Του Γιώργου Λεκάκη
Η νεοελληνική λέξη παλληκάρι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη πάλληξ / πάλλαξ, που σημαίνει βούπαις, δηλ. νέος, δυνατός σαν βους! Εσήμαινε επίσης τον ἔφηβο. O πάλλαξ (του πάλλακος) = ἀντίπαις, μελλέφηβος. Ο παλλακός, το παλλάκιον = μειράκιον – ΠΗΓΗ: Αιλ. Διον. Fr.172. Ἀμμών. p.37 V. Αρ. Βυζ. ap. Γελλ. 4.3. επιγραφή Σάμου (GDI 5704.7, 3ος / 2ος αι. πΧ), Εὐστ. 84.42, 763,20, 1419.50. 1742.37. Ησύχ. Κορν. ND20.
- ΔΕΙΤΕ σχετικό βίντεο του Γ. Λεκάκη, ΕΔΩ.
Παλλάς είναι το πυθαγόρειο όνομα για τον αριθμό πέντε – ΠΗΓΗ: Θεολ. Αρ. 32. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης “Ο κοσμος του 5”.
Με το όνομα Πάλλας μας είναι γνωστοί πολλοί δυνατοί ήρωες στην ελληνική μυθολογία:
- Ο Πάλλας ήταν ένας από τους Γίγαντες, της Γαίας, γεννημένος από το αίμα του ευνουχισμένου Ουρανού. Στην κοσμική μάχη των Γιγάντων με τους Ολύμπιους θεούς, γνωστή ως Γιγαντομαχία, τραυματίστηκε από την θεά Αθηνά, η οποία χρησιμοποίησε το δέρμα του σαν ασπίδα – η οποία έκτοτε έγινε η ασπίδα / αιγίδα της. Έτσι επήρε το επίθετο Παλλας. Η θεά Αθηνά, εχρησιμοποίησε το δέρμα του για τον μανδύα της! Επίσης, ένας άλλος, από τους σκοτωμένους Γίγαντες, που ονομαζόταν επίσης Πάλλας, ήταν ο πραγματικός πατέρας της θεάς Αθηνάς, ο οποίος είχε προσπαθήσει να την βιάσει. Γι’ αυτό και η θεά τον σκότωσε και φρόντισε να ξεχαστεί η ιστορία. Ο Πάλλας ήταν ένας από τους πολλούς γίγαντες που πέτρωσαν από την ασπίδα το γοργόνειο της Αθηνάς. – ΠΗΓΗ: Ησ.Θεογ. 185. Υγ. Fabulae. Αγνωστο έργο του Επιχαρμου. Κλαυδιανός (Λατίνος ποιητής του 4ου αιώνα μ.Χ.) “Γιγαντομαχία”, 91–103. Απολλόδ., 1.6.2. Λεξικο ΣΟΥΔΑΣ. Ευρ. Ίων, 987–997. Κικ. De natura deorum 3.59. Κλήμης Αλεξ. Προτρ. 2.28.2.
- Άλλος Πάλλας ήταν γίγαντας γιος του Τιτάνα Κριού και της Ευρυβίας, αδελφός του Αστραίου και του Περσέα, σύζυγος της Στυγος, πατέρας του Ζήλου, της Νίκης, του Κράτους, της Βίας, της Σκύλλας, της Βρύσης και της Λίμνης. Ο Τιτάν θεός της πολεμικής τέχνης και της εποχής της εαρινής εκστρατείας. – ΠΗΓΗ: Ησίοδος, Υγίνος.
- Άλλος Πάλλας (του Μεγαμήδη) ήταν πατέρας της θεάς του φεγγαριού Σελήνης – ΠΗΓΗ: Ομηρικός Ύμνος στον Ερμή.
- Άλλος Πάλλας ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας των Αθηνών, γιος του Πανδίονος Β΄ και της Πυλίας (της κόρης του βασιλέως των Μεγάρων Πύλας). Είχε 50 γιους, τους Παλλαντίδες. Εξορίσθηκε στην Αρκαδία, όπου ίδρυσε δυναστεία, στην οποία ανήκαν ο Εύανδρος, κ.ά. Αυτός ίδρυσε πόλη του Παλλάντιον στην Αρκαδία, την Πελλήνη στην Αχαΐα, κ.ά.
- Άλλος Πάλλας ήταν δισέγγονος του προηγούμενου (γιος του Ευάνδρου), επώνυμος ήρωας του Παλλαντίου Ρώμης και ένας από τους Αινειάδες (συντρόφους του Αινεία). Συμμετείχε στον πόλεμο κατά του Τούρνου στην Ιταλία. Έκτισε τον πρώτο οικισμό στην Ρώμη, με πέτρινα μέγαρα, που εξ αυτού ονομάσθηκαν παλλάτια (γι’ αυτό και η λέξις παλλάτι / pallas / pallace γράφεται επίσης με δυο λ). – ΠΗΓΗ: Βιργίλιος .
Πιθανόν η ελληνική λέξις παλλάς να είναι ακόμη αρχαιότερη και από τον Όμηρο (πρωτοελληνική / πελασγική ελληνική), και να εσήμαινε από τότε νεᾶνις.
Παλλάδα έλεγαν την παρθένο ιέρεια του Διός («τῷ Διί παρθένος ἱερᾱται, ἅς καλοῦσιν oἱ Ἕλληνες παλλάδας», Στράβ.).
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΠΑΛΛΑΔΟΣ, ΕΔΩ.
Παλλάς ήταν μια προσωνυμία της θεάς Αθηνάς (στον Όμηρο πάντα Παλλὰς Ἀθήνη / Παλλὰς Ἀθηναίη) ως «παρθένας ιέρειας», λατρευτικό επίθετο της θεάς Αθηνάς «παρὰ τὸ ἀναπεπάλθαι ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός», η πολιάοχος / πολιούχος των Αθηνών. Από αυτήν προέκυψε η σεβαστή λέξη παλλακή / παλλακίς / παλλακίδα, που είναι το νέον κοράσιον, η νεαρή γυναίκα που συμβιώνει με άντρα χωρίς, όμως, νόμιμο γάμο. Η παλλακὴ ἦτο συνήθως αἰχμάλωτος ἢ ἀργυρώνητος δούλη διακρινομένη ἀπό τε τῆς νομίμου συζύγου, καὶ ἀπὸ τῆς ἑταίρας. Όπως και η νόμιμη σύζυγος, δεν συνευρίσκεται περιστασιακώς μαζί του, όπως έκαναν οι πόρνες και οι ἑταῖρες. Η παλλακίδα / παλλακίς / πολλὰς κουριδίας γυναῖκας, πολλῷ δὲ πλεῦνας παλλακὰς – ΠΗΓΗ: Αντιφών 113.5. Αριστοφ. Σφ. 1353. Λυσ. 94,34. Δημ. 1386.20. EM 649.52. Ευστ. 84.43. Ἡρόδ. 1.135, 84., 2.130. Πλ. Κρ. 407a.
Παλλαντιάς / Παλλαντίς η Ηώ / Αυγή.
Πόλεις με το όνομα Πελλήνη οφείλονταν στην Παλλάδα ή στην Αργείτισσα Πελλήνη.
Η λέξις ετυμολογείται από το ρήμα πάλjω > πάλλω (= κραδαίνω, σείω, τινάζω – εξ ου η Παλλάς Αθηνά, η Πάλλουσα το δόρυ, που κραδαίνει τα όπλα της). Ἀπό αυτό: πάλη, παλαίω, παλλαδιον, πάλος (= κλῆρος πού πηδάει μέσα ἀπό τήν περικεφαλαία καθώς τήν κουνάει κάποιος), πάλμα, παλμός, παλμικός, πάλσις / ἀνάπαλσις, παλτός (= αὐτός πού πάλλεται), παλτόν (τό ἀκόντιο), παλύνω (= πασπαλίζω), ἰσοπαλής (= ἰσοδύναμος, ισοπαλος), παιπάλη καί πασπάλη, πήληξ (= κράνος / πηλικιο), ἀντίπαλος, αλλά και πώλος (= νεαρό άλογο, πουλάρι) που μτφ. σημαίνει νεαρό αγόρι και κορίτσι.
- ΔΕΙΤΕ και το σχετικό βίντεο του Π. Τερπάνδρου Ζαχαρίου, ΕΔΩ.
Από την ελληνική λέξη προέκυψε η λατινική paelex / pallaca (= παλλακίς), Palladium, Pallas, μέσω της ετρουσκικής ελληνικής γλώσσας. Και ακολούθως η εβραϊκή pileges / pillegesh (= παλλακίδα), ιρανική / αβεστ. pairika (= διαβολική γυναίκα που αποπλανά με μάγια), περσ. pan, κλπ.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Λεξικο παραδοσεων». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.1.1999.
πως γραφεται η λεξη παλληκαρι γραφη ορθογραφια Λεκακης ετυμολογια παλληκαριου παλικαριου παλικαρι νεοελληνικη λεξις αρχαια ελληνικη παλληξ / παλλαξ, βουπαις, νεος, δυνατος βους βοδι εφηβος. αντιπαις, μελλεφηβος παλλακος, παλλακιον μειρακιον επιγραφη Σαμου, σαμος 3ος / 2ος αιωνας πΧ Ησυχιος Ευστασθιος αμμωνιος Παλλας πυθαγορειο ονομα 5 πεντε Θεολουμενα Αρισθμητικη παλλας αρχαιοτερη ομηρος πρωτοελληνικη πελασγικη ελληνικα νεανις παρθενος ιερεια Διος, παλλαδα τω Διι παρθενα ιεραται,αρχαιοι ελληνες παλλαδας Στραβων προσωνυμια επιθετα θεας Αθηνας αθηνη αθηναιη παρθενια λατρευτικο επιθετο θεα Αθηνα αναπεπαλθαι κεφαλη κεφαλι θεος Διας ζευς πολιαοχος / πολιουχος Αθηνων σεβαστη παλλακη παλλακις παλλακιδα, νεο κορασιον, κορασιο κορη κοριτσι νεαρη γυναικα συμβιωση αντρας ανδρας χωρις νομιμος γαμος αγαμη αγαμος αιχμαλωτος αργυρωνητος δουλη δουλεια νομιμη συζυγος αταιρα ερωτικη συνευρεση πορνη Πλατων Κρατυλος ρημα παλλω παλjω κραδαiνω, σειω, τιναζω παλλουσα δορυ, οπλα οπλο παλη, παλαιω, παλος κληρος περικεφαλαια παλμα, παλμος, παλμικος, παλσις, αναπαλσις, παλτος παλλομαι παλτον, παλτο ακοντιο παλυνω πασπαλιζω ισοπαλης ισοπαλος ισοδυναμος παιπαλη πασπαλη, πηληξ κρανος πηλικιον αντιπαλος, πωλος νεαρο αλογο, ιππος πουλαρι αγορι κοπελλα κοπελα πολλας κουριδια παλλακας ηροδοτος αριστοφανης αντιφων λατινικη paelex / pallaca παλλαντιουμ Palladium, Pallas, ετρουσκικη γλωσσα εβραικη pileges / pillegesh ιρανικη αβεστα διαβολικη αποπλανηση μαγια περσικη παν pan, Λεκακης Λεξικον Παλλαντιας Παλλαντις ηω Αυγη πολις ονομα πολη Πελληνη Αργειτισσα Πελληνη αργος εγκελαδος ερυθρομορφη κυλικα κυλιξ 6ος αιωνας πΧ μουσειο λουβρου λουβρο δυνατος ηρωας ελληνικη μυθολογια Γιγαντες, γιγαντας γιγας Γαια αιμα ευνουχισμος Ουρανος κοσμικη μαχη Γιγαντων Γιγαντομαχια Ολυμπιοι θεοι τραυμα δερμα ασπιδα αιγιδα ασπις μανδυας πατερας βιασμος φονος πατροκτονια πετρωμα απολιθωση γοργονειο Αθηνας Ησιοδος Υγινος αγνωστο εργο Επιχαρμος Κλαυδιανος Λατινος ποιητης 4ος απολλοδωρος Λεξικο ΣΟΥΔΑΣ ευριπιδης Κικερων Κλημης Αλεξανδρειας Τιτανας Κριος κρειος τιταν Ευρυβια αστραιος Περσεας, περσευς Στυγα στυγξ Ζηλος Νικη Κρατος, Βια Σκυλλα Βρυση λιμνη πολεμικη τεχνη εποχη εαρινη εκστρατεια εαρ Μεγαμηδης φεγγαρι Σεληνη ομηρικος υμνος ερμη ερμου ερμης βασιλικη οικογενεια Αθηνων, Πανδιονας Β Πανδιων Πυλια βασιλευς βασιλιας Μεγαρα Πυλας πενηντα 50 γιοι Παλλαντιδες εξορια Αρκαδια, ιδρυση δυναστεια, Ευανδρος, Παλλαντιον Παλλαντιο Αχαια, επωνυμος ηρως Ρωμη Αινειαδες συντροφος Αινειας πολεμος Τουρνος Ιταλια πρωτος οικισμος Ρωμης, πετρινο μεγαρο ονομα παλλατι παλατι / pallas / pallace Βιργιλιος πρωτοελληνικα πελασγοι ελληνικα
