Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

14.8 C
Athens
Δευτέρα, 9 Μαρτίου, 2026

ΙΑΣΩΝ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ο ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ από το ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ

Του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)

Τον Μάρτιο του 2015, έναν χρόνο μόλις μετά την ίδρυσή μας, ως Ιστορικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Διδυμοτείχου «Καστροπολίτες – Γνώση & Δράση» πραγματοποιήσαμε μια ποιητική βραδιά αφιερωμένη σε Διδυμοτειχίτες ποιητές, με γενικό τίτλο : «Διδυμότειχο: Γη του Κάλλους της Ιστορίας και του Πολιτισμού»[1].

Ανάμεσα στους ποιητές που συμπεριλάβαμε ήταν και ο Ιάσονας Ιωαννίδης, έχοντας όμως στα χέρια μας ένα ελάχιστο μέρος από το πολύ πλούσιο ποιητικό και λογοτεχνικό του έργο. Βασικός αρωγός στην προσπάθεια ανάδειξης της τοπικής μας λογοτεχνίας ήταν, ο αείμνηστος πλέον Θ. Μουσόπουλος, φιλόλογος, λογοτέχνης και συγγραφέας από την Ξάνθη. Κατά την παρουσίαση των ποιητών του Διδυμοτείχου, ανάφερε για τον Ι. Ιωαννίδη τα εξής (τα οποία αργότερα συμπεριέλαβε σε ένα σχετικό και ομώνυμο κείμενο του): «Ο Ιάσων Ιωαννίδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1928 και πέθανε το 2010. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση και στη συνέχεια εξορίστηκε και φυλακίστηκε.

Όπως πολλοί Θρακιώτες κατέφυγε στην Αθήνα, όπου άσκησε το επάγγελμα του λογιστή. Επειδή έζησε στο κέντρο, το έργο του προβλήθηκε περισσότερο και αναφέρεται σε ιστορίες λογοτεχνίας. Εξέδωσε αρκετές ποιητικές συλλογές και κάποια διηγήματα. Η ποίηση του Ιάσονα Ιωαννίδη είναι ανθρωπιστική και διαποτίζεται από πάθος για την ελευθερία και τις μνήμες της πρόσφατης ιστορίας μας. Μας συγκλονίζει η ανθρωπιστική διάσταση του έργου του με την αγωνία για τα άτομα και την κοινωνία. Ο Ιάσων Ιωαννίδης είναι ο μόνος που αναφέρεται στο λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, σε λήμμα του Αλ. Ζήρα, που τονίζει αρχικά το σπαραγμό για τη διάψευση του οράματος, στη συνέχεια τη συντροφικότητα και τη στοχαστική αντιμετώπιση της ζωής, τον φόβο απέναντι στο άξενο του κόσμου και τέλος τη διείσδυση του ποιητή στη σκοτεινή πλευρά της φαντασίας»[2].

Tο 2025, και αφού πέρασαν δέκα χρόνια από την ποιητική βραδιά που προανέφερα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με μία Διδυμοτειχίτισσα που ζει στη Θεσσαλονίκη, την κ. Κ. Πρόιου – Σαρόγλου, μου έκανε μία αναφορά για τον Ιάσονα Ιωαννίδη. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την ερεθιστική άκανθα και έτσι ξεκίνησα να ερευνώ στο διαδίκτυο, όπου βρήκα διάφορα στοιχεία, προκειμένου να συντάξω ένα αφιερωματικό κείμενο για τον ίδιο και το έργο του. Προς διευκόλυνση της έρευνάς μου, η κ. Κάκια μ’ έφερε σε επαφή με τον γιό του Ιάσονα Ιωάννιδη, τον κ. Γιώργο Ιωαννίδη, ο οποίος ζει στην Αθήνα και μου απέστειλε το σύνολο τον εκδιδόμενων έργων του πατέρα του, πολλά δημοσιεύματα (από εφημερίδες και περιοδικά) που αφορούσαν κριτικές, καθώς και κάποια ανέκδοτα έργα του, για τα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια του κειμένου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο κ. Γ. Ιωαννίδης (ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού) φιλοτέχνησε κάποια από τα εξώφυλλα των ποιητικών συλλογών που εξέδωσε ο πατέρας του.

Μεταξύ του πλούσιου αρχειακού υλικού που παραλάβαμε, υπάρχει ένα βιογραφικό σημείωμα του ίδιου του Ιάσονα Ιωαννίδη που συντάχθηκε το 1987, το οποίο παραθέτουμε παρακάτω:

«Γεννήθηκα το 1928 στο Διδυμότειχο. Σ’ αυτήν την απόμακρη συνοριακή πόλη – την μεστή από ιστορικά γεγονότα – κατοικούσαν Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι και Τούρκοι. Ο πατέρας μου ήταν υποδιευθυντής Τράπεζας και η μάνα μου δασκάλα. Απ’ αυτούς κληρονόμησα την έφεση μου για τα γράμματα. Άρχισα να διαβάζω και να ασχολούμαι με την λογοτεχνία και ποίηση από πολύ μικρός. Έλαβα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και εκτός από πρακτικές δραστηριότητες εναντίον των Γερμανών έγραφα στον παράνομο τύπο. Από την άνοιξη του 1945 έως τον Γενάρη του 1953 φυλακίστηκα, εξορίστηκα και υπηρέτησα την στρατιωτική μου θητεία στην Μακρόνησο με πολύ μικρά διαστήματα ¨ελευθερίας¨. Το 1953 ήρθα στην Αθήνα. Έκανα πολλές σκληρές δουλειές για να επιβιώσω. Στο μεταξύ σπούδασα – όχι σε πανεπιστήμιο – Γαλλικά, Αγγλικά και Λογιστικά. Από το 1965 έως το 1989 άσκησα το επάγγελμα του λογιστού σε ιδιωτικές εταιρίες. Τώρα είμαι συνταξιούχος. Έχω εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές και μία με διηγήματα. Αρκετό ανέκδοτο έργο ¨σιτεύει¨ σε συρτάρια. Η πρώτη μου εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε στην κατοχή κι ύστερα στην απελευθέρωση με διάφορα ποιήματά μου, που απαγγέλλονταν σε εκδηλώσεις της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ. Το 1945 έστειλα με ψευδώνυμο, ένα μου ποίημα στις ΜΟΡΦΕΣ του Δεδούση[3] στην Θεσσαλονίκη. Επίσης δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ ένα μου ποίημα με ψευδώνυμο σε κάποιες εκλογές. Επίσης ένα ανώνυμο μου ποίημα, έγινε ύμνος του ΠΑΜΕ. Έχω δημοσιεύσει – αρχίζοντας από την ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ – σε πολλά περιοδικά, ποιήματα και διηγήματα. Η προσκόμισή τους είναι αδύνατη λόγω όγκου. Από το 1984 είμαι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ΕΥΘΥΝΗ. Το τι βιβλία έχω εκδώσει θα τα βρείτε στο εσώφυλλο της τελευταίας μου συλλογής ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ (1987). Δημοσίευσα στο περιοδικό ΔΕΝΤΡΟ δύο μεταφράσεις. Μία από Αγγλικά, εισαγωγή στην ποίηση του Πάουντ του Έλιοτ και ένα απόσπασμα. Από Γαλλικά του Σελίν ¨Ταξίδι στα πέρατα του κόσμου¨. Μεταφράστηκαν ποιήματά μου στα Ρουμανικά και Γαλλικά. Ανθολογήθηκα από τον Πορφύρη, τον Ρένο Αποστολίδη, τον Σπ. Κοκκίνη, τον Π. Παναγιωτούνη»[4].

Από ένα άλλο βιογραφικό του που δημοσιεύθηκε στην τελευταία ποιητική συλλογή που εξέδωσε το 2004, με τον τίτλο «Μετάληψη» ενημερωνόμαστε ότι: υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και έχει ασχοληθεί με διάφορα είδη του γραπτού λόγου (ποίηση, διήγημα, θέατρο, αρθρογραφία, μελέτη). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα Ρουμανικά και στα Ισπανικά. Επίσης έργα του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες»[5].

Συνοψίζοντας τις πληροφορίες που αφορούν τον ίδιο και την οικογένειά του, μέσα από τα αρχεία και τις πληροφορίες του γιού του, παραθέτουμε τα εξής, ο Ιάσων Ιωαννίδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο στις 18.7.1928. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Ιωαννίδης που ήταν τραπεζικός υπάλληλος (ως κύριο επάγγελμα) και μητέρα του η Σουλτάνα, η οποία ήταν νηπιαγωγός και ήταν γνωστή με το υποκοριστικό Σουλτανίτσα. Το ζεύγος Ιωαννίδη είχε και άλλα δύο παιδιά τον Σταύρο και την Αντιγόνη.

Η αδερφή του Αντιγόνη Ιωαννίδου – Τερζούδη σε κείμενο που συνέγραψε το 2006 και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα του Δήμου Διδυμοτείχου «Εν Διδυμοτείχω», μας δίνει μια πολύ ωραία περιγραφή της γειτονιάς και της εποχής που έζησαν και μεγάλωσαν τα τρία αδέλφια : «Στο κτίριο του Γκαρίλη (επάνω στο κάστρο), το οποίο ήταν κάποτε Γυμνάσιο και σήμερα αρχαιολογικός χώρος, εκεί σ΄ αυτό το κτίριο γεννήθηκε και μεγάλωσε η μοναχοκόρη του Γκαρίλη, η Μελπομένη, η μητέρα του πατέρα μου, δηλαδή η γιαγιά μου. Τα αδέλφια μου κι εγώ γεννηθήκαμε πιο κάτω, στην οδό Καντακουζηνού, στο δρόμο που βρίσκεται το μικρό Τζαμί. Ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας, είχαμε δύο σισαμελαιοτριβεία, που δούλευαν όλο το χειμώνα και η γειτονιά μας μοσκοβόλαγε ψημένο σουσάμι…»[6] (ολόκληρο το κείμενο είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα μας kastropolites.com με τίτλο : Το παλιό Διδυμότειχο μέσα από τις αναμνήσεις μιας Διδυμοτειχίτισσας).

Από τα δύσκολα εφηβικά χρόνια του ποιητή μας, εν μέσω της Γερμανικής κατοχής, παραθέτουμε κάποια στοιχεία από συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία τον Φεβρουάριο του 1983 : «Ήμουν ΕΠΟΝίτης, και ήταν η μέρα της απελευθέρωσης, 29 του Αυγούστου, στο 1944. Ο πατέρας μου τραπεζικός, δύσκολη τότε η ζωή. Κι άνοιξε τυροκομείο σ’ ένα χωριό, το Αμόριο, οκτώ χιλιόμετρα από το Διδυμότειχο. Εκεί λοιπόν, πήραμε την εντολή από την Οργάνωση. Έπρεπε ν’ αφοπλιστούν οι Γερμανοί, στο φυλάκιο που κάλυπτε την σιδηροδρομική γραμμή, κοντά στη γέφυρα. Γιατί οι αντάρτες θα χτυπούσαν το Διδυμότειχο κι είχαν ανάγκες από βαρύ οπλισμό. Ο πατέρας μου ήξερε γερμανικά. Πλησιάσαμε το φυλάκιο, είχε δεκαπέντε περίπου άντρες, ευτυχώς όλοι Αυστριακοί. Ο πατέρας τους εξήγησε πως ο ΕΛΑΣ ήταν κυρίαρχος και θα ήταν μάταιη αιματοχυσία η αντίστασή τους. Το παραδέχθηκαν και παραδόθηκαν. Φορτώσαμε δυό βοϊδάμαξες οπλισμό, πολυβόλα, χειροβομβίδες, σφαίρες. Και ξεκινήσαμε για την πόλη, περνώντας μέσ’ από τις χαράδρες, για να αποφύγουμε τις ¨χελώνες¨ τα θωρακισμένα βαγόνια που περιπολούσαν στις σιδερογραμμές. Στις χαράδρες κατηφόριζαν και τα χωριά. Ήταν εντολή της Οργάνωσης να συγκεντρωθούν όλοι οι χωρικοί στο Διδυμότειχο, για να τρομάξουν οι καταχτητές. Στην πόλη είχε αρχίσει η μάχη όταν φτάσαμε. Αλλά τα δικά τους πολυβόλα έφεραν τη νίκη. Τ’ άκουσαν οι Γερμανοί, τ’ αναγνώρισαν στο κροτάλισμά τους, πανικοβλήθηκαν. Χύθηκαν στον κάμπο να σωθούνε. Πήραν τα δεμάτια από τις θημωνιές, τα ‘ριξαν στον Έβρο σωσίβια και πέσανε στο ποτάμι. Πολλοί πέρασαν στην Τουρκία, μερικοί πνίγηκαν, πιο πολλοί παραδόθηκαν. Το Διδυμότειχο πανηγύριζε τη λευτεριά του»[7].

Στην ίδια συνέντευξη αναφέρει και τις πολλές δυσκολίες που πέρασε μετά την απελευθέρωση : «Η συνέχεια τραγική, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και τα ¨κινεζάκια¨ (Βρετανικά αποικιακά στρατεύματα) στον Έβρο, κι αρχίσανε οι συλλήψεις των αγωνιστών. Πιάσανε κι εμένα, με τα βιβλία μου ακόμα εγώ, μαθητής της Ε’ τάξης του Γυμνασίου. Με στείλανε στην Αλεξανδρούπολη, τρεις μήνες στα κρατητήρια, ψείριασα, γύρισα πίσω. Συσκέπτονται οι καθηγητές μου, αν πρέπει να μείνω στην ίδια τάξη ή να περάσω. Τελικά πέρασα. Τελείωσα το Γυμνάσιο το 1946. Αλλά το 1947 με ξαναπιάνουν. Με περιμένει η εξορία. Με στέλνουν στη Σαμοθράκη, στην Ικαρία ύστερα, τέλος στη Μακρόνησο. Το 1950 τελειώνει η εκτόπιση, έρχομαι στην Αθήνα και δουλεύω εργάτης στις οικοδομές. Τον ίδιο χρόνο με καλούν φαντάρο, με ξαναστέλνουν στη Μακρόνησο, απολύομαι το 1953 και ξαναγυρίζω στην Αθήνα. Δουλεύω για να ζήσω, γίνομαι πλασιέ, τρέχω στους δρόμους. Πλασιέ για βιβλία, πλασιέ για κάλτσες, για κουμπιά, για υφάσματα, για μαντήλια, πλασιέ. Ο πατέρας μου βρίσκει μια δουλειά λογιστής, με παίρνει κοντά του, μαθαίνω. Από το 1962 είμαι λογιστής»[8].

Να αναφέρουμε επίσης, ότι ο Ιάσονας Ιωαννίδης νυμφεύθηκε την Φωτεινή Αθανασοπούλου με την οποία απέκτησαν έναν γιο τον Γεώργιο Ιωαννίδη.

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ο Ιάσων Ιωαννίδης από το 1954 έως το 2004 εξέδωσε δέκα ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές με διηγήματα. Σχετικά με το λογοτεχνικό του έργο, σε κείμενο που έγραψε η δημοσιογράφος και συγγραφέας Αγγελική Κώττη, δίκην μνημοσύνου μετά την κοίμηση του, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εξώπολις (το εξώφυλλο του εν λόγω περιοδικού επιμελήθηκε ο επίσης Διδυμοτειχίτης από το Ελληνοχώρι Μιχάλης Γκαρούδης[9]), αναφέρει για τον Ιάσονα Ιωαννίδη και το έργο του, τα εξής : «Ο ποιητής Ιάσων Ιωαννίδης πέθανε σε ηλικία 82 ετών. Η κηδεία του έγινε χθες στο νεκροταφείο της Κηφισιάς. Με τη λογοτεχνία και ιδίως με την ποίηση, ασχολήθηκε από πολύ νέος. Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές : Φωνές απ’ την πέτρα και τον άνεμο, (1954), Φλέβες ποταμού (1958), Απ’ το υπόγειο (1965), Αλεξίφωτο (1974), Μοίρα και διέξοδος (1978), Γραφή (1982) Η «Γραφή» αποτελεί συγκέντρωση των ανωτέρω συλλογών και περιέχει και μία νέα ποιητική συλλογή την Χωμογραφία, Πορεία και χρόνος (1987), Έλεος και φόβος (1992), Με τα μάτια πετούν οι άνθρωποι (1994) και Μετάληψη (2004). Είχε εκδώσει και δύο συλλογές διηγημάτων με τους τίτλους Ο Μιγάς (1975) και Σήματα ζωής (1999) και είχε γράψει θεατρικά έργα και δοκίμια που παραμένουν ανέκδοτα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά ¨Επιθεώρηση τέχνης¨, ¨Τομές¨ και ¨Ευθύν稻[10].

Σχετικά με την εργογραφία του Ιάσονα Ιωαννίδη θα πρέπει να αναφέρουμε πως από το αρχειακό υλικό που μας απέστειλε ο γιός του, έχουμε στα χέρια μας και τα παρακάτω πονήματά του : Δοκίμιο «Παραχαράξεις μετά του ωφελίμου» (ανέκδοτο), Δοκίμιο «Μακρυγιάννης» (ανέκδοτο), Θεατρικό «Η μπαλάντα του αιρετικού» (δράμα Φεουδαρχικής εποχής σε δύο μέρη και δέκα εικόνες), καθώς επίσης και μία μετάφραση του κειμένου του T.S. Eliot (Αποσπάσματα από την εισαγωγή που έκανε ο ποιητής στα «selected poems of Ezra Pound» στην έκδοση του 1928 του περιοδικού «Το Δέντρο»).

Για όλη αυτή την λογοτεχνική παραγωγή ο Ιάσονας Ιωαννίδης δικαίως θεωρείται ως ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους της Β΄ Μεταπολεμικής γενιάς των λογοτεχνών. Ειδικότερα στο ένθετο τεύχος της εφημερίδας «Καθημερινή» με θέμα «Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα», ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Γ. Παπαγεωργίου παρουσιάζει μία φωτογραφία των εκπροσώπων αυτής της γενιάς, όπου βλέπουμε και τον Διδυμοτειχίτη ποιητή[11].

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Προτού παρουσιάσουμε κάποιες βιβλιοκριτικές που κατά καιρούς γράφτηκαν για τις ποιητικές συλλογές και τα διηγήματα που εξέδωσε ο Ιάσονας Ιωαννίδης, θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από εφημερίδες και περιοδικά που αφορούν γενικότερα το λογοτεχνικό του έργο και σκιαγραφούν τον χαρακτήρα του.

Από την τοπική μας εφημερίδα «Παλμός του Έβρου» παραθέτουμε τα εξής : «Ανάμεσα στην πλειάδα των πνευματικών ανθρώπων που τιμούν τον τόπο μας, είναι και ο Ιάσονας Ιωαννίδης. Αξιόλογος ποιητής και πεζογράφος, από χρόνια μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, εργάζεται αθόρυβα, ακούραστα, πάντα σεμνός και απλός, απηχώντας στο έργο του τον παλμό του μόχθου, την αγχώδη ατμόσφαιρα της εποχής μας. Το έργο του Ιάσονα Ιωαννίδη, ποιητικό και πεζογραφικό εντυπωσιάζει για τη λιτότητα της γραφής και για την επιγραμματική συμπύκνωση σε λίγους στίχους πολλών ποιητικών εικόνων, αισθημάτων και καταστάσεων. Ακολουθεί ένα στυλ ελλειπτικής γραφής, σύγχρονο και μοντέρνο χωρίς να απομακρυνθεί από την άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη, τον συναγωνιστή και συνοδοιπόρο της ζωής αυτής»[12].

Στο προαναφερθέν περιοδικό Εξώπολις, ο βραβευμένος ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος αναφέρει τα εξής : «Ιάσων Ιωαννίδης: Ποίηση υψηλοτάτης ηθικής υποστάσεως (παρακάτω παραθέτει ένα ποίημα του Ιωαννίδη)

Στην τσέπη είχες το κλειδί.

Σκουριασμένο, βαρύ,

Φαγωμένο από ιδρωμένες παλάμες.

Ποτέ δεν το δοκίμασες στην πόρτα.

Γνώριζες πως θα έμενες στο ίδιο κελλί

Έστω κι αν βάδιζες χιλιάδες ώρες.

Μόνο ένα τοπίο κρατούσαν τα μάτια σου

Με βουνά και ντουφέκια και τραγούδια και λάβαρα.

(στη συνέχεια σχολιάζει)

Στους παραπάνω στίχους εντοπίζεται, νομίζω, με τον πιο άμεσο τρόπο το στίγμα της ποίησης του Ιάσονα Ιωαννίδη, ενός από τους πιο αντιπροσωπευτικούς δημιουργούς της ομάδας εκείνης, στη μεταπολεμική μας ποίηση, που το έργο της το χαρακτήρισε η έγερση προς την ελευθερία, το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο και τέλος, η διάψευση των ονείρων και ότι στη συνέχεια ακολούθησε. Ο Ιάσων Ιωαννίδης, παιδί μιας πολυτάραχης εποχής, βρέθηκε από έφηβος ήδη στη δίνη των γεγονότων, λαβαίνοντας ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, γεγονός που του επέτρεψε να βιώσει εκ των έσω τα γεγονότα και να μας παραδώσει, ως εκ τούτου, ένα έργο του οποίου το δραματικό φορτίο παρέμεινε μέχρι το τέλος του δυνατό. Και πράγματι, μέσα από τόνους ελεγειακούς στην αρχή, έτσι όπως μας δίδαξε ο Γιάννης Ρίτσος, θα τολμούσα να έλεγα, αλλά και με εκφραστικά μέσα λιτά, στηριγμένα πάνω σε μια γλώσσα στιβαρών, κάλβειας αποχρώσεως, τόνων αλλά και μακριά από κάθε επιζήμιο λυρισμό, υποστήριξε μια ποίηση πηγαία, ακάματα και άκαμπτα ηρωική πάντοτε στις διεκδικήσεις και τις διαθέσεις της, μια ποίηση που η υψηλή ηθική της υπόσταση παραμένει μοναδική. Κανένας διδακτισμός δεν προκύπτει από τα γραπτά του Ιάσονα Ιωαννίδη. Αντίθετα μάλιστα, ένα ακατάπαυστα μαχόμενο αλλά καλά στις δόσεις του ηλεγμένο άδολο συναισθηματικό φορτίο, συνεπαίρνει και κερδίζει εν τέλει τον αναγνώστη, επιβάλλοντας τον απόλυτο σεβασμό, ταυτοχρόνως, όπως ακριβώς συμβαίνει κάθε φορά άλλωστε, με κάθε τι το γνήσιο, το αυθεντικό και το ανυπόκριτα, το σπαρακτικά αληθινό. Το ¨αληθινό¨ εκείνο που έρχεται να στηρίξει άδικα χαμένους νεκρούς, που έρχεται να τεθεί απαρέγκλιτα στην υπηρεσία της συλλογικής μνήμης, που έρχεται να εικονίσει την εγκατάλειψη και την φριχτή καθημερινότητα μετά τις θυσίες, μετά την εξορία, μετά τη φυλακή, με ποιήματα μοναδικής αμεσότητας (¨Επιμονή¨, ¨Εξορία¨, ¨Στο νησί¨, ¨Επιστροφή¨, ¨Υπόγειο τοπίο¨), αλλά και με στίχους μέσα στους οποίους μάχεται η εικόνα με τη λέξη, ο θρήνος με την ελπίδα, η χαμένη ζωή με την ανάσταση ονείρων, η φρεσκάδα της νεότητας με την θυμοσοφία, και η ζωή με τα αναπάντητα ερωτήματα. Σελίδες ενός εν εγρηγόρσει κρατούντος πάντοτε τη μνήμη, ημερολογίου, θα χαρακτήριζα την ποίηση του Ιωαννίδη. Ενός ημερολογίου που ακόμη και αυτός ο παιδικός κόσμος αυτού που το γράφει, δεν είναι άλλος από την πίστη του στον αγώνα, ενός ημερολογίου που μέσα από μια υποβόσκουσα σιωπή, όσο και αν αυτό ακούγεται αρκετά παράξενα, έρχεται για να κρατήσει άσβεστα άσχημα προαισθήματα τα οποία στιγμάτισαν ανεξίτηλα τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού (¨Μνήμη 1947¨), για να φυλάξει καλά στην καρδιά κάποιες ευτυχισμένες στιγμές ενός έρωτα παρηγορητικού (¨Απόβροχο¨, ¨Τα βήματά σου¨, ¨Άσπρο τραγούδι¨, ¨Στην ακτή¨), να μεταγγίσει σε εμάς την ¨κοφτερή¨ αγωνία του θανάτου (¨Ερημιά¨), της φθοράς (¨Η μνήμη μου¨) έτσι όπως προβάλλουν μέσα από έναν ύπνο, πλέον κακό (¨Αγρύπνια¨):

Όταν η αγρύπνια μου στήνει καρτέρι.

Ταξιδεύω νοερά σε παραθαλάσσιες ακροπόλεις

Με κυκλώπεια τείχη

Ξεθωριασμένα απ’ τα χρόνια και τον ήλιο.

Στις Μυκήνες, στην Τύρινθα, στην Ασίνη,

Εκεί σκοτεινά κύματα της προϊστορίας

Με καταβρέχουν, κι έτσι βρεγμένο

Με παραδίδουν στον ύπνο.

Με την ευκαιρία μάλιστα του παραπάνω ποιήματος, θα ήθελα να επισημάνω την σημασία που δίνει ο Ιάσων Ιωαννίδης στους τόπους αλλά και στα πρόσωπα του αρχαίου δράματος, μια και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτός τα χρησιμοποιεί για να χορδίσει ακόμη πιο τραγικά, τις δικές του διαθέσεις. Και τούτο επίσης : κάποιοι θα χώριζαν την ποίηση του σε περιόδους, δύο ή τρεις. Εγώ όμως δεν θα πρότεινα κάτι τέτοιο, διότι πιστεύω ότι το έργο του ολόκληρο είναι ένα συμπαγές σύνολο. Ένα σύνολο μέσα στο οποίο αυτός δεν μεμψιμοίρησε ούτε για μια στιγμή απέναντι σε κομματικούς ή άλλους μηχανισμούς, αλλά από την αρχή μέχρι το τέλος θρήνησε το χαμένο όραμα μιας γενναίας γενιάς»[13].

Ο Χρήστος Ρουμελιωτάκης, ποιητής και αυτός της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς στο περιοδικό «Απόψεις» γράφει για τον Ιάσονα Ιωαννίδη: «Ανοίγω πάλι το corpus με το έργο του Ιάσονα Ιωαννίδη, όπως συχνά επί πολλά χρόνια κάνω, όταν θέλω ν’ ακούσω μια φωνή γνήσια, φιλική, ομόηχη. Και διαβάζω: Να φοβάσαι τα μάτια / που δεν κοιτάζουν πουθενά. / Έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γιατί μ’ αρέσουν αυτοί οι στίχοι; Γιατί σαν ξόρκι ή σαν γνωμικό τους ψιθυρίζω συχνά; Γιατί μ’ αρέσει η ποίηση του Ιάσονα Ιωαννίδη; Ίσως γιατί είναι ποίηση βιωματική, άμεση, ποίηση αίματος και ομολογίας και όχι ποίηση γραφείου και λεξιθηρίας. Δύο είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους γυρίζει η ποίησή του, πενήντα περίπου χρόνια : Η εξορία και ο κάμπος της πατρίδας του με το ποτάμι, τον Έβρο. Έτσι γίνεται πάντοτε με τους αληθινούς ποιητές. Έχουν πάντοτε ένα μοναδικό θέμα γύρω από το οποίο γυρίζουν σ’ όλη τους τη ζωή. Οι γόνιμες εμμονές, που λένε οι φιλόλογοι. Ένα χωριατόπουλο που ξεριζώθηκε από το κάμπο για να βρεθεί, παιδί αμούστακο ακόμη, στη δίνη της Μακρονήσου. Κι αυτά τα δύο ¨γεωγραφικά¨ σημεία καθόρισαν τη ζωή του. Το ποτάμι, πάντα ποτάμι, έρχεται και επανέρχεται στην ποίησή του, σημείο αναφοράς, σημείο νοσταλγίας, ο χαμένος παράδεισος των παιδικών χρόνων και ταυτόχρονα η απειλή : Ήρθε το νερό μουγκρίζοντας / σαν τον ταύρο του χωριού μας τον Καρά. / Ήρθε το νερό αφρίζοντας, / σαν το άτι του χωριού μας το Σαρή. Και ο κάμπος της πατρίδας του, που έχει εισχωρήσει μέσα στη ζωή του και δεν λέει να φύγει. Κουβαλώ την άπλα των κάμπων. / Τις ψηλές καλαμποκιές. / Τ’ ακοίμητα τσεκούρια των ξυλοκόπων. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους άξονες, την εξορία και τον κάμπο της πατρίδας, η βιοπάλη, πολλές φορές η πιο σκληρή εξορία, αλλά και το όραμα που ποτέ δεν χάνεται»[14].

Από το περιοδικό «Πνευματικά θέματα» και από την σελίδα που επιμελείται ο ¨Αρσαμότης¨ διαβάζουμε για τον Ιάσονα Ιωαννίδη τα εξής : «Από το πρώτο κιόλας βιβλίο του ο Ιωαννίδης δείχνει το αληθινό του ανάστημα. Αν και κάποιες σημαντικές επιρροές από τον Σικελιανό – λιγότερο από τον Κάλβο – είναι φανερές στην αρχή (περισσότερο στη ποιητική απεικόνιση των αισθημάτων του και τη γλωσσική τους ερμηνεία και λιγότερο στον αισθητικό – ή αισθησιακό – του χώρο) εν τούτοις, γρήγορα ανακαλύπτει ένα ιδιαίτερο τόνο που αργότερα με την πάροδο των χρόνων θα τον οδηγήσει όλο και πιο αποτελεσματικά στην εύρεση ενός καθαρά προσωπικού ύφους. Παρά τη φοβερή του όμως ευαισθησία ο Ιωαννίδης δεν αφήνεται, να παρασυρθεί από τον λυρικό οίστρο, που τον σπρώχνουν επίμονα εικόνες, καταβολές και μνήμες από τον παιδικό του κόσμο. Ο κόσμος αυτός αναθρεμμένος στην αχλή ενός ονειρικού τοπίου της Θρακικής υπαίθρου, έντονος στα δύο πρώτα του έργα, πολύ γρήγορα αποσπάται από τις επιδράσεις τους, βλαβερές για τον ηρωικό τόνο και τον υπαρξιακό προβληματισμό που επιδιώκει και που, σ’ ένα μέγιστο ποσοστό, είναι και το αληθινό πεδίο δράσης του ποιητή. Ο Ιωαννίδης μοιράζεται ανάμεσα στον έρωτα, το πάθος του για την ελευθερία, μετουσιωμένη σε μια πλατύτερη θέαση ζωής και την αγωνία του θανάτου. Το ερωτικό στοιχείο πάλλεται παντού ακόμα και στις βαθύτερες και πιο απομονωμένες στιγμές στοχασμού του ποιητή. Ολόκληρη η ποίησή του διαγράφει ένα οδοιπορικό φτώχιας, έχθρας, μοναξιάς, ερωτικής απελπισίας και εγκατάλειψης, όπου η μοίρα (του) εξαντλεί, σαδιστικά σχεδόν, όλη της τη μανία επάνω του. Μέσα από τούτο το οδοιπορικό όμως, καταφέρνει να περισώσει αμείωτη την αληθινή, βαθειά του δύναμη για να συνεχίσει»[15].

Ο ποιητής, ονοματολόγος και δοκιμιογράφος (ιατρός στο επάγγελμα) Βάσος Η. Βογιατζόγλου στο δίτομο έργο του «Ιωνική φιλοκαλία» αναφέρει για τον Ιάσονα Ιωαννίδη τα παρακάτω : «Από το πρώτο κιόλας βιβλίο του δείχνει το αληθινό ποιητικό του ανάστημα. Γρήγορα ανακαλύπτει έναν ιδιαίτερο προσωπικό τόνο, που αργότερα, με την πάροδο των χρόνων, θα τον οδηγήσει όλο και πιο αποτελεσματικά στην κατάκτηση ενός καθαρά προσωπικού ύφους. Ολόκληρη η ¨ανθρωπολογία¨ του Ιάσονα ισορροπεί σταθερά ανάμεσα στις απαρασάλευτες αξίες του έρωτα, της ελευθερίας, του θανάτου. Το ερωτικό στοιχείο πάλλεται παντού ακόμη και στις βαθύτερες και πιο απομονωμένες στιγμές στοχασμού του ποιητή. Πότε χρησιμοποιώντας πρωτογενή δομικά υλικά της καθημερινής δημοτικής μας παράδοσης πιο κοντά στην καταγωγή του από την ελληνική ύπαιθρο και πότε μέσα από πηγαία παγανιστικά στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του, συνθέτει λαμπρές λυρικές εικόνες, γεμάτες λάμψη και αισθησιακή φλόγα. Καταγράφοντας ένα ημερολόγιο φυλακής και εξορίας αναζητεί τον ακέραιο εαυτό του, που διαλύθηκε κάτω από τις δραματικές συνθήκες των νεανικών του χρόνων, μέσα από μια βιωμένη προσωπική κρίση, που διατρέχει, άλλωστε, το έργο του φανερά και ασταμάτητα. Συνθέτοντας ένα περίγραμμα προσωπικής ζωής, αλλά πάντα μέσα σε γεγονότα και καταστάσεις που συντάραξαν τον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες, ο ποιητής γίνεται η δραματική κραυγή, που διαμαρτύρεται, θρηνεί και απελπίζεται για λογαριασμό μας»[16].

Από την ιστοσελίδα lavart.gr (η οποία περιλαμβάνει άρθρα για την τέχνη και τον πολιτισμό) παραθέτουμε μία δημοσίευση (12 Μαρτίου 2025 Αφιερώματα, Λογοτεχνία – Ποίηση) που αφορά τον Ιωαννίδη, με τίτλο : «Ο ποιητής που δε γνωρίσαμε ποτέ και τα ποιήματά του που έπρεπε να ξέρουμε. Ο Ιάσονας Ιωαννίδης, ήταν μια ήρεμη δύναμη, γεννήθηκε στο Διδυμότειχο του 1928 και διαμορφώθηκε βαθιά από τις εμπειρίες του ως αντιστασιακός, εξόριστος και τελικά ως λεπτός παρατηρητής της ανθρώπινης τρυφερότητας. Ο Ιωαννίδης γνώριζε καλά ότι η ποίηση αναπτύσσεται πιο όμορφα μέσα από τους βαθύτερους αγώνες της ζωής. Από τη σκληρή εξορία στην Μακρόνησο, όπου φυλακίστηκε μαζί με τον πατέρα του και αντιμετώπισε κατά μέτωπο την αδικία, μέχρι τις ήσυχες γωνιές της καθημερινής ζωής ως λογιστής στην Αθήνα, η φωνή του δεν έχασε ποτέ την ειλικρίνεια της. Ένας ευγενής ποιητής που δεν τον ένοιαξε ποτέ να αυτοπροβληθεί και για αυτό δεν είναι γνωστός στο ευρύ κοινό, αλλά αξίζει να σκάψουμε την ποίηση του όπως εκείνος έσκαβε την πολιτεία του. Ο Ιωαννίδης ανήκε στην λεγόμενη ποίηση της ήττας και αξίζει μια μελέτη της ποίησής του. Ο συντάκτης του κειμένου κλείνει την αναφορά του προτρέποντας τους αναγνώστες του να διαβάσουν ποιήματα του Ιάσονα Ιωαννίδη και παραθέτει το ποίημα ¨Στάχυ¨»[17].

Η αγαπημένη μου

γλυκό καλάμι του σταριού

καλάμι πράσινο

που αναβλύζει γάλα.

Το δέρμα της,

ένα λιβάδι μαργαρίτες.

Σαν κλείνει τα μάτια της

δε βλέπω.

Τη φωνή της κράτησα ραβδί

κι ακολουθάω.

Τρεμάμενα δάχτυλα

φέρνω στο πρόσωπό μου

κι αγγίζω τη μορφή της.

Δεν έχω πρόσωπο.

Τα μάτια μου

Ντρέπομαι να κοιτάζω πια τα μάτια μου

Αλήτεψαν. Δεν πλένονται.

Δεν αντικρύζουνε καθρέφτη,

Σ’ ακολουθάνε.

Σα χέρια σφίγγουνε τη μέσα σου.

Κυλάνε στους μηρούς, στα στήθια,

Λάμπουνε πάνω απ’ το κρυφό σου το χορτάρι.

Τα βράδυα φεύγουνε μακριά και ξενυχτάνε,

Τυραγνισμένα από καπνούς τσιγάρων.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ

Παρακάτω θα παραθέσουμε κάποιες κριτικές που αφορούν το λογοτεχνικό έργο του Ιάσονα Ιωαννίδη κατά χρονολογική σειρά.

Από άρθρο του μεγάλου Έλληνα ποιητή Τάσου Λειβαδίτη που αλιεύσαμε στο διαδίκτυο, το οποία αφορά κριτική για δύο νέα βιβλία, των: Αντρέα Νενεδάκη, «Μπιρ Χακίμ» μυθιστόρημα και του Ιάσωνος Ιωαννίδη, «Φωνές από την πέτρα και τον άνεμο» ποιήματα, παραθέτουμε την κριτική που συνέγραψε για την πρώτη ποιητική συλλογή του Ιάσονα Ιωαννίδη που εκδόθηκε το 1954, όπου καταδεικνύονται οι προβληματισμοί και ο ψυχισμός του Διδυμοτειχίτη ποιητή : «Η ποιητική συλλογή ¨Φωνές από την πέτρα και τον άνεμο¨ είναι το πρώτο βιβλίο που βγάζει ο Ιάσων Ιωαννίδης. Απ’ αυτήν την άποψη πρέπει να συγχωρήσει κανείς πολλές απ’ τις αδυναμίες που παρουσιάζει τόσο σαν περιεχόμενο όσο και σαν έκφραση. Ολόκληρη η συλλογή αποτελείται από ολιγόστιχα ποιήματα ¨διαθέσεων¨, το μεγαλύτερο δεν ξεπερνάει τους 30 στίχους. Είναι μάλλον σκίτσα, θα μπορούσε να πει κανείς παρά πίνακες. Μια πίκρα διαποτίζει αυτούς τους στίχους και τους κάνει να είναι στυφοί και σαν κάπως κλεισμένοι στον εαυτό τους. Ο Ιάσων Ιωαννίδης είναι ποιητής που διαθέτει και αίσθημα και φαντασία. Όμως είναι απαράδεχτο στην ηλικία του, τόσο νεαρή, στα χρόνια μας, τόσο μεγάλα, και στη ζωή πούχει ζήσει, στα ξερονήσια και στα βάσανα, είναι απαράδεχτο σαν τελική πείρα να μένει η πίκρα και η απόγνωση (παρακάτω παραθέτει μερικούς ενδεικτικούς στίχους). Η φωνή του ποιητή σαν να είναι από ένα βαθύ πόνο ραγισμένη. Μια ήττα διαφαίνεται σε μερικά σημεία. Και το χειρότερο απ’ όλα νοιώθεις που και που, κάτι σαν παραδοχή. Ο Ιάσων Ιωαννίδης πρέπει να ξεφύγει από αυτό τον κλοιό της αγωνίας του. Σαν αληθινός ποιητής που είναι, πρέπει να βρει τη δύναμη μέσα του (και θα τη βρει) να κάνει ένα γιουρούσι, σπάζοντας τα τείχη και βγαίνοντας έξω στον ανοιχτό αέρα της μάχης και των λαμπρών ποιημάτων. Ούτε το ταλέντο του λείπει ούτε η ανθρωπιά. Λίγη απόφαση χρειάζεται. Όσο για τα εκφραστικά του μέσα η πιο σημαντική αδυναμία του Ιωαννίδη είναι η συνεχής και όχι τόσο προσεγμένη χρησιμοποίηση συμβόλων. Στο μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του λείπει τελείως η αμεσότητα στην έκφραση. Το αίσθημα και η ιδέα που θέλει να εκφράσει πνίγεται κυριολεκτικά πίσω απ’ τις λέξεις (παρακάτω παραθέτει μερικούς ενδεικτικούς στίχους). Τελειώνοντας δεν αντέχουμε στον πειρασμό να μην αναφέρουμε μερικούς σκόρπιους στίχους από ένα ωραιότατο ποίημα, το καλύτερο της συλλογής, που μέσα σ’ αυτό μας δείχνει ολάκαιρη την πίκρα του ο ποιητής και που με τον τελευταίο του στίχο μας δίνει και το κλειδί για να εξηγήσουμε αυτήν την πίκρα.

«Ένα σπασμένο στάχυ έχω μέσα μου / μια τσακισμένη ηλιαχτίδα σ’ ένα ποτήρι νερό / ένα πουλί με κρεμασμένα τα φτερά / Ένα κομμένο δέντρο έχω μέσα μου / μια πόρτα μαυρισμένη απ’ τη φωτιά / ένα κατώφλι που δε διάβηκα /Ένα καΐκι έχω μέσα μου / που δεν αρμένισε ποτέ / μια φωτιά που σβήστηκε / λίγο καπνό / Ένα ντουφέκι που δεν έπιασα έχω μέσα μου».

Ποτέ δεν είναι αργά, φίλε, ποιητή, για να κινήσεις τις δυνάμεις σου. Και περισσότερο από κάθε άλλη φορά, στον καιρό μας, που μάθανε οι απλοί άνθρωποι να τραγουδάνε και να πολεμάνε οι ποιητές»[18].

Για τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Φλέβες ποταμού» που κυκλοφορήθηκε το 1958 αλιεύσαμε μία κριτική ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ελλάδας του Νικηφόρου Βρεττάκου, ο οποίος αναφέρει τα παρακάτω : «Οι Φλέβες ποταμού του Ιάσονα Ιωαννίδη απηχούν μια ποιητική ποιότητα που μας πείθει ότι μια πληρέστερη εκμετάλλευση των στοιχείων της θα μπορούσε να μας έχει επιβάλει μια ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία. Οι συμβολισμοί του καιρού μας με τις δραματικές του αντιθέσεις, μας μεταδίδουν το ρίγος της ποιητικής αλήθειας. Είναι παραστατικοί κι’ επιβλητικοί (ο συντάκτης παραθέτει μερικούς ενδεικτικούς των λεγομένων του στίχους). Επιχειρώ το πιο πάνω απάνθισμα στίχων που δίνουν μία ιδέα της γενικής ατμόσφαιρας του νέου ποιητή. Το υλικό που διαθέτει ήταν αρκετό για να παρουσιαστεί λιγότερο άνισος, λιγότερο αποσπασματικός, να ξεπεράσει δηλαδή τη μόνιμη αδυναμία της νέας ποίησης που διαπιστώνει κανείς την ποιότητά της σ’ ένα σύνολο στίχων, δυσκολεύεται όμως να αναγνωρίσει αρτιωμένα ποιήματα που η αυτοτέλεια να τα ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Είπα από την αρχή ότι ο Ιωαννίδης είχε όλες τις προϋποθέσεις που χρειάζονται, όσο λίγοι από τους συναδέλφους του. Το γενικό του κλίμα μας επιβάλλεται σε σημείο που να μπορούμε να σημειώσουμε πως είναι ένας από τους γνήσιους του ποιητικού λόγου. Τα άλλα, θα πρέπει στο μέλλον να τα σκεφτεί και να τα ζυγίσει μόνος του. Έχει την αίσθηση του περιττού και οι αφαιρέσεις που κάνει για να φτάσει στην ποιητική έκφραση, δείχνουν πως από την άποψη της τεχνικής είναι ένας προχωρημένος που θα μπορούσε και στο σύνολο της συλλογής του να έχει ευθυγραμμίσει το αισθητικό αποτέλεσμα. Αναδημοσιεύω εδώ ένα από τα ποιήματά του που διακρίνονται για την πυκνότητα και την αυτοτέλειά τους : (Αίσθηση) Βάρυναν τα πόδια μου. / Όταν σηκώσω το πέλμα τους / ακολουθεί όλος ο δρόμος. / Τα πόδια μου είναι εν’ ασήμαντο κομμάτι δρόμος / γεμάτο φωνές, λάσπες κι’ αποτσίγαρα. / Παράξενο να μεγάλωσαν τόσο ξαφνικά / τώρα που βαδίζω έτσι πελώριος. Η ποίησή του γενικά είναι αποτέλεσμα ενός εσωτερικού παλέματος που το τροφοδοτούν ο εσωτερικός προσωπικός του αγώνας και ο γενικότερος αγώνας του κόσμου και της ζωής. Ο ποιητής διαθέτει μια ψυχικότητα που αν δεν εξαντληθεί πολύ γρήγορα, αν δεν καμφθεί θα μας απασχολήσει και πάλι πολύ γρήγορα. Ο λόγος του και η εσωτερική του ποιότητα παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον»[19].

Το 1962 στο περιοδικό Νέα Πορεία ο Ε. Μαυρουδής αναφέρει για την ποιητική συλλογή του Ιωαννίδη «Φλέβες ποταμού», τα παρακάτω : «Οι μεταφορές και παρομοιώσεις δίνονται ανοικονόμητα και χωρίς αυστηρό έλεγχο από τον ποιητή. Το περιεχόμενο πάλι καθώς προσφέρεται από το μάθημα της παράδοσης σε στροφές δεν είναι τίποτε άλλο από ένα αίσθημα ερωτικό κι’ αφηρημένο που μεταπηδάει από πράγμα σε πράγμα, έτσι ώστε και της φιλενάδας το πρόσωπο να κατανέμεται με μηχανικό τρόπο και να εγκατασπείρεται μέσα στις ενότητες, τις πιο πολλές φορές όπως σε άγονο έδαφος που δε μέλλει να βλαστήσει. Σε ορισμένα ωστόσο ποιήματα κάτι πάει να δεθεί λυρικά («Ο λόγγος») μα ξαφνικά χαλάει, ίσως από βιασύνη αδικαιολόγητη στην Τέχνη. Αυτά σχετικά κυρίως με τα ερωτικά ποιήματα του κ. Ι. Ιωαννίδη. Όμως το πιο αξιοπρόσεχτο δεν το είπαμε : Μια δύναμη τριγυρνάει μέσα στους χέρσους χώρους του πνεύματος και ζητάει να οργώσει. Κι’ αυτό νομίζω είναι πολύ σημαντικό για την γνήσια πρόθεση μιας καινούργιας παρουσίας. Δε σούδειξα όλα μου τα πρόσωπα / παρά μονάχα κείνο το πικρό / με τη μεγάλη του ουλή πάνω στο μέτωπο / και τους ορθούς κροτάφους.

Τέτοιες ομολογίες μας ικανοποιούν. Τώρα εμείς θέλουμε να δούμε τον ποιητικό καρπό απ’ τις πληγές της καρδιάς του ποιητή : ν’ ακούσουμε ένα γνησιότερο κλάμα και μια φωνή αθώα και φυσική»[20].

Το 1965 εκδόθηκε η τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Απ’ το υπόγειο», ο Τάσος Λειβαδίτης γράφει τα εξής : «Ποίηση λιγόλογη ελλειπτική, μα με απεριόριστες εσωτερικές διαστάσεις, το βιβλίο ¨Απ’ το υπόγειο¨ του Ιάσονα Ιωαννίδη. Μια ποίηση που μόλις μισανοίγει την πόρτα, μα που μέσα απ’ αυτή τη μικρή χαραμάδα βλέπεις κάτι παραπάνω από μια σύγχρονη ψυχή, ατενίζεις, με τρόμο, όλο το σύγχρονο χάος. Μια πικρή παραδοχή ήττας, πικρή μα καρτερική, διαπερνάει το βιβλίο σαν αργό τραγικό κώμα : ¨κανείς δεν έμαθε ότι με νίκησαν / σ’ ένα στενό υπόγειο τοπίο / γεμάτο κόκκαλα βοδιών / σιαγώνες σκύλων / και γυμνά νεανικά κρανία¨. Αποκαλυπτική εικόνα αυτού του Σφαγείου που λέγεται σύγχρονος κόσμος. Φυσικό είναι σ’ έναν τέτοιο κόσμο να χεις χάσει την εμπιστοσύνη σου στις μεγάλες αξίες και πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τον άνθρωπο, που από συνοδοιπόρος στο δύσκολο δρόμο της ύπαρξης γίνεται εχθρός σου και αντίπαλος. ¨Με σπρώξαν στη στενή σκαλωσιά. Μόνος. Σκαλί στο σκαλί. Θα πέσω ή δε θα πέσω. Και κάτω οι άνθρωποι : Όρθια μαχαιριά¨. Πιο πέρα γίνεται ακόμα σαφέστερος, θίγοντας τις αιτίες της σύγχρονης μοναξιάς : Είναι οι ¨εμπορικές¨ σχέσεις που επικρατούν ανάμεσα στους ανθρώπους. Όχι η αγάπη και η κατανόηση, μα το κέρδος, αυτό το Τέρας της Αποκαλύψεως, διαμορφώνει χαρακτήρες, περιπέτειες, ψυχολογίες : ¨Διπλωμένος στη φτώχεια μου. Στην πλάτη μου χαρτόσημα και υπογραφές. Είμαι ένα διαμαρτυρημένο γραμμάτιο¨. Μοναδικό καταφύγιο απ’ την θύελλα της πραγματικότητας, ο έρωτας και η κάποια (όσο σου επιτρέπει η δύναμή σου, και οι πανίσχυρες περιστάσεις) εσωτερική ακεραιότητα. Κι η ανθρώπινη αξία, εδώ που τα λέμε, μόνο μ’ αυτό το μέτρο μπορεί να υπολογιστεί : Την αντίστασή σου σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον. Τον αγώνα σου να επιβάλεις τη δική σου αλήθεια που όσο καθολικότερη είναι, τόσο πιο πολύ πιστεύεις σ’ αυτήν και τόσο περισσότερους συμμάχους έχεις. Και τι άλλο αξίζει αλήθεια, πιότερο στον κόσμο, απ’ το να μην είσαι μόνος στον δίκαιο αγώνα σου; Βέβαια ο Ιάσων Ιωαννίδης δεν ολοκληρώνεται ακόμα. Ιδίως σαν έκφραση. Η φωνή του δεν έχει αποχτήσει εκείνη τη ¨μοναδικότητα¨, που είναι απαραίτητη στην ποίηση. Μα για την κατάκτηση της, πέρα απ’ την έμπνευση, ή το όποιο βάθος, χρειάζεται ¨καιρός και κόπος¨. Και ο Ιωαννίδης έχει όλο τον καιρό μπροστά του»[21].

Για την πέμπτη του ποιητική συλλογή «Μοίρα και διέξοδος» που εκδόθηκε το 1978, ο Σπύρος Κατσίμης (δημοσιογράφος, ποιητής, λογοτέχνης και ζωγράφος) στην εφημερίδα «Καθημερινή» γράφει : «Μνήμες θανάτου και μοναξιάς τροφοδοτούν την έμπνευση του κ. Ιωαννίδη, καθώς ρίχνει το βλέμμα του πίσω στα χρόνια που πέρασαν μέσα στην ομίχλη του είναι απλοί επιγραμματικοί : Έχω έναν λύκο στη ράχη μου. / Τις νύχτες, στη σκοτεινή του την κορφή / ένα πουλί μοιρολογεί / το θάνατό μου που σιμώνει. Μια ποιητική πορεία που άρχισε από το 1954 συνεχίζεται με την ίδια οδύνη και καρτερία. Ο ποιητής μας μιλάει για μια ολόκληρη ζωή αγώνων και απογοητεύσεων. Με εικόνες θαμπές, γεμάτες νεκρούς λαβωμένους και ¨προδομένο αίμα¨ επιχειρεί έναν απολογισμό, ψάχνει να βρει μια διέξοδο»[22].

Το 1982 ο Ιάσονας Ιωαννίδης εκδίδει την «Γραφή», όπου δημοσιεύεται το σύνολο της λογοτεχνικής του δημιουργίας από το 1954 έως 1978, καθώς και μία νέα ποιητική συλλογή, η Χωμογραφία (1982). Ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλειος Μανδηλαράς αφιέρωσε τρεις σελίδες σ’ ένα δακτυλογραφημένο κείμενο, το οποίο δεν γνωρίζουμε σε ποιο έντυπο δημοσιεύθηκε, καθώς έτσι μας το απέστειλε ο γιος του Ιάσονα Ιωαννίδη μαζί με άλλα αρχεία που αφορούν το έργο του πατέρα του. Για την οικονομία του κειμένου θα παραθέσουμε κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα : «Ο κ. Ιάσων Ιωαννίδης δημοσίευσε πρόσφατα τη λογοτεχνική του συλλογή ¨Γραφή¨ σ’ ένα καλαίσθητο και προσεγμένο λεκτικά και τυπογραφικά τόμο με σχέδιο στο εξώφυλλο του Γιώργου Ιωαννίδη, όπου έχει συγκεντρώσει τη μακρόχρονη παραγωγή του από το 1952 μέχρι σήμερα (1982). Μέσα σ’ αυτή την τριαντάχρονη λογοτεχνική παραγωγή του κ. Ιωαννίδη βλέπουμε καθαρά την ανοδική του πορεία στο δούλεμα του στίχου και στην έκφραση της φιλοσοφημένης σκέψης. Ίσως οι πρώτες ¨γραφές¨ να μην ικανοποιούν απόλυτα τον αυστηρό κριτή, μια και η έμπνευση δεν έχει αποδεσμευτεί από τον παραδοσιακό τρόπο έκφρασης και φόρμας, κι ο λόγος κυλάει στεγνά με άβολες επαναλήψεις και λέξεις χωρίς ποιητικό χρώμα. Οι συνθέσεις αυτές δεν διεκδικούν θέση σε ψηλό επίπεδο, αφού είναι δημιούργημα μιας πρώιμης ηλικίας. Δεν θα μείωναν την αξία του λογοτεχνικού έργου του κ. Ιωαννίδη, αν έλειπαν από τη ¨Γραφή¨. Δείχνουν απλώς, σαν πρωτόλεια, την ιστορική εξέλιξη του δημιουργού τους. Μέσα στους στίχους αυτούς βλέπει κανείς μια ιδιαίτερη προτίμηση στις λέξεις που παρουσιάζουν το ανθρώπινο σώμα ή τις διάφορες μορφές της φύσης, στοιχεία που μας δίνει το φάσμα της ποιητικής σκοπιάς του ποιητή, αλλά δεν προσθέτει πολλά στην ποιητική καταξίωση των συνθέσεων του. Ωστόσο δεν δυσκολεύεται κανείς να βρει στίχους δυνατούς που χρωματίζουν θετικά τα ποιήματα προδίδοντας τη μεστή σκέψη και τη λεπτότητα των συναισθημάτων του ποιητή. Όσο προχωράει κανείς το διάβασμα της ¨Γραφής¨ τόσο συνεπαίρνεται από την ομορφιά που διαχέεται από το περιεχόμενό της. Διαβάζοντας το ¨Έλα να σου δείξω την πολιτεία¨ δεν μπορείς παρά να σταματήσεις και να ξαναδιαβάσεις πολλές φορές τον επίλογο ¨σπούδασε φιλοσοφία..¨, που αρχίζει με μίμηση των δύο πρώτων στίχων από τον Φάουστ του Γκαίτε, και συνεχίζει μ’ ένα βαθύ συλλογισμό βασισμένο στην απαισιόδοξη μοίρα της ζωής που επιφυλάσσεται στον άνθρωπο. Από την 3η συλλογή (Απ’ το υπόγειο) κι ύστερα έχουμε να κάνουμε μ΄ ένα δόκιμο τώρα πια ποιητή. Οι ατέλειες ή οι δοκιμές που σημειώθηκαν για τις προηγούμενες συλλογές έχουν ατονήσει ή, το πιο πολύ, εξαφανιστεί, κι ο ποιητικός λόγος κυλάει άνετα απαλλαγμένος από τα δεσμά της παραδοσιακής ποίησης. Ένας ερωτισμός ζεσταίνει τις φλέβες στο καταχείμωνο ή δροσίζει το πρόσωπο κάτω από τον αυγουστιάτικο ουρανό. Η δεκαετία του ’70 είναι πολύ παραγωγική για τον κ. Ιωαννίδη. Τα ποιήματά που γράφτηκαν τότε έχουν δύναμη και βάθος που μαρτυρεί το ωρίμασμα του δημιουργού τους. Το ¨Αλεξίφωτο¨, ποιητική συλλογή που εντάσσεται στην ίδια χρονιά (1974), έχει το χρώμα της φύσης και το σκέπασμα τ’ ουρανού. Η μοναξιά της νύχτας ¨Στο σκοτάδι (σελ. 138) και μερικά άλλα θα δεχτούν την επίδραση της νύχτας με τον φόβο που εμπνέει ή τη γαλήνη που χαρίζει στην ανέμελη ψυχή. Στην τελευταία ποιητική συλλογή ¨Χωμογραφία¨ θα ξεχωρίσω οπωσδήποτε τα σύμβολα Ηράκλειτο, Οιδίποδα, Σωκράτη, Ιάσονα, Ιουλιανό, Προμηθέα, τα πρόσωπα που ξεκινάνε είτε από την μυθολογία είτε από την ιστορική περίοδο και αλλάζουν την πορεία της ανθρωπότητας παίρνοντας την από τη βαθμίδα του πρωτογονισμού κι ανεβάζοντάς την στη σφαίρα του πολιτισμού. Το κεφάλαιο ¨Μνήμη και εικόνες¨ περιέχει ίσως τα καλύτερα ποιήματα. Είναι οι μνήμες, τα πάθη, οι στεναγμοί του ποιητή, που μετουσιώνονται σε σύντομες ποιητικές συνθέσεις, για να ξεπληρώσουν το χρέος του ποιητή στον συνάνθρωπό του. Η ¨Γραφή¨ του κ. Ιωαννίδη κλείνει με μια σειρά από μικρά διηγήματα, όπου φαίνεται ξεκάθαρα η δύναμη της πένας του κ. Ιωαννίδη στην πρόζα. Η σύνθεση της φαντασίας και η ποικίλη, η κάποτε απροσδόκητη, πλοκή κρατούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, και δείχνουν τις δυνατότητες του συγγραφέα στη λογοτεχνική αυτή φόρμα. Είμαι βέβαιος πως μια προσήλωση του συγγραφέα στη διηγηματογραφία θα μας έδινε άριστα επιτεύγματα, αφού είναι φανερό πως στην περιοχή αυτή κινείται ο κ. Ιωαννίδης άνετα με αποτελέσματα αξιόλογα. Διάβασα τη ¨Γραφή¨ από την αρχή μέχρι το τέλος της, χωρίς να πηδήξω καμία σελίδα, και είδα πως άξιζε τον κόπο».

Για την ¨Γραφή¨ υπάρχουν κριτικές και από τους Ν. Κυτόπουλο[23] (λογοτέχνη), Κώστα Κοβάνη[24] (ποιητή) και τον Αρσαμότη[25].

Το 1987 ο Ιάσονας Ιωαννίδης εκδίδει την έβδομη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Πορεία και Χρόνος», ο ιστορικός και λογοτέχνης Θ.Μ. Πολίτης αφού αναλύει ορισμένους στίχους της συλλογής κλείνει το «παρουσιαστικό του κείμενο» ως εξής : «Τα ποιήματα της συλλογής με τον τίτλο ¨Πορεία και Χρόνος¨ του Ιάσονα Ιωαννίδη σκιαγραφούν ορισμένες όψεις της ζωής κατά τη διάρκεια της πορείας της μέσα στο χρόνο. Ταυτόχρονα δίνουν και το ποιητικό ¨στίγμα¨ του ποιητή ως φυσικού ¨αντιδραστήρα¨ στα πράγματα του καιρού του και τα διαχρονικά θέματα της πλάσης. Έτσι, και διαμέσου της προκύπτουσας ποίησης, πραγματοποιείται, πλάι στον ποιητή, μια διαδρομή μέσα στο χρόνο που είναι και αποκαλυπτική ως προς το αντίκρισμα άλλων τόπων και πικρά διαπιστωτική ως προς το τελικό αδιέξοδο της ανθρώπινης μοίρας»[26].

Το 1999 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή από διηγήματα με τίτλο «Σήματα Ζωής», η Ευγενία Ζωγράφου (ποιήτρια, συγγραφέας και αρχαιολόγος) αναφέρει τα παρακάτω : «Ποίηση δεν είναι μόνο ο στίχος. Είναι και τα κινήματα της ψυχής, που κατευθύνονται απ’ ότι υψηλότερο και ωραιότερο εκδηλώνουν τα αισθήματα, όταν απευθύνονται στον συγγενή, φίλο, κι οποιονδήποτε πάσχοντα άνθρωπο. Αυτό το ξεχείλισμα καρδιάς ρέει με προσεχτική διακριτικότητα στα αυτοβιογραφικά αφηγήματα του Ιάσονα Ιωαννίδη ¨Σήματα Ζωής¨, που έχουν πάρει τη φόρμα διηγήματος. Και είναι στιγμές που η συναισθηματική φόρτιση είναι τόσο μεγάλη που άθελα στρέφει το χέρι να έρθει αμέσως σ’ επαφή με τον γράφοντα, αγαπημένο φίλο και ποιητή αξιώσεων. Το αχόρταγο χωνευτήρι της ζωής του ρούφηξε κάθε του ικμάδα, κι όσο αυτό τον στέγνωνε, τόσο περίσσευε ο μέσα πλούτος. Κι αγκάλιαζε με τρυφερότητα και στοργή μάνας ανθρώπους, ενώ δένονταν πολύτιμοι κρίκοι οι στίχοι, αποκρυσταλλώματα ημερών που έφυγαν και που : ¨Στη μνήμη μόνο φέγγουν όσα από τα μάτια πέρασαν¨»[27].

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Ιάσονα Ιωαννίδη, με τίτλο «Μετάληψη» εκδόθηκε το 2004, ο ποιητής Κώστας Κοβάνης γράφει σχετικά : «Ανάμεσα στους ποιητές της Αντιστασιακής γενιάς, ξεχωριστή θέση έχει και ο Ιασ. Ιωαννίδης για τα ουμανιστικά του ιδανικά φυλακίστηκε, εξορίστηκε και έζησε όλες τις ήττες ενός αγώνα επαναστατικού με συναγωνιστές που θερίστηκαν από απανωτές προδοσίες. Παρ’ όλα αυτά με το νέο ποιητικό του βιβλίο ¨Μετάληψη¨ στέλνει ¨Σήματα ζωής¨ στους επιζώντες της ταραγμένης ζωής. Η μνήμη τους αναμμένο κερί, πορεύεται στα σημερινά σκοτάδια, αναζητώντας εικόνες από ένα συντροφικό παρελθόν. Θλίψη τον κυριεύει βλέποντας τον σημερινό τσακισμένο εαυτό τους. Η νίκη του ποιητή είναι ότι κατορθώνει να κάνει τον πόνο και τα όνειρά του αληθινή Τέχνη. Αυτό σημαίνει ότι δεν ¨έσβησ娻[28]. Αξίζει να αναφέρουμε, ότι στην εν λόγω ποιητική συλλογή αφιερώνει στον επίσης Διδυμοτειχίτη λογοτέχνη – ποιητή Βασίλη Σιναπίδη[29] το κεφάλαιο με τίτλο : «Απ’ το νερό και το χώμα».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Παρακάτω θα παραθέσουμε δύο συνεντεύξεις που παρεχώρησε ο Ιάσονας Ιωαννίδης, η πρώτη στην εφημερίδα «Αυγή» το 1964, απ’ όπου μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιους προβληματισμούς του σχετικά με το περιεχόμενο των έργων του και την απήχηση που έχουν στον κόσμο και η δεύτερη στην εφημερίδα «Εξόρμηση» το 1995, όπου μπορούμε να διακρίνουμε τις εύστοχες ανησυχίες του ποιητή μας για τον σύγχρονο άνθρωπο και την κοινωνία :

Εφημερίδα Αυγή

«Δημοσιογράφος Ερώτηση (Δ.Ε.). : Ετοιμάζετε κανένα καινούργιο βιβλίο κ. Ιωαννίδη :

Ιάσων Ιωαννίδης Απάντηση (Ι.Ι.Α.). : Προτού απαντήσω στην ερώτησή σας να μου επιτρέψετε να πω μερικές σκέψεις μου, που γεννήθηκαν από τις πρώτες μέρες που άρχισα να παρακολουθώ την έρευνά σας. Είναι θαυμάσια η πρωτοβουλία που πήρατε να ρθείτε σε επαφή με τους Έλληνες συγγραφείς, γιατί η συντριπτική τους πλειοψηφία, ελάχιστες ευκαιρίες έχει να προβάλει και να μεταγγίζει στο κοινό το περιεχόμενο της δημιουργικής της προσπάθειας. Όμως νομίζω έτσι που τίθεται το αντικείμενο της έρευνά σας, αφήνει ένα πολύ μικρό περιθώριο για συζήτηση και προβληματισμό. Η κοινολόγηση των ¨υπό έκδοσιν¨ έργων και των μελλοντικών μας σχεδίων, δε βοήθησε τίποτα, ούτε εμάς που μιλάμε ούτε αυτούς που διαβάζουν. Το αποτέλεσμα θα ‘ταν καλύτερο, εάν οι απαντήσεις μας είχαν μορφή μελέτης γύρω από ένα συγκεκριμένο επίκαιρο θέμα – ερώτηση ή εάν ο καθένας ανάλογα δημοσίευε ένα διήγημα, ένα ποίημα ή ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από νουβέλα ή από μυθιστόρημα. Έτσι θα ετοποθετείτο το ζήτημα της δημιουργίας στις πραγματικές του βάσεις, να μιλούν και άλλοι για το έργο μας. Και τώρα στο προκείμενο. Από το 1954 ως το 1958, που έβγαλα το δεύτερο ποιητικό μου βιβλίο, τα βιώματά μου, οι εμπειρίες μου, οι σκέψεις μου, οι αντιδράσεις μου γενικά στο φαινόμενο ζωή εκφραζόταν καίρια με το στίχο. Όμως σιγά σιγά άρχισα να παρατηρώ πως πολλά πράγματα, που με απασχολούσαν, δεν μπορούσαν να ειπωθούν πια μόνο μ’ αυτό το μέσο. Έμεινε μέσα μου ένα υλικό (εικόνες, λόγια, πράξεις) που προσφερόταν να γίνει τέχνη, αν εκφραζόταν μ’ έναν άλλο τρόπο. Έτσι έγραψα διήγημα και θέατρο. Φυσικά δεν ξέρω τι πέτυχα γιατί το συρτάρι είναι πολύ δύσκολος κριτικός. «Γραμματολογικά» αναφέρω πως βγάζοντας ένα ένα με τα δάχτυλα τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κατάφερα να ετοιμάσω – είναι δύσκολη η βιοπάλη για πολλούς σήμερα – μια ποιητική συλλογή, μια σειρά διηγήματα, μερικά μονόπρακτα και δύο τρίπρακτα.

Δ.Ε.: Το περιεχόμενο των έργων σας ;

Ι.Ι.Α.: Σ’ όλα μου τα γραφτά δίνεται ο άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του. Όταν βρίσκεται αντίπαλος με τη ζωή και με μια βασανιστική κοινωνική κατάσταση, ή όταν λυγίζει κάτω απ’ το ματωμένο βάρος μιας χαμένης μάχης. Ωστόσο θέλω να εξομολογηθώ κάτι. Όποτε γράφω, έχω την εντύπωση (την αίσθηση πείτε καλύτερα) πως φτιάχνω πέταλα για άλογα ή στολές γι’ αστροναύτες. Δηλαδή πράγματα που ποτέ δεν θα ζητηθούν από τους ανθρώπους μου. Δε θα επεκταθώ να βρω την αιτία, όμως το βέβαιο είναι πως σήμερα, και προπαντός στη χώρα μας, η τέχνη δεν έχει καμία ανταπόκριση. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που συγγραφείς είχαν εκείνη την υψηλή χαρά, να διαβάζονται και να συζητιούνται τα έργα τους, νομίζω (δεν κάνω αξιολόγηση για τους συγγραφείς) πως αυτό έγινε κάτω από την επίδραση άλλων γεγονότων, ηθικών (στην φιλοσοφική της έννοια η λέξη) παρά αισθητικών. Και είναι αντιφατική η τέχνη που έχει κοινωνικό χαρακτήρα να καταντήσει μια στενή προσωπική υπόθεση»[30].

Εφημερίδα Εξόρμηση (ενδεικτικά αποσπάσματα από την συνέντευξη)

«Δημοσιογράφος Ερώτηση (Δ.Ε.).: Κύριε Ιωαννίδη η παρουσία σας στα γράμματα και στους κοινωνικούς αγώνες είναι πολύπλευρη. Σε τι συνίσταται η παρέμβαση σας στους πολιτικούς και πολιτιστικούς αγώνες; Το έργο σας; Η καλύτερη ποίηση μήπως είναι η ιστορία μας, όπως έλεγε ο Ενγκελς;

Ιάσων Ιωαννίδης Απάντηση (Ι.Ι.Α.).: Η καλύτερη ποίηση – δημιουργία είναι αυτή που αντέχει στο χρόνο. Δεν γνωρίζω αν η ιστορία μου, ταυτιζόμενη με την ποίησή μου, θα μνημονεύεται μετά την ¨απόσυρσή¨ μου. Η παρέμβασή μου στους πολιτικούς και πολιτιστικούς αγώνες, πραγματοποιήθηκε με την ορμή που μας έδωσε η Εθνική Αντίσταση. Το έργο μου εμφανίστηκε αργότερα, καθρέφτης όλως των συν και των πλην των αγώνων μας.

(Δ.Ε.). : Σε μιαν εποχή που δεν είμαστε αναγνώστες του Κόσμου, αλλά θεατές, σε μια ομοιομορφία κοινωνική, πολιτιστική, ολιγαρχική, ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας ;

(Ι.Ι.Α.). : Πολλοί έχουν μιλήσει για την μεταμόρφωση μας σε ¨πλαγκτόν¨. Όταν αποχωρούν, σε μια ιστορική φάση, οι προοδευτικές, οι ανανεωτικές ιδέες, προωθούνται οι συντηρητικές, οι σκοτεινές, οι οπισθοδρομικές και μισαλλόδοξες – επ’ ωφελεία φυσικά των την νομήν των αγαθών ιδιοποιουμένων. Ο ρόλος της λογοτεχνίας εξαρτάται απ’ την ¨αρετή και τόλμη¨ του γράφοντος. Θα συμβιβαστεί φορώντας το οικουμενικό μπλου-τζιν με όλα τα συμπαρομαρτούντα η θ’ αρχίσει να χτυπά, σαν τρελός, όλα τα καμπαναριά που βρίσκει μπροστά του.

(Δ.Ε.). : Μέσα στο γενικότερο κλίμα της ελευθεριότητας των Μ.Μ.Ε. με τους πλασματικούς συνομιλητές που συντηρούν καθημερινά το εμπόρευμα και την πολιτική της τηλεθέασης. Τι πιστεύετε; Ποιες παρενέργειες δημιουργούνται στο δημόσιο ψυχισμό; Κινδυνεύει η παράδοσή μας; Πως αντιδρούν οι πνευματικοί μας άνθρωποι; Θα υπάρξει άνοιξη;

(Ι.Ι.Α.). : Δηλώνοντας πως υπάρχουν και μερικές σπάνιες λαμπρές εξαιρέσεις, ο λόγος στο γυαλί είναι αυστηρά άλλο η αυτολογοκρινόμενος και πολλά πράγματα είναι ¨σικέ¨. Στα θέματα της ψυχαγωγίας που αποτελούν και το γοητευτικό μαγνήτη, τα θεάματα επικεντρώνονται στην υπογάστρια περιοχή. Η τηλεόραση εισάγει ή μιμείται ξένα πρότυπα, δοκιμασμένα κι επιτυχημένα εμπορικά για την άγρα πλουτοφόρας διαφήμισης και μη έχοντας κατά νουν κανένα ιδανικό ή δράμα, δημιουργεί ένα ψεύτικο μοντέλο τρόπου ζωής, που δεν έχει καμία σχέση με την παράδοση μας. Πως αντιδρούν οι πνευματικοί άνθρωποι; Αυτοί είναι που δε θα φέρουν ποτέ μιαν Άνοιξη. Γιατί σπεκουλάροντας και θυμιατίζοντας, μοναδική έγνοια έχουν να δουν τη μούρη τους στη λαμπερή οθόνη και να προβάλουν το πάντα ¨άξιο και θαυμαστό¨ έργο τους. Διαδηλώσεις, πορείες, εκδηλώσεις, διαμαρτυρίες, βλέπουμε συχνά – πυκνά. Ποια κίνηση κάνουν, για θέματα κοινωνικά, πολιτικά, εθνικά; Πότε υποστήριξαν τον άσημο Έλληνα, που κάθε μέρα, στη βιοπάλη, ανεβάζει μια μεγάλη πέτρα σε κάποια κορφή και τη νύχτα κοιμάται πάλι πλακωμένος απ’ την ίδια πέτρα;

(Δ.Ε.). : Η Ελλάδα μέσα στο νέο πολιτιστικό Ευρωπαϊκό παραγόμενο πως τοποθετείται; Η γλώσσα μας κινδυνεύει;

(Ι.Ι.Α.). : Η προβολή των πολιτιστικών αγαθών μιας χώρας, είναι ανάλογη με το οικονομικό της εκτόπισμα. Τα συμπεράσματα ακολουθούν εύκολα. Η γλώσσα μας αποτελεί μια νησίδα στη σημερινή ωκεάνια κατακλυσμιαία πλημμύρα της Αγγλικής, και βέβαια κινδυνεύει. Βασικά από την έλλειψη μιας ψυχοκινητικής, αμυντικής παιδείας.

(Δ.Ε.). : Τι γνώμη έχετε για το Σοσιαλισμό σήμερα;

(Ι.Ι.Α.). : Είναι αλήθεια πως ο Σοσιαλισμός σαν καθεστώς διακυβέρνησης λαών, απέτυχε κι απορρίφθηκε απ’ την ιστορία. α) Λόγω της ανυπέρβλητης εγγενούς δυσχέρειας, της μετάβασης του ανθρώπου απ’ το ¨Εγώ στο Εμείς¨, που ψυχανεμίστηκε κι ο αγράμματος Προφήτης Μακρυγιάννης και β) Εξ αιτίας του τρόπου ενάσκησης της εξουσίας απ’ τη μονοκρατορία ενός προσώπου, που εφαρμόζοντας την ανήθικη πολιτική του παρελθόντος και επιδαψιλεύοντας προνόμια και παροχές σε μία κάστα του περιβάλλοντός του που άλλαζε συνεχώς σαν κινούμενη άμμος, υποκαθιστούσε τα κυριαρχικά δικαιώματα των εργαζομένων. Ωστόσο πιστεύω πως ο Σοσιαλισμός σαν όραμα, σαν ιδανικά, δεν ηττήθηκε. Ενυπήρχε – πριν από την εμφάνιση της θεωρίας του Επιστημονικού Σοσιαλισμού – εν σπέρματι δυνάμει στην αρχαία εποχή. ¨Έργα και ημέραι¨ του Ησιόδου, τραγωδίες, ποίηση, Αγία Γραφή. Σ’ όλα τα δυνατά έργα της λογοτεχνίας. Εστιαζόταν στη διαιώνια ανησυχία του ανθρώπου για την εξασφάλιση ¨του άρτου ημών του επιούσιου¨. Η κατάργηση πολλών κοινωνικών παροχών, το ενδημικό Έιτζ της ανεργίας, που σαπίζει μυαλό και χέρια χιλιάδων ανθρώπων, αργά ή γρήγορα θα οργανώσει στρατιές, που θ’ αγωνισθούν διεκδικώντας την αλλαγή της Μοίρας τους. Έγραψα κάπου για το ίδιο θέμα : ¨Όταν η φύση πάλευε να δημιουργήσει ένα τέλειο ον, έκανε πολλές προσπάθειες, αρχίζοντας απ’ τους δεινόσαυρους και καταλήγοντας στα πρωτεύοντα θηλαστικά¨. Προσθέτω, πως κι η κοινωνία θα κάνει το ίδιο, για να βρει τελικά έναν ιδανικό και δίκαιο τρόπο διακυβέρνησης των ανθρώπων και νομής αγαθών. Ο Σοσιαλισμός δεν πέθανε. Σκάβει λαγούμια βαθιά και συλλογιέται τη σωτηρία μας…»[31].

ΑΝΤΙΟ ΣΤΟΝ «ΜΑΚΡΟΝΗΣΙΩΤΗ» ΠΟΙΗΤΗ

Όπως προαναφέραμε ο ποιητής μας εξεμέτρησε το ζην το 2010, και πιο συγκεκριμένα στις 7 Σεπτεμβρίου, η εφημερίδα του Δήμου Διδυμοτείχου «Εν Διδυμοτείχω» κάνοντας ένα : «Μικρό αφιέρωμα στον ποιητή Ιάσονα Ιωαννίδη με αφορμή το μεγάλο ταξίδι του για την αθανασία», αναδημοσίευσε ένα άρθρο από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» με τίτλο : «Αντίο» στον Μακρονησιώτη ποιητή… : «Τα ποιήματα που έγραψε ο Ιάσων Ιωαννίδης είναι ένα ημερολόγιο φυλακής και εξορίας, μέσα από το οποίο αναζητά τον εαυτό του, στους δύσκολους και αβέβαιους μεταπολεμικούς καιρούς. Στις μεγάλες του ρωγμές, γίνεται εξομολογητικός και ερωτικός, ζητώντας τη λύτρωση σε απτά πράγματα. Είχε περάσει από το καμίνι της Μακρονήσου, το οποίο τον σφράγισε εξακολουθητικά ως το τέλος της ζωής του. Ο ποιητής πέθανε σε ηλικία 82 ετών και η κηδεία του έγινε στο νεκροταφείο της Κηφισιάς. Γεννήθηκε στο Διδυμότειχο του Έβρου, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του. Από νεότατος πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, επιλογή που του κόστισε εξορίες και φυλακίσεις. Όταν βρήκε τον δρόμο προς την ελευθερία σπούδασε λογιστικά και εργάστηκε ως λογιστής μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Έγραφε κυρίως ποίηση από το 1954, εξέδωσε δύο συλλογές διηγημάτων, ενώ τα θεατρικά του παραμένουν ανέκδοτα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Επιθεώρηση τέχνης», «Τομές» και «Ευθύνη»[32].

Επίσης στο ίδιο φύλλο δημοσιεύθηκε και ένα ποίημα του Ιάσονα Ιωαννίδη με τίτλο

«Χαιρετισμός στο Διδυμότειχο», το οποίο βεβαίως αφορά την ιδιαίτερη του πατρίδα:

Χαίρε πατρίδα που με γέννησες

Χαίρε πατρίδα που με πίκρανες

Και χαρές με γέμισες.

Όπως όταν μεγαλώνει ένα δέντρο

Πλάι στο ποτάμι, σκεπάζει,

Η φυλλωσιά του το νερό

Έτσι κ’ εγώ πλάι στο κάστρο σου

Μεγάλωσα, και η σκιά σου

Σκέπαζε τις μέρες μου.

Δεν ήταν της τύχης μου γραμμένο

Μια εκκλησία σου να με δει

Παντρεμένο με μια όμορφη

Ντόπια κοπέλα

Μια Τασούλα, μια Μαίρη

Ή μια Στέλλα.

Αν και τα περισσότερα μου χρόνια

Στη μαύρη ξενιτιά τ’ ανάλωσα

Η σκέψη μου σε εσένα πάντοτε

Γυρίζει, και σαν πουλί

στα πολυκαιρινά σου τείχη φτερουγίζει.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Στη συνέντευξη που έδωσε ο Ιάσονας Ιωαννίδης στην εφημερίδα Εξόρμηση, σ’ ένα σημείο λέει : «Η καλύτερη ποίηση – δημιουργία είναι αυτή που αντέχει στον χρόνο. Δε γνωρίζω αν η ιστορία μου, ταυτιζόμενη με την ποίησή μου, θα μνημονεύεται μετά την ¨απόσυρσή¨ μου». Το παρόν κείμενο αλλά και οι ποιητικές βραδιές που διοργανώσαμε κατά καιρούς, ως Ιστορικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Διδυμοτείχου «Καστροπολίτες – Γνώση και Δράση», αυτό είχαν και θα έχουν στο μέλλον ως σκοπό, τη μνημόνευση των λογοτεχνών και των λογοτεχνικών έργων των Διδυμοτειχιτών δημιουργών, εν προκειμένω του Ιάσονα Ιωαννίδη.

Στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, ως συμπατριώτες του, απαντάμε σ’ αυτή την απορία που εξέφρασε, με τη μνημόνευση και ανάδειξη του πλούσιου λογοτεχνικού του έργου. Άλλωστε και ο ίδιος, ποτέ δεν ξέχασε το Διδυμότειχο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, αυτό φαίνεται από τα ποιήματά και τα διηγήματά του. Το κάστρο, το ποτάμι και ο κάμπος αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν και δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι οι άνθρωποι που κριτίκαραν το λογοτεχνικό του έργο τονίζουν τις μνήμες που απορρέουν από τον παιδικό του κόσμο.

Ενδεικτικά παραθέτουμε το ποίημα του «Άγιος Γεώργιος και Άγιος Δημήτριος», το οποίο εμπεριέχεται στην τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο «Μετάληψη» και έχει βεβαίως άμεση αναφορά στο προσκυνητάρι του Αγίου Δημητρίου και στον Αρμενικό ναό του Αγίου Γεωργίου επάνω στο κάστρο του Διδυμοτείχου:

Αϊ Γιώργη, Αϊ Δημήτρη,

το ταπεινό σας ξωκλήσι

δεν έχει αγίασμα κι ούτε ψηλό καμπαναριό

στην ψηλή κορφή του Κάστρου,

μακριά απ’ τις μεγάλες θερμαινόμενες

αίθουσες των εκκλησιών.

Άγιοι της παγωνιάς και των ανέμων,

τα παιδικά μου μάτια πολλές φορές

αντίκρισαν τα δυό σας κορμιά

να πετάνε χαμηλά, πάνω απ’ το ποτάμι.

Ο αγέρας των φτερών σας

τρικύμιζε την επιφάνεια των νερών.

στο χέρι πάντα το μακρύ δόρυ

ματωμένο απ’ το αίμα

των σκοτωμένων δράκων.

Στο σκοτεινό αγριοκαίρι

ψιλό χιονόνερο βίτσιζε τα γυμνά σας πλευρά.

Άγιε Γεώργιε, Άγιε Δημήτριε,

παρακαλώ σας να μ’ ελεείτε.

Ευελπιστούμε η λογοτεχνική αυτή μνημόνευση, να εμπνεύσει και να ωθήσει ανθρώπους και ιδιαίτερα νέους, να ασχοληθούν με την ποίηση και να την καταστήσουν ένα καθαρτήριο μέσο, κατά των παθογενειών και της ιδιοτέλειας που μας κατατρέχουν ως έθνος. Ζητούμενο μέγα να δημιουργηθεί μια γενιά με αγωνιστικό φρόνημα, που θα προασπίζεται τα ιδανικά της Ελευθερίας και μιας Δημοκρατίας βασισμένης στην παιδεία και στον ανθρωπισμό. Μόνο έτσι θα περάσουμε τις συμπληγάδες που μας συνθλίβουν εδώ και δεκαετίες. Συμπληγάδες που ο Καστρινός Ιάσονας είχε τη δύναμη να αντέξει τους κραδασμούς και τις πιέσεις τους και να παλέψει για χρόνια προκειμένου να τις ακινητοποιήσει, όπως ο πρόγονός του, ο Θρακιώτης λυρικός και ποιητής Ορφέας, καθώς και ο μυθικός Ιάσονας μαζί με τους υπόλοιπους Αργοναύτες.

Για το παρόν κείμενο οφείλω πολλές ευχαριστίες στον κ. Γιώργο Ιωαννίδη για τις πληροφορίες και το πλούσιο αρχειακό υλικό που μας απέστειλε, σχετικά με το έργο του πατέρα του, καθώς και στην κ. Κάκια Πρόιου – Σαρόγλου, που υπήρξε η αιτία να ανασύρουμε από την λήθη τον βίο και το έργο του Ιάσονα Ιωαννίδη.

Θα κλείσουμε το αφιερωματικό κείμενο στον Διδυμοτειχίτη λογοτέχνη Ιάσονα Ιωαννίδη με ένα ακόμη ποίημά του, με τον τίτλο «Αντιήρωας», το οποίο θεωρούμε ότι του ήταν πολύ αντιπροσωπευτικό. Το επιλέξαμε από την ποιητική συλλογή «Χωμογραφία», η οποία συγκαταλέγεται στην έκδοση «Γραφή 1952-1982 ποιήματα – διηγήματα:

Μόνο η ψυχή μου ξέρει

Τόσα χρόνια ποιους δρόμους πέρασα

Και ποια φαράγγια

-Ιάσων κι εγώ, όμως στις συμπληγάδες της στεριάς-

Για να φέρω το ψωρόμαλλο δέρμα μου.

Μα τώρα για σένα φοβάμαι, γιέ μου.

Γιατί η εξουσία παντού και πάντοτε

Είναι ελευθερη.

«Ελεύθερη σαν τον θάνατο που δεν σέβεται κανέναν».

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.3.2026.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Βλ. Διδυμότειχο: Γη του Κάλλους της Ιστορίας και του Πολιτισμού, ΕΔΩ.

[2]. Βλ. Θανάση Μουσόπουλου, Διδυμότειχο: Γη του Κάλλους της Ιστορίας και του Πολιτισμού, kastropolites.com

[3]. Οι ΜΟΡΦΕΣ ήταν ένα σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό που εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη από τον Βασίλειο Δεδούση.

[4]. Βλ. Ιάσων Ιωαννίδης βιογραφικό σημείωμα – εργογραφικός πίνακας

[5]. Βλ. Ιάσων Ιωαννίδης, Μετάληψη, Εκδόσεις Πάραλος, σσ. 53-54.

[6]. Βλ. Εφημερίδα «Εν Διδυμοτείχω», Αντιγόνη Ιωαννίδου – Τερζούδη, «Αναμνήσεις από την Πατρίδα». Οκτώβριος 2006.

[7]. Βλ. Ελευθεροτυπία, 28 Φεβ 1983, 40 χρόνια ΕΠΟΝ, Ιάσων Ιωαννίδης, «Απαισιοδοξώ ίσως, επειδή πίστεψα πολύ», συνέντευξη στον Ν. Μακρίδη.

[8]. Βλ. Ελευθεροτυπία, 28 Φεβ 1983, 40 χρόνια ΕΠΟΝ, Ιάσων Ιωαννίδης, «Απαισιοδοξώ ίσως, επειδή πίστεψα πολύ», συνέντευξη στον Ν. Μακρίδη.

[9]. Σχετικά με τον Μιχάλη Γκαρούδη βλ. Ευάγγελου Σοβαρά, Μιχάλης Γκαρούδης : Ένας διεθνούς φήμης ζωγράφος από το Ελληνοχώρι Διδυμοτείχου, kastropolites.com.

[10]. Βλ. Κώττη Αγγελική, «Ο Εβρίτης ποιητής Ιάσων Ιωαννίδης», Περ. Εξώπολις, τ. 24, Χειμώνας 2010-11, σ. 134-136.

[11]. Βλ. Εφημερίδα Καθημερινή, Ένθετο Επτά Ημέρες, του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου «Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα», 5 Δεκ 1999, σ. 31.

[12]. Βλ Εφημερίδα «Παλμός του Έβρου», Νοέμβριος 1982, Ένα πνευματικό κεφάλαιο, σ. 2.

[13]. Βλ. Μαρκόπουλος Γιώργος, «Ιάσων Ιωαννίδης: Ποίηση υψηλοτάτης ηθικής υποστάσεως», Περ. Εξώπολις, τ. 24, Χειμώνας 2010-11, σ. 131-133.

[14]. Βλ Χρίστου Ρουμελιώτακη, περιοδικό «Απόψεις» Μάιος 2000, σ. 6

[15]. Βλ. Αρσαμότη, περιοδικό Εφημερίδα «Ιωνική» στήλη «Πνευματικά Θέματα», Ιάσων Ιωαννίδης, σ. 2.

[16]. Βλ. Κώττη Αγγελική, «Ο Εβρίτης ποιητής Ιάσων Ιωαννίδης», Περ. Εξώπολις, τ. 24, Χειμώνας 2010-11, σ. 134-136.

[17]. Βλ. lavart.gr, «Ο ποιητής που δε γνωρίσαμε ποτέ και τα ποιήματά του που έπρεπε να ξέρουμε».

[18]. Βλ. Τάσος Λειβαδίτης, Τα νέα βιβλία, Ιάσωνος Ιωαννίδη, Φωνές από την πέτρα και τον άνεμο, askiarchives.eu.

[19]. Βλ. Νικηφόρος Βρεττάκος, Ιάσων Ιωαννίδης «Φλέβες ποταμού», περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 69-72, Σεπ-Δεκ 1960.

[20]. Βλ. Ε. Μαυρουδής, «Ιάσ. Ιωαννίδη, Φλέβες ποταμού, ποιήματα», περ. Νέα Πορεία, τ. 83-84, Ιαν – Φεβ 1962, σ. 49.

[21]. Βλ. Εφ. Αυγή, Κριτική της ποίησης, Δύο βιβλία ένα πρόβλημα, Ιάσονα Ιωαννίδη : «Απ το υπόγειο» Θανάση Κωσταβάρα : «Κατάθεση», 13 Νοε 1965.

[22]. Βλ. Εφ. Καθημερινή, Σπύρος Κατσίμης, Ιάσων Ιωαννίδης Μοίρα και διέξοδος, 4 Ιαν 1979

[23]. Βλ Εφ. Ριζοσπάστης, Τέχνη και Πολιτισμός, Ιάσων Ιωαννίδης ¨Γραφή¨, Ν. Κυτόπουλος, 14 Ιαν 1983, σ. 4.

[24]. Βλ. Πολιτικά Θέματα, Τα «Άπαντα» μιας προδομένης γενιάς, Κώστας Κοβάνης, 10 Μαρ 1983, σ. 4.

[25]. Βλ. Αρσαμότη, περιοδικό Εφημερίδα «Ιωνική» στήλη «Πνευματικά Θέματα», Ιάσων Ιωαννίδης «Γραφή», σ. 2.

[26]. Βλ. Εφ. Ελεύθερος, Η νεότερη ποιητική συλλογή του Ιάσονα Ιωαννίδη με τον τίτλο : «Πορεία και Χρόνος, Θ.Μ. Πολίτης, 1 Ιουλ 1988.

[27]. Βλ. Εφ. Ριζοσπάστης, Ιάσων Ιωαννίδης «Σήματα Ζωής», Ευγενία Ζωγράφου, 30 Δεκ 1999, σ. 22.

[28]. Βλ. Εφ. Προοδευτική Εύβοια, Η ποιητική Μετάληψη του Ιασ. Ιωαννίδη, Κώστας Κοβάνης, 24 Φεβ 2005.

[29]. Βλ. Ιωάννη Σαρσάκη, Βασίλειος Σιναπίδης ο βραβευμένος ευπατρίδης Διδυμοτειχίτης λογοτέχνης, kastropolites.com.

[30]. Βλ. Εφημερίδα Αυγή 10-10-1964, μιλήστε για το έργο σας και για τα μελλοντικά σχέδιά σας, συνέντευξη του Ιάσονα Ιωαννίδη, askiarchives.eu.

[31]. Βλ. Εφημερίδα Εξόρμηση 28 Μαΐου 1995, Ο Σοσιαλισμός σκάβει λαγούμια και συλλογιέται, ο λογοτέχνης Ιάσων Ιωαννίδης μιλά στον Παν. Καραβασίλη.

[32]. Βλ. Εφημερίδα του Δήμου Διδυμοτείχου «Εν Διδυμοτείχω» Δεκέμβριος 2010 αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ρζοσπάστης».

ΙΑΣΩΝ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ ιωαννιδης διδυμοτειχο εβρου θρακης αμοριο μακρονησος εξορια σαμοθρακη χριστος ικαριας ικαρια εβρος θρακη διδυμοτειχιτης ποιητης ποιηση ποιητες θραξ θρακας θρακιωτης Παουντ ελιοτ γαλλικα Σελιν Ταξιδι στα περατα του κοσμου ανθολογια Πορφυρης, Ρενος Αποστολιδης, Κοκκινης, Παναγιωτουνης

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Έκθεση ΤΑΚΗ ΣΙΔΕΡΗ “Παραμυθίες”

Η Γκαλερί «Έρση» την Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026, παρουσιάζει...

Σχέση Περσεφόνης με τον Κούρο Δία και τους γονείς του Ζαγρέα – Και η Αρπαγή της από τον Άδη

Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γ. Λεκάκης Στὴν Ἑλληνικὴ Μυθολογία,...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form