W. et F. 243. Supp. Epigr. 2.258.35 (Δελφ., 3ος π.Χ.). LSJ.

Οι αρχαιότερες ενδείξεις λατρείας ανάγονται στα γεωμετρικά χρόνια, όπως μαρτυρείται από αψιδωτό οίκημα αυτής της εποχής, και η μεγαλύτερη ακμή του ιερού τοποθετείται στα αρχαϊκά χρόνια.

Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. κατασκευάζονται οι πρώτοι ναοί, οι οποίοι ήταν ξύλινοι. Τα πολύχρωμα κεραμοπλαστικά στοιχεία που τους κοσμούσαν, όπως σίμες, ακρωτήρια, ακροκέραμα, γείσα, μετόπες κ.α. προσέδιδαν μνημειακή όψη στα κτήρια αυτά. Τα χρώματα που διατηρήθηκαν είναι λευκό, μαύρο, κίτρινο και ερυθρό. Στις ανασκαφές βρέθηκαν πολλά κομμάτια από τις στέγες των ναών και των θησαυρών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ζωγραφιστά ακροκέραμα με διακόσμηση γυναικείων μορφών ή ανθέων, σφίγγες και γοργόνεια που ήταν ακρωτήρια και μετόπες διακοσμημένες με μυθολογικά θέματα. Τη διακόσμηση των στεγών συμπλήρωναν οι υδρορροές σε σχήμα κεφαλής λιονταριών ή σκυλιών, από τα στόματα των οποίων έρρεαν τα νερά των στεγών. Από τα ωραιότερα δείγματα είναι τμήμα σίμης με παράσταση Νικών σε άρματα. Τα πρώτα κτήρια επισκευάζονται και δέχονται συμπληρώσεις έως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., ενώ στο χώρο του ιερού προστίθενται νέα οικοδομήματα. Τη μεγαλύτερη ακμή γνωρίζει το ιερό από τα αρχαϊκά έως και τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια.

Ο μεγάλος ναός της θεάς είχε δύο φάσεις κατασκευής. Κύρια ήταν η αρχαιότερη, σύγχρονη με το μεγάλο τρίπλευρο εντυπωσιακό ανάλημμα, με μήκος στη ΒΔ. πλευρά του 28,5 μ. και ύψος 8,80 μ., επάνω στο οποίο εδράζονταν το οικοδόμημα. Το ανάλημμα ήταν από τα σπουδαιότερα έργα και σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα M. Clemensen θα στοίχισε περισσότερο από τον ίδιο το ναό. Ο πρώτος ναός της Αρτέμιδος, με πρόδομο, οπισθόδομο και πτερό είχε την ανωδομή από ξύλο. Οι κίονες και ο θριγκός ήταν ξύλινοι με γραπτές μετόπες και με την παρουσία Σφιγγών στα ακρωτήρια. Έως και τον 5ο αιώνα π.Χ. το πτερό του ναού παρέμενε ξύλινο. Ο μεγάλος ναός αντικαταστάθηκε πλήρως από ένα νέο διπλάσιου μήκους κτήριο, εν μέρει ξύλινο. Η τελική φάση των κτηρίων που διατηρείται σήμερα, χρονολογείται γύρω στο 400 π.Χ., όταν ο μεγάλος ναός, διαστάσεων 32,26 μ. x 14,90 μ., έγινε πώρινος με μαρμάρινα κεραμίδια. Πρόκειται για δωρικό, περίπτερο εξάστυλο ναό με δεκατρείς κίονες στις μακρές πλευρές, με πρόναο, σηκό και οπισθόδομο. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς, έργο των Ναυπακτίων καλλιτεχνών Μέναιχμου και Σοίδα, χρονολογούμενο περί το 460 π.Χ. Ο Παυσανίας μας παρέχει πληροφορίες, τόσο για το άγαλμα, όσο και για την λατρεία της θεάς που περιελάμβανε ολόκαυστες θυσίες. Το άγαλμα και η λατρεία μεταφέρθηκαν στην Πάτρα μετά την ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ.

Δυτικά του ναού και σε χαμηλότερο επίπεδο σώζονται τα θεμέλια μικρότερου ναού, διαστάσεων 15,65 μ. x 10,45 μ. που αποτελούνταν από πρόδομο και σηκό και ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα. Εντός του ιερού υπήρχε και η στοά, ένα επίμηκες οικοδόμημα, μήκους 64 μ. και πλάτους 11,40 μ., με εσωτερική κιονοστοιχία και δίρριχτη στέγη. Η στοά πιθανόν προορίζονταν για την φιλοξενία προσκυνητών. Στην δυτική κλιτύ του ιερού ανευρέθησαν ποσότητες πήλινων ειδωλίων και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τεμάχια πήλινων μετοπών, θραύσματα χάλκινων ενεπίγραφων πλακών, συντρίμματα μαρμάρινων αγαλμάτων κ.α. Ο περίβολος του ιερού δεν ήταν συνεχής, αλλά αποτελούνταν από τμηματικούς τοίχους στο φρύδι του μικρού λόφου. Τα αναλήμματα προσαρμόζονταν στο ανάγλυφο του εδάφους και στον φυσικό βράχο συγκρατώντας τα υπερκείμενα χώματα ή υποστηρίζοντας τα κτήρια. Τα κτίσματα συνδέονταν μεταξύ τους με κλίμακες.

Τέλος, στην Καλυδώνα λατρευόταν και ο θεός Διόνυσος ο ναός του οποίου εντοπίζεται, χωρίς να έχει ανασκαφεί, κάτω από το ερημωμένο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννη.

Το ιερό των δύο θεών αποκαλύφθηκε με ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν το α΄μισό του 20ου αιώνα. Οι έρευνες απέδωσαν ποικίλα και άφθονα ευρήματα, για τα οποία αντλούμε πληροφορίες από τον τόμο «Das Laphrion», ο οποίος εκδόθηκε το 1948 στην Κοπεγχάγη από τους Dyggve και Poulsen, οι οποίοι τον αφιέρωσαν στην «ηρωική πόλη του Μεσολογγίου».

ΠΗΓΗ: Ολ. Βικάτου, αρχαιολόγος – Προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδος, ΥΠΠΟΑ, ΕΦΑ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 2.5.2013.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Dyggve και Poulsen «Das Laphrion», Κοπεγχάγη, 1948.
  • Λεκακης Γ. “Αρχαία Αιτωλία”.
  • ΔΕΙΤΕ και ΕΔΩ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Γ. Λεκάκη:

[1] Στην ζωολογια, γένος μεγάλων σαρκοφάγων μυγών του βόρειου ημισφαιρίου, που ανήκει στην οικογένεια ασιλίδες.

[2] Ο Λάφριος ήταν υιος του Κασταλία, γιου του Δελφού. Ο ναός περιεκλείετο από περίβολον. Η ανωδομία του ναού του Απόλλωνος στο Θέρμο και της Λαφρίας Αρτέμιδος στην Καλυδώνα, έχουν πολύ μεγάλη σημασία, διότι αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα τής μνημειακής κορινθιακής πλαστικής. Ελειτούργησε από τα γεωμετρικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια. Η μεγαλυτέρα ακμή του εσημειώθη κατά τόν 6ον αι. π.Χ. Σπουδαιότερα μνημεία τού χώρου εκτός από τον ναό είναι οι Θησαυροί (στην ΝΑ. πλευρά της Ιεράς Οδού , του α’ μισού του 6ου αι. π.Χ.) και τα κατάλοιπα Στοάς στο βόρειο τμήμα του περιβόλου (3ου – 2ου  αι. π.Χ.).

[3] Ναοί σχετικοί με την Άρτεμη και τον Απόλλωνα στην περιοχή Αιτωλοακαρνανίας, υπάρχουν ακόμη:

  • Στο Θύρρειο (Θύρρειον  / Θύριον / Θούριον) Ακαρνανίας ναός Αρτέμιδος και Απόλλωνος.
  • Στο Άκτιον Ακαρνανίας, ναός του Απόλλωνα  (όπου συλλατρεύονταν Απόλλων και Άρτεμις).
  • Στο Θέρμο Αιτωλίας υπήρχαν ναοι Θερμίου Απόλλωνος και Αιτωλής Αρτέμιδος και της Λαφρίας.
  • Στο χωριό Αγία Σοφία (8 χλμ. δυτικώς του Θέρμου Αιτωλίας) αρχαίος ναος της Αρτέμιδος επί του οποίου εκτίσθη ο Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου.

[3] 4 ήταν οι μεγάλες εορτές των Αιτωλών: τα Θερμικά, τα Θαλύσια, τα Λάφρια και τα Παναιτώλια ή Παναιτωλικά. Στην Καλυδώνα ήταν ετήσια παναιτωλική γιορτή. Γινόταν και παναιτωλική συνέλευση των ομόσπονδων Αιτωλών. Συμμετείχαν οι συμμαχικές πόλεις έστελναν και θεωρούς. Ίσως περιλαμβάνονταν και αγώνες. Από την Αιτωλία η λατρεία της διαδόθηκε σε πολλές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου – λ.χ. οι
Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου (την Ναύπακτο την είχαν παραχωρήσει στους Μεσσήνιους οι Αθηναίοι). Έτσι η Λαφρία έφτασε στους Μεσσήνιους και στους Πατρινούς («… μεσσηνίων δέ οί λαβόντες Ναύπακτον παρά Αθηναίων [τηνικαϋτα γάρ Αιτωλίας έγγύτατα ώκουν] παρά καλυδωνίων έλαβον… τό μέν δή τής Λαφρίας άφίκετο όνομα ές τε μεσσήνιους καί ές πατρεϊς άχαιών μόνους…», Παυσ., IV, 31, 7). Γι’ αυτό η Λαφρία Άρτεμη ετιμάτο με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην πόλη των Πατρών. Στην ακρόπολη οι Πατρινοί είχαν ναό της θεάς. Μέσα
σε αυτόν, μετά την ερήμωση της Καλυδώνας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο, και την αναγκαστική μεταφορά των κατοίκων της στην νεοϊδρυθείσα Νικόπολι, μετέφεραν και ετοποθέτησαν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς κυνηγού, από την Καλυδώνα. («Πατρεύσι δέ έν άκρα τή πόλει λαφρίας ιερόν έστιν Αρτέμιδος, ξενικόν μέν τή θεω τό όνομα, έσηγμένον δέ έτέρωθεν καί τό άγαλμα. Καλυδώνος γάρ καί Αιτωλίας τής άλλης ύπό Αύγούστου βασιλέως έρημωθείσης διά τό ές τήν Νικόπολιν τήν ύπέρ τοϋ Ακτίου συνοικίζεσθαι καί τό αίτωλικόν ούτω τό άγαλμα τής Ααφρίας οί πατρείς έσχον… πατρεϋσι δέ ό Αύγουστος άλλα τε τών έκ Καλυδώνος λαφύρων καί δή καί τής Λαφρίας έδωκε τό άγαλμα, ό δή καί ές έμέ έτι έν τή άκροπόλει τή πατρέων είχε τιμάς… Τό μέν σχήμα τού άγάλματος θηρεύουσά έστιν, έλέφαντος δέ καί χρυσού πεποίηται, ναυπάκτιοι δέ Μέναιχμος καί Σοΐδας είργάσαντο…», Παυσ., VII, 18,9- 10).
Οι αρχαιοι Πατρινοί τελούσαν ετήσια διήμερη θερινή γιορτή, τα Λάφρια, κατά την οποία εόρταζαν ως εξής: γύρω από τον βωμό της θεάς τοποθετούσαν κυκλικά χλωρούς κορμούς δέντρων, καθ’ ένας απ’ τους οποίους είχε ύψος 8 μ. Μέσα στον χώρο των κορμών έριχναν ξερά ξύλα. Πριν αρχίσει η γιορτή έφτιαχναν μια άνοδο στον βωμό ομαλότερη ρίχνοντας χώμα στα σκαλοπάτια του βωμού. Η εορτή ξεκινούσε με μεγαλοπρεπέστατη θορυβώδη πομπή, την οποία παρακολουθούσαν εντόπιοι και ξένοι. Η πομπή περνούσε όλην την πόλη (άγνωστο από πού ξεκινούσε) και κατέληγε στο ιερόν της θεάς, στην ακρόπολη. Στο τέλος της πομπής ερχόταν η παρθένος ιέρεια επάνω σε άνθινο άρμα, που το έσερναν ελάφια. Την επόμενη ημέρα οργάνωναν την θυσία, στην οποία έπαιρναν μέρος όλοι σι κάτοικοι, επίσημοι και μη. Εριχναν στον βωμό ζωντανά ζώα όλων των ειδών τα πουλιά (που τρωγόταν το κρέας τους), και όλων των ειδών τα ζώα θυσίας (ακόμη και αγριογούρουνα, ελάφια και ζαρκάδια, καθώς και λύκους και αρκούδες, λυκάκια και αρκουδάκια – τα ζώα τα έφερναν οι κάτοικοι ή ακόμα και οι κυνηγοί, από την προηγούμενη ημέρα). Έφερναν και έριχναν στον βωμό και καρπούς ήμερων δέντρων. Με το άναμμα της φωτιάς τα ζώα πετιούνταν απ’ τον βωμό να φύγουν. Τα έπιαναν, όμως, οι πανηγυριστές και τα ξανάριχναν στην φωτιά.

«Άγουσι δέ καί Λάφρια έορτήν τή Αρτέμιδι οί πατρείς άνά πάν έτος, έν ή τρόπος έπιχώριος θυσίας έστίν αύτοϊς. Περίμέν τόν βωμόν έν κύκλω ξύλα ίστάσιν έτι χλωρά [καί] ές έκκαίδεκα έκαστον πήχεις’ έντός δέ τού βωμού τά αύότατά σφισι τών ξύλων κεΐται. Μηχανώνται δέ ύπό τόν καιρόν τής έορτής καί άνοδον έπί τόν βωμόν λειοτέραν, έπιφέροντες γήν έπί τού βωμού τούς άναβασμούς. Πρώτα μέν δή πομπήν μεγαλοπρεπεστάτην τή Άρτέμιδι πομπεύουσι, καί ή ίερωμένη παρθένος όχεϊται τελευταία τής πομπής έπί έλάφων ύπό τό άρμα έζευγμένω ν ές δέ τήν έπιοΰσαν τηνικαύτα ήδη δράν τά ές τήν θυσίαν νομίζουσι, δημοσία τε ή πόλις καί ούχ ήσσον ές τήν έορτήν οί ίδιώται φιλοτίμως έχουσιν. Έσβάλλουσι γάρ ζώντας ές τόν βωμόν όρνιθάς τε τούς έδωδίμους καί ίερεϊα ομοίως άπαντα, έτι δέ ύς άγριους καί έλάφους τε καί δορκάδας, οί δέ καί λύκων καί άρκτων σκύμνους, οί δέ καί τά τέλεια τών θηρίων κατατιθέασι δέ έπί τόν βωμόν καί δένδρων καρπόν τών ήμέρων. τό δέ άπό τούτου πύρ ένιάσιν ές τά ξύλα. Ένταύθά που καί άρκτον καί άλλο τι έθεασάμην τών ζώων, τά μέν
ύπό τήν πρώτην όρμήν τού πυρός βιαζόμενα ές τά έκτός, τά δέ καί
έκφεύγοντα ύπό ισχύος’ ταύτα οί έμβαλόντες έπανάγουσιν αύθις ές τήν πυράν». – ΠΗΓΗ: Παυσανίας (VII, 18, 11 – 13).
Μετά την θυσία ζώων και καρπών, ζητούσαν απο την θεά την ευλογία της, για να υπάρχει αρκετό κυνήγι και για καλοσοδειά. Η μεγάλη πυρά, δεν αναβόταν μόνον για την θυσία, αλλά και ήταν και αποτροπαϊκή και καθαρτική, για την αποτροπή των ασθενειών και των κακών επιδράσεων – όπως εξακολουθεί να ανάβεται ακόμη και σήμερα!

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις”. Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”.

ιερο ιερον Λαφριας Αρτεμιδος Καλυδωνας, αρχαιο χρυσελεφαντινο αγαλμα θεας Λαφρια Αρτεμιδα Καλυδωνος θεα αρτεμις αρτεμη

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Η ετυμολογία των εποχών: Έαρ, θέρος, φθινόπωρον, χειμών – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη ἔαρ (του ἔαρος), το, εἶαρ, εἴαρος,...

ΕΛΛΗΝΕΣ, οι ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ της Αργεντινής – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Σήμερα το βράδυ στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου...

ΤΣΑΤΣΑΠΟΓΙΑΣ: Οι ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ των ΝΕΦΩΝ και τα Φτερωτά Καράβια – των Φ. Τούμπανου, Γ. Λεκάκη

Του μουσικού Φώτιου Τούμπανου Στα βόρεια υψίπεδα του Περού, εκεί...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form