Της δικηγόρου Αριάδνης Νούκα
Η διεκδίκηση κλεμμένων αρχαιοτήτων δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό αίτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα ηθικό αλλά και ζήτημα δικαίου.
Αφορά την σχέση μεταξύ κυριαρχίας, πολιτιστικής ταυτότητας και διεθνούς έννομης τάξης.
Το βιβλίο της κ. Μαρίας Βέργου “Η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς: Αστικολογική και διεθνολογική προσέγγιση”, το οποίο εδράζεται στη διδακτορική της διατριβή, και προκάλεσε την σημερινή εκδήλωση με θέμα την νομική διεκδίκηση των κλεμμένων αρχαιοτήτων δεν περιορίζεται σε μια περιγραφική αποτύπωση του ισχύοντος πλαισίου. Τοποθετείται. Και το κάνει με νομική ακρίβεια, επιχειρώντας κάτι ιδιαίτερα φιλόδοξο: να αρθρώσει μία ενιαία θεωρία διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τη συναρμογή αστικού δικαίου, διεθνούς δικαίου, διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η πρώτη θεμελιώδης θέση που αναπτύσσεται είναι ότι τα μνημεία δεν υπάγονται στην κλασική λογική της συναλλακτικής κυκλοφορίας. Είναι δημόσια αγαθά αυξημένης θεσμικής πυκνότητας.
Το ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο ιδίως το άρθρο 24 θεμελιώνει αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Ο ν. 4858/2021 συστηματοποιεί αυτή την προστασία. Δεν θεσπίζει απλώς περιορισμούς. Καθιερώνει διαφορετικό οντολογικό καθεστώς Τα μνημεία είναι εκτός συναλλαγής, κοινόχρηστα και υπηρετούν δημόσιο σκοπό. Η κυριότητα του κράτους δεν είναι ιδιωτικού τύπου. Είναι θεσμική ευθύνη διαφύλαξης.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΙΑΣ, ΕΔΩ.
Η ανάλυση, όμως προχωρεί βαθύτερα: Η κυριότητα επί μνημείου δεν είναι κλασική εμπράγματη εξουσία. Είναι θεσμική αρμοδιότητα διαχείρισης δημοσίου αγαθού, που φέρει υποχρεώσεις.
Η έννοια της νομής και κατοχής μετασχηματίζεται υπό το βάρος:
- της αυταξίας του μνημείου
- της αρχής της ισότιμης πρόσβασης
- της διαγενεακής ευθύνης
Το μνημείο δεν εξυπηρετεί τον κύριο. Ο κύριος υπηρετεί το μνημείο.
Αποδομείται έτσι η λογική ότι η κατοχή γεννά νομιμότητα.
Στο πεδίο της πολιτιστικής κληρονομιάς, η κατοχή δεν αρκεί για τη θεμελίωση τίτλου ούτε θεραπεύει τυχόν ελάττωμα κυριότητας, ιδίως όταν πρόκειται για μνημεία που, κατά το δίκαιο του κράτους προέλευσης, ανήκουν εκ του νόμου στο Δημόσιο
Από αυτήν την θέση απορρέουν όλες οι συνέπειες για την διακίνηση, τον επαναπατρισμό και την επανένωση.
Η διεθνής αγορά αρχαιοτήτων επί δεκαετίες λειτούργησε με τη λογική της “καλής πίστης” του αγοραστή. Η μελέτη δείχνει ότι αυτή η λογική δεν μπορεί πλέον να σταθεί..
Το κρίσιμο δογματικό σημείο του έργου είναι ότι η νομιμότητα της διακίνησης δεν κρίνεται από το δίκαιο του τόπου συναλλαγής, αλλά από τη νομοθεσία του κράτους προέλευσης.
Η αρχή αυτή αποτυπώνεται στη Σύμβαση της UNESCO του 1970, η οποία εγκαθιδρύει υποχρέωση των κρατών να λάβουν μέτρα κατά της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης πολιτιστικών αγαθών..
Επισημαίνεται:
- η υποχρέωση ελέγχου νόμιμης προέλευσης
- η αρχή της δέουσας επιμέλειας
- η καθοριστική σημασία της νομοθεσίας του κράτους προέλευσης
Η δέουσα επιμέλεια αναλύεται ως αυστηρό νομικό πρότυπο συμπεριφοράς που περιλαμβάνει
- έλεγχο πιστοποιητικών εξαγωγής
- έρευνα σε μητρώα κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών
- αξιολόγηση τιμήματος και συνθηκών απόκτησης
Η εφαρμογή αυτών των αρχών από τα δικαστήρια, όπως στην υπόθεση Sotheby’s κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας (Εφετείο ΗΠΑ, 9.6.2020), όπου αναγνωρίστηκε το έννομο συμφέρον και το δικαίωμα της Ελληνικής Δημοκρατίας να προσφύγει δικαστικά προς προστασία μνημείου που, κατά την εθνική της νομοθεσία, αποτελεί δημόσιο αγαθό καταδεικνύει ότι η προστασία των μνημείων μετατρέπεται σε ζήτημα διεθνούς έννομης τάξης.
Το μήνυμα είναι σαφές. Η διεθνής διακίνηση πολιτιστικών αγαθών προϋποθέτει αποδεδειγμένη νόμιμη προέλευση κατά τη νομοθεσία του κράτους προέλευσης. Ελλείψει αυτής, η νομιμότητα της συναλλαγής τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση και μπορεί να γεννήσει αξιώσεις επιστροφής.
Και ακριβώς εδώ θεμελιώνεται η δυνατότητα νομικής διεκδίκησης από το κράτος προέλευσης. Όταν η προέλευση δεν αποδεικνύεται, ανοίγει ο δρόμος για αξιώσεις επαναπατρισμού ενώπιον δικαστηρίων ή μέσω διεθνών μηχανισμών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις διεθνείς δημοπρασίες. Οι δημοπρασίες παρουσιάζονται συχνά, ως ουδέτεροι εμπορικοί θεσμοί.
Στην πράξη, όμως, μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός «εξαγνισμού» αμφίβολης προέλευσης αντικειμένων.
Στην πραγματικότητα αποτελούν συχνά το σημείο στο οποίο ενεργοποιείται η νομική διεκδίκηση των κρατών προέλευσης, καθώς η δημόσια εμφάνιση ενός αντικειμένου επιτρέπει την ταυτοποίησή του και την άσκηση αξιώσεων επιστροφής.
Στο ελληνικό δίκαιο, τα αρχαία μνημεία ανήκουν στο Δημόσιο εκ του νόμου.
Δεν αποκτώνται με καλή πίστη. Δεν μεταβιβάζονται χωρίς κρατική άδεια.
Επομένως, όταν αρχαιότητες εμφανίζονται σε διεθνείς δημοπρασίες χωρίς αποδεδειγμένη νόμιμη εξαγωγή δεν πρόκειται για απλή εμπορική πράξη αλλά για διακίνηση ενδεχομένως δημοσίου αγαθού άλλου κράτους.
Η καλή πίστη δεν τεκμαίρεται. Αποδεικνύεται. Και όπου δεν αποδεικνύεται, γεννάται συνευθύνη:
- αστική ευθύνη επιστροφής και αποζημίωσης,
- ενδεχόμενη ποινική ευθύνη σε ορισμένες έννομες τάξεις,
- διεθνής ευθύνη για συμμετοχή σε παράνομη διατήρηση κατάστασης.
Τα μουσεία, επίσης, δεν είναι ουδέτεροι αποδέκτες.
Η έκθεση αντικειμένου αμφίβολης προέλευσης δεν θεραπεύει τυχόν νομικό ελάττωμα, πλην όμως μπορεί να του προσδώσει θεσμικό κύρος και να δημιουργήσει την εντύπωση κανονικότητας της κατοχής.
Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι επενδυτικό προϊόν.
Και η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί, ως παράλληλο σύστημα κανόνων.
Η συγγραφική συμβολή προχωρά ακόμη πιο πέρα. Συνδέει τον επαναπατρισμό με το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή
Το δικαίωμα αυτό, κατοχυρωμένο σε διεθνή κείμενα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν εξαντλείται στην αφηρημένη πρόσβαση στον πολιτισμό. Προϋποθέτει την διατήρηση των μνημείων στον τόπο καταγωγής τους, όπου φέρουν ιστορικό, κοινωνικό και ταυτοτικό νόημα.
Η αρχή της ακεραιότητας των μνημείων επιβάλλει:
- ενότητα
- αδιαίρετο χαρακτήρα
- επανένωση διαμελισμένων τμημάτων
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελούν τα γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.
Δεν πρόκειται για αυτόνομα έργα τέχνης. Είναι αποσπασμένα τμήματα ενιαίου αρχιτεκτονικού συνόλου. Η αρχή της ακεραιότητας επιβάλλει επανένωση.
Η σχετική νομολογία του Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει αναγνωρίσει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υποχρέωση επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που αφαιρέθηκαν κατά παράβαση διεθνούς δικαίου, ιδίως σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης.
Η προσέγγιση αυτή μετατοπίζει το ερώτημα από το «αν πρέπει» στο «πώς θεμελιώνεται νομικά».
Τέλος, η ανάλυση δεν περιορίζεται στη διακίνηση. Εξετάζει την καταστροφή και αλλοίωση μνημείων ως πιθανή μορφή πολιτισμικής γενοκτονίας.
Η εξάλειψη πολιτιστικών στοιχείων:
- διακόπτει ιστορική συνέχεια,
- αποκόπτει λαούς από τις ρίζες τους,
- λειτουργεί ως μέσο επιβολής νέας ταυτότητας.
Η διεθνής νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι η συστηματική καταστροφή πολιτιστικών και θρησκευτικών μνημείων μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη γενοκτονικής πρόθεσης, ιδίως όταν εντάσσεται σε ευρύτερο σχέδιο εξάλειψης της ταυτότητας συγκεκριμένης ομάδας.
Η συστηματική καταστροφή μνημείων στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αναλύονται ως πράξεις με βαθιά συμβολική και νομική διάσταση και εγείρουν ζητήματα παραποίησης μνημείου και αλλοίωσης πολιτιστικής ταυτότητας.
Δεν επρόκειτο επομένως για απλές πολιτιστικές επιλογές. Είναι πράξεις με βαθιά συμβολική και νομική βαρύτητα.
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο απαγορεύει την καταστροφή πολιτιστικών αγαθών.
Το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων προστατεύει την πολιτιστική ταυτότητα.
Όταν τα δύο αυτά πεδία λειτουργούν σωρευτικά συγκροτούν πλέον ένα ενιαίο προστατευτικό πλέγμα.
Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης διεθνούς υποχρέωσης, τα κράτη οφείλουν να μην αναγνωρίζουν την παράνομη κατάσταση και να μην συνδράμουν στη διατήρησή της.
Η πολιτιστική εξάλειψη δεν είναι δευτερεύον ζήτημα.Είναι όριο ισχύος.
Η μεθοδολογική πρωτοτυπία της συγγραφικής αυτής προσέγγισης επιτυγχάνει κάτι ουσιαστικό.Δεν αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά αποσπασματικά.
Συνθέτει τους επί μέρους κλάδους του δικαίου σε μια συνεκτική θεωρία διαφύλαξης. Δεν περιορίζεται στην ερμηνεία κανόνων.
Εφαρμόζει ολιστική μεθοδολογία:
- συνθέτει εσωτερικό και διεθνές δίκαιο
- λαμβάνει υπόψη κανόνες ηπίου δικαίου
- εξετάζει την διαμόρφωση εθιμικών κανόνων
Και καταλήγει σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα. Η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι μόνο κρατική αρμοδιότητα. Είναι κοινό συμφέρον της ανθρωπότητας.
Ολοκληρώνοντας, η συγγραφική συμβολή επιτυγχάνει τρία σημαντικά πράγματα:
- Επαναπροσδιορίζει τη νομική φύση των μνημείων.
- Εντάσσει τον επαναπατρισμό στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- Θεμελιώνει την συζήτηση περί ανάδυσης διεθνούς εθιμικού κανόνα επανένωσης μνημείων.
Η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν είναι απλώς πολιτιστική πολιτική αλλά νομική επιταγή και κοινό συμφέρον της ανθρωπότητας.
Και όταν μνημεία αποσπώνται ή διακινούνται παράνομα, η προστασία τους δεν είναι μόνο καθήκον. Είναι και δικαίωμα νομικής διεκδίκησης.
ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 7.3.2026.
διεκδικηση κλεμμενων αρχαιοτητων πολιτιστικο αιτημα ζητημα ηθικο δικαιου Νουκα αρχαιοκαπηλια
