ΓΝΩΜΙΚΑ και ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ στην ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ Κοκκινιάς Θεσπρωτίας
Αλφαβητικώς:
Ο άνθρωπος πίνει κρασί, το βόι πίνει νερό και το φίδι πίνει γάλα.
Ο βρεμένος την βροχή δεν σκιάζεται.
Ο διάολος έχει πολλά ποδάρια
Ο ήλιος δίνει για όλον τον κόσμο.
Ο Θεός κι ο γείτονας.
Ο κάβουρας στην τρύπα του, μεγάλος νοικοκύρης.
Ο καλός καλό δεν βλέπει.
Ο κάλπικος παράς ποτέ δεν χάνεται.
Ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται.
Ο κόρακας δεν κάνει περιστέρι.
Ο κόσμος το ’χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι.
Όλα γένονται, μονάχα τα γένεια του σπανού δεν γένονται.
Όλα κακοπερνάν σε ξένα χέρια, μονάχα η γυναίκα καλοπερνάει.
Όλα τα γουρούνια την ίδια μύτη έχουν.
Όλα τα δάχτυλα δεν είναι όμοια.
Όλα τα σκεπάζει η νύχτα.
Όλοι κλαιν το χάλι τους κι ο μυλωνάς τ’ αυλάκι του.
Όλοι όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια.
Όλους να τς’ ακούς κι από την γνώμη σου μη βγαίνεις.
Ο λόγος οπ’ ακούγεται, έχει τορό αλήθεια.
Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται.
Ο λύκος την τρίχα αλλάζει, την γνώμη δεν την αλλάζει.
Ο όμοιος τον όμοιό του κι η κοπριά στα λάχανα.
Ο Νάχας και ο Τάχας ήταν αδέρφια.
Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύονταν.
Ο νιος έχει τα νειάτα κι ο γέρος την αρμάτα.
Οντά ’πρεπε δεν έβρεχε και τον Μάη χιόνιζε.
Ο παπάς από την πόλη η παπαδιά του μολογάει.
Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται.
Όποιος ανακατώνεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες.
Όποιος βγαίνει όξω κάτι βρίσκει και τρώει, όποιος κάθεται μέσα κάτι βγαίνει και τον τρώει.
Όποιος βιάζεται σκοντάφτει.
Όποιος δεν έχει μελό / μυαλο έχει ποδάρια.
Όποιος δεν παινεύει το σπίτι του, πέφτει και τον πλακώνει.
Όποιος έχη την μυΐγα μυιγιάζεται.
Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει όλη μέρα κοσκινίζει.
Όποιος περηφανεύεται γλήγορα ταπεινώνεται.
Όποιος ντρέπεται πολλά στερεύεται.
Όποιος σκάφτει τον λάκκο τ’ αλλουνού πέφτει ο ίδιος μέσα.
Όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά.
Όπου ακούς πολλά κεράσια πάρε και μικρό καλάθι.
Ο πόνος για τ’ αγγόνια είναι σαν ο πόνος του αγκώνα.
Όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει.
Όπως λάχει εμείς οι βλάχοι.
Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς.
Όπως σου λαλούν θα χορέψεις.
Ορμηνεύει η νορά το κεφάλι.
Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο μουσαφίρης.
Όσα φέρει η ώρα δεν τα φέρει ο χρόνος.
Ο σοϊλής, σοϊλής θα ’ναι κι ο διακονιάρης, διακονιάρης.
Όταν παίρνεις και δε βάνεις γλήγορα στον πάτο φτάνεις.
Όταν τζινάς το γομάρι, πορδές θ’ ακούσεις.
Όταν σ’ είχα στην σεντούκα δε μου τα ’κανες ετούτα.
Ότι ακούς στην γειτονιά σου ‘ παντεχέ το στην γωνιά σου.
Ότι κάνεις λάβεις, καρδιά μη σε πονέσει.
Ο τοίχος έχει αυτιά κι ο κάμπος μάτια.
Ο Τούρκος κι ο καλόγερος γλήγορα παίρουν μέρα.
Ούτε όλα του γιατρού, ούτε του πνευματικού.
Ο φόβος φυλάει τα έρμα.
Όχι αυγό μόνο αυγοζούμι.
Ο χορτάτος τον νηστικό δεν τον πιστεύει.
Παιδί παπά, διαόλου αγγόνι.
Παλιό άλογο καινούργια περβατησιά δεν βγάζει.
Παπάς δεμένος γράφει και ξεγράφει.
Πάρε γυναίκα από το σόι και σκύλα από κοπάδι.
Πάρ’ τον ένα και χτύπα τον άλλο.
Παρηγοριά στον άρρωστο, όσο να βγει η ψυχή του.
Πάρτε με κι ας κλαίω.
Πάρτε τον στον γάμο να σας πει «και του χρόνου».
Πάω να πω τον πόνο μου και λέω τις πομπές μου.
Πέντε βόγια δυο ζευγάρια.
Πέρα βρέχει.
Πέρσι έκλασε, φέτος βρώμισε.
Πέσε πάπα / πιτα να σε φάω.
Πές μου με ποιον πας, να σου πω ποιος είσαι.
Πέτος, γύφτος, βλάχος (και οι τρεις πολύ υπερηφανεύονται, κορδώνονται).
Πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος.
Πήγε για λαγό κι έβγαλε αρκούδα.
Πήρε ο κουτσός κατήφορο.
Πίνει η κότα το νερό και τηράει τον Θεό.
Ποιος δεν κουνάρησε παιδιά, δεν ξέρει από φαρμάκια.
Ποιος είδε τον χάρο και δεν φοβήθηκε.
Πολλοί γιατροί εκάθονταν στ’ αρρώστου το κεφάλι.
Πότε μήλα, πότε φύλλα.
Πού σ’ είδα, πού σε ξέρω, μωρ’ Φροσύνη, μωρ’ Αγγέλω.
Πρώτα βλάχε την ταή, θέλεις βάλε, θέλεις μη.
Πώς τα πας; Σαν παπάς.
Πώς παν τα παιδιά σου κόρακα; Όσο πάνε και μαυρίζουνε.
Ράβε ξήλωνε δουλειά να μη σου λείπει.
Σ’ αγαπώ κυρά να κλάνεις, μα να μην το παρακάνεις.
Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να ’χει ο πεθερός.
Σαν τέτοια παλιολάχανα, σαν τέτοιες βρακανίδες έχω κι εγώ στον κήπο μου 45 ρίζες.
Σειούνται τα δέντρα, σειούνται, σειούνται και τα κλαριά.
Σκότωνε ζουρλούς, πλέρωνε τζερεμέδες.
Σκυλί που δεν σε τρώει, ας αλυχτάει.
Σπίτι μου, σπιτάκι μου, κουτσοκαλυβάκι μου.
Στάζει η μύτη σου γαμπρέ. – Είναι από τον χειμώνα. – Σ’ είδαμεν και το καλοκαίρι.
Στην αναβροχιά καλό είν’ και το χαλάζι.
Στην μικρή την τούφα κρύβεται ο λαγός.
Στον πάτο ξιουρίζουν τον γαμπρό.
Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί.
Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.
Στους γκαβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος.
Συνεταιρικό το βόι, ο λύκος το τρώει.
Τ’ αδέλφια σκίζουν βουνά ώσπου ν’ ανταμωθούνε.
Τ’ άλογο που σ’ έριξε θα σε σηκώσει.
Τ’ απίδι κάτω από την απιδιά θα πέσει.
Τ’ απίδι πίσω έχει την ουρά.
Τ’ αυγά δεν αρμαθιάζονται.
Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου.
Τα μικρά δεν σ’ άρεγαν, τα μεγάλα γύρευες, τράβα γερογάιδαρε.
Τα παιδιά τα τρων τα μήλα κι οι γερόντοι τα μουδιάζουν.
Τα παιδιά ορφανεύουν από μάνα κι όχι από πατέρα.
Τα πολλά τα λόγια είναι φτώχεια.
Τα προγόνια είν’ περόνια.
Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
Τα ψηλά κεράσια δεν τα φτάνουν όλοι.
Την καρυδιά πό ’χει καρύδια πετροβολάνε.
Τήρα με το ένα μάτι να σε τηράξω με τα δυο.
Τση νύχτας τα καμώματα τα γλέπει η μέρα και γελάει.
Τέτοιο βαρέλι, τέτοιο κρασί.
Τ’ έχεις Γιάννη; Τ’ είχα πάντα και τα πρόβατα σαράντα.
Το γαίμα νερό δε γένεται.
Τον γαμπρό και το πεπόνι όποιος τα διαλέει λαθώνει.
Τι γυρεύει η αλουπού στο παζάρι;
Τι κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω.
Τι να σου θυμηθώ κρομμυδάκι μου, κάθε χαψιά και δάκρυ.
Τι σου ζήλεψαν κουρτέτσιω, τα ποδάρια τα σκασμένα.
Τον άρρωστο ρωτάν, τον νηστικό δεν τον ρωτάν.
Τ’ αψύ το ξύδι τ’ αγγείο του βλάφτει.
Το γινάτι βγάζει μάτι και το πείσμα κάνει πρήσμα.
Το γουδί το γουδοχέρι και τον κόπανο στο χέρι.
Το γύφτο τον έκαναν βασιλιά κι αυτός ονειρευόνταν τα κάρβουνα.
Το ζουρλό και τον χωριάτη ξένες έγνοιες τον γεράζουν.
Το καλό το παλληκάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι.
Το καλό το πράμα αργεί να γίνει.
Το κριτς και το μπριτς ταιριάζουν, αλλά τι να κάνωμε την βρώμα.
Τον λαγό τον βλέπομε, τον τορό γυρεύομε.
Το λουλούδι στον τόπο του μυρίζει.
Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό.
Το μικρομάθημα δεν μεγαλοαφήνεται.
Το ξέφραγο τ’ αμπέλι το τρυγάνε όλοι.
Το παιδί αργά ή γρήγορα θα την κάνει την τρέλλα του.
Το πολύ το «κύριε ελέησον» του βαρεί και του Θεού.
Το πρόβατο που ξεκόβεται απ’ το κοπάδι το τρώει ο λύκος.
Το πρώιμο πουλί λαλεί το όψιμο τσιουρίζει.
Το σκυλί εκεί που τρώει ψωμί αλυχτάει.
Του γιου σου τάξε ψέματα και του γαμπρού σου αλήθεια.
Του σοκακιάρη δεν του δείχνουν τα σοκάκια.
Του καλονοικοκύρη η γυναίκα απ’ τα μάγουλα φαίνεται.
Του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί.
Του τεμπέλη του μαγειρεύουν δυο τύχες.
Του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο.
Το χούι είναι από κάτου απ’ την ψυχή. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και κατόπι το χούι.
Τον χαμηλό τον τοίχο τον απηδάνε όλοι.
Το ψάρι απ’ το κεφάλι βρωμάει.
Τσαρούχι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο.
Τώρα βαρύναν τα ποδάρια και αλάφρυνε το κεφάλι,
Τώρα κι οι μύλοι χάρβαλο και το νερό κομμένο.
Φόρα, φόρα την μουτσούνα, ξέχασες τον εαυτό σου.
Φταίει το γομάρι και χτυπάνε το σαμάρι.
Φύλαε φίδι τον χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι.
Χατήρι του ενού, χατήρι τ’ αλλουνού, άφκα του άντρα μου χωρίς παιδιά.
Χύθηκε το λάδι; Δεν συμμαζώνεται.
Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει.
Ψόφησε το βόι, ξεσυμπεθεριάσαμαν.
Ψωμί κι ελιά στο σπίτι σου και γεια στην φαμελιά σου.
Ως εκεί που φτάνει το σκοινί θα πάρεις νερό με τον γκουβά.
ΠΗΓΗ: Ηλ. ΤΖΙΟΒΑΡΑΣ, δάσκαλος, εφημ. «ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΑΤΑ». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 13.3.2023.
ΓΝΩΜΙΚΟ ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ Κοκκινιας Θεσπρωτιας Ηπειρου ΓΝΩΜΙΚΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ Κοκκινια Θεσπρωτια Ηπειρος
