Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

13.2 C
Athens
Τρίτη, 27 Ιανουαρίου, 2026

Τα μαγικά του ελαίου – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη

Όλοι θυμόμαστε μια γυναίκα, συνήθως ηλικιωμένη, θεωρούμενη σεβαστή / ιερή / βάβω, ξεματιάστρα. Να παίρνει ελαιόλαδο (το οποίο φυλασσόταν σε ιερό χώρο – στο οικιακό εικονοστάσι) καθώς ξεματιάζει και να κάνει τα μαγικά της, λέγοντας τα μαγικά λόγια ενός ξορκιού.

Ιδού τι υπάρχει σχετικό, από παλαιά κείμενα, από παπύρους (P) και επιγραφές:

  • ἅψον λύχνον ἀπὸ ἐλαίου καθαροῦ – P II 146
  • πλήσας τὸν λύχνον χρηστοῦ ἐλαίου – P IV 1094 P VII 599 P XIII 11 P XIII 127 P XIII 684 SM 93 1 (fr. lac.)
  • λαβὼν λύχνον ἀμίλτωτον γέμισον ἐλαίῳ καθαρῷ – P IV 3191
    • – ἀμίλτωτον = αυτό που δεν επιχρίστηκε με μίλτο, δηλ. με νόσο που προσβάλλει τον σίτο και το κριθάρι.[2]
  • καιέσθω σησαμίνῳ ἐλαίῳ τὸ λύχνον – P VIII 88
    • – σησάμινον ἔλαιον / σησάμινον χρῖσμα = σησαμέλαιο, σουσαμόλαδο, από σουσάμι.
  • ἐπὶ τραπέζης … ἐχούσης τοὺς ζʹ λύχνους καιομένους λευκῷ ἐλαίῳ – P XII 25
  • χρηστῷ ἐλαίῳ λυχνίαζε καὶ κέδρῳ – P LXII 1
  • λαβὼν λύχνον ἀμίλτωτον σκεύασον διὰ βυσσίνου ῥάκους καὶ ῥοδίνου ἐλαίου ἢ ναρδίνου – P I 278 P VII 361 P VIII 86
    • – ῥοδινο ἐλαίον = ροδέλαιο, από ρόδα / τριαντάφυλλα,
    • ναρδίνο – ναρδέλαιο, από νάρδους. νάρδος (ἡ) = φυτόν τι καλούμενον καὶ νάρδου στάχυς ἢ ναρδόσταχυς, ἐν χρήσει πρὸς κατασκευὴν εὐώδους βαλσάμου ἢ μύρου τὸ αὐτὸ ὄνομα φέροντος, ἀνῆκον δὲ εἰς τὴν τάξιν Valerianaceae / βαλεριάναι. Λατ. nardus, nardostachyon, spica nardi – ΠΗΓΗ: Γαλην. Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9.7,2. Διοσκ. 1.6-8, Ἀνθ. Π. 6.250. Ἀρετ. Χρον. Νούσ. Θεραπ. 2.2. Ἄλεξις ἐν Ἀδήλ. 55. Sibth. Fl. Gr. 1.24.
  • τὸ δὲ σῶμα συνάλειψαι στυρακίνῳ ἐλαίῳ – P IV 1340
    • – στυράκινο < στύραξ = πεποιημένος ἐκ στύρακος, χρῖσμα στυράκινον, πεποιημένο ἐκ ξύλου τοῦ δένδρου στύρακος· ἀκοντίσματα – ΠΗΓΗ: Διοσκ. 1.79.Στράβ. 570.
    • – μνεία δενδρολατρείας – στα χριστιανικά χρόνια αντιγράφηκε ως τιμιο ξυλο.
  • λαβὼν ἔλαιον … ἄλειφε ἀπὸ τοῦ ἱεροοστέου μέχρι τῶν ποδῶν – P VII 211
  • ἔλαιον λαβὼν ἐπίλεγε τὰ ὀνόματα, εἶτα βρέξαι – P XII 191
  • ἔλαιον καλὸν καθαρὸν ῥαφάνινον ἐπίχεε παιδὶ ἀφθόρῳ γυμναζομένῳ – P II 55
    • – ῥαφανίδων ἔλαιον = έλαιο από ρεπάνια / ρεπανάκια. ΠΗΓΗ: Διοσκ. 1.45.
    • – άφθορος = άφθαρτος, αγνός.
  • ταῦτα τρίψας σὺν ἐλαίῳ σουσίνῳ – P I 249
  • λαβὼν ἔλαιον ὀμφακίζοντα μετὰ βοτάνης μαστιγίας καὶ λωτομήτρας ἕψει μετὰ σαμψούχου ἀχρωτίστου – P IV 3009
    • – ὀμφακίς, ἡ = ἡ κοίλη θήκη τῆς βαλάνου τῆς δρυὸς, ἐν χρήσει ὡς στυπτικὸν φάρμακον και παρὰ τοῖς βυρσοδέψαις. ΠΗΓΗ: Παῦλ. Αἰγ. 3.42.
    • – μαστιγία, η (< μάστιξ) = βοτάνη από την οποία μπορεί να γίνει μαστίγιο.[1]
    • – λωτομήτρα, ἡ = η ψίχα του καρπού διαφόρων ειδών λωτού.
    • – σάμψυχον / σάψυχο / σάμψουχον = το φυτό ορίγανον το αμάρακον, κοινώς ματζουράνα.
    • – ἀχρώτιστο = ἀχρωμάτιστο.
  • λαβὼν ἔλαιον καθαρὸν καὶ βωτάνην σεῦτλος καὶ κλῶνας ἐλαίας – P LXI 1 P LXI 4
    • – σεύτλος / τεύτλος = ζαχαροτευτλο, παντζάριΠΗΓΗ: Ηγήσανδρος, Αθ. 250 e
  • λαβὼν φιάλην λευκὴν πλῆσον ὕδατος καὶ ἐλαίου – P IV 3211 P IV 3250
  • κατέχων ἐπὶ τοῖς γόνασι σκεῦος, ἐπιβαλὼν ἔλαιον ὀμφάκινον – P IV 228
  • σπένδε γάλα, μέλι, οἶνον, ἔλαιον – P IV 2192
  • βάλε (τὸν δακτύλιον) εἰς κρίνινον ἔλαιον – P VII 632
    • – κρίνινον – μύρο από κρίνα.
  • ταῦτα δίωκε ἐπὶ φιάλης, εἰς ἣν βαλεῖς ἐλαίου χρηστοῦ κοτύλην αʹ – P LXII 39
  • λόγος … ἐν ποτηρίῳ χαλκῷ ἐπὶ ἐλαίου – P V 64
  • σὺ εἶ τὸ ἔλαιον, οὐκ εἶ δὲ ἔλαιον, ἀλλὰ ἱδρὼς τοῦ Ἀγαθοῦ Δαίμονος – P LXI 7 2
  • ἐξορκίζω πᾶν δῆγμα τοῦ διαβόλου θηρίων … διὰ τοῦ ἐλαίου τοῦ ἱεροῦ βαπτισμοῦ – C 12 7.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκάκης «Λεξικό παραδόσεων». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.7.2009.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

[1] μαστιγίας και ὁ μαστιζόμενος και ὁ μαστιγώσεως ἀεὶ δεόμενος, δοῦλος, οὐτιδανός, κακὸς ἄνθρωπος καὶ ἐλεεινός – ΠΗΓΗ: Σοφ. Ἀποσπ. 309, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1228, Βάτρ. 501, Πλάτ. Γοργ. 524C. Ἡσύχ.

[2] «νόσος τις ἐξ ἀέρος ἐπιγιγνομένη τοῖς φυτοῖς καὶ καρποῖς», ἰδίως προσβάλλουσα τὸν σῖτον, ἔτι μᾶλλον τὴν κριθήν. ἐρυσίβη = και σαπρότης. «ἐρυσίβη, θηρίδιόν τι ἐν τῷ σίτῳ γινόμενον, ὃ λυμαίνεται τὸν καρπόν. τινὲς νόσον ἐπιγινομένην τοῖς σπέρμασι. ἢ ἡ κονιορτώδης φθορὰ τοῦ σίτου». Ἐκ τοῦ ἐρυθρός, ως ο μίλτος. Λατ. robigo. ΠΗΓΗ: Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 5.22,3. Ἡσυχ. Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 14,14 και 3.22,2. Ὀρφ. Λιθ. 594. Πλάτ. Πολ. 609Α και Συμπ. 188Β. Λεξικο ΣΟΥΔΑ.

μαγικα ελαιου ελαιο ελαιον Λεκακης βασκανια, κακο ματι γητεια μαγικο ελαιολαδο γυναικα ηλικιωμενη, σεβαστη ιερη ξεματιαστρα ξεματιασμα μαγεια λογια ξορκι αρχαια κειμενα παπυρος επιγραφη αψον λυχνον ελαιου καθαρο πλησας λυχνος χρηστο αμιλτωτο αμιλτωτος επιχρισμα μιλτος σησαμινο σησαμινον χρισμα = σησαμελαιο, σουσαμολαδο σησαμι σουσαμι τραπεζα τραπεζι ζ 7 εφτα επτα λυχνοι καιομενος λευκο λυχνιαζω κεδρος βυσσινο ρακος ροδινο ναρδινο ροδελαιο, ροδο ροδον τριανταφυλλο ναρδελαιο ναρδος σωμα συναλειφω στυρακι στυρακινο < στυραξ στυρακας, ξυλο δενδρο ακοντισμα Διοσκοριδης Στραβων αλειφω αλοιφη ιεροοστεο ιεροοστεον ιεροοστουν ιερο οστο οστουν ποδι δενδρολατρεια χριστιανικα χρονια αντιγραφη τιμιον ξυλον ονοματα, ονομα βροχη καταβρεγμος καλον καθαρον ραφανινον παιδι αφθορο γυμναζομενο ραφανιδων ρεπανι ρεπανακι ραπανακι αφθορος αφθαρτος, αγνος τριψιμο σουσινο ομφακιζοντα βοτανη βοτανο μαστιγια λωτομητρα ψησιμο σαμψουχο αχρωτιστο ομφακις, κοιλη θηκη βαλανος δρυς, βαλανιδια βελανιδια χρηση στυπτικο φαρμακο βυρσοδεψης βυρσοδεψειο βυρσοδεια βυρσοδια Αιγινητης. μαστιγιο μαστιξ μαστιζομενος μαστιγωση αει δεομενος, δουλος, ουτιδανος, κακος ανθρωπος ελεεινος Σοφοκλης αριστοφανης Πλατων ησυχιος ψιχα καρπος ειδος λωτος σαμψυχον / σαψυχο / σαμψουχον φυτο Οριγανον το αμαρακον, ματζουρανα αχρωματιστο σαμψυχο / σαψυχον / σαμψουχο οριγανο το αμαρακο, μαντζουρανα χρωμα βωτανη σευτλος κλωνι κλωνος κλωναρι ελαια ελια παντζαρι Ηγησανδρος, φιαλη λευκη υδωρ γονατα γονατο σκευος, ομφακινον σπονδη γαλα, μελι, οινος, κρασι δακτυλιον κρινινον κρινινο μυρο κρινο κοτυλη λογος ποτηρι χαλκο χαλκινο ιδρως αγαθος Δαιμονας αγαθοδαιμονας εξορκιζω εξορκισμος δηγμα διαβολος θηριο ιερος βαπτισμος ιερο βαπτισμα μαστιγιο νοσος εξ αερος επιγιγνομενη φυτα φυτο καρποι προσβολη σιτος κριθη σαπροτης σιταρι κριθαρι σαπροτητα θηριδιο σπερμα κονιορτωδης φθορα ερυθρος, αριστελης ησυχιος Θεοφραστος ορφικα Λιθικα ορφεας ορφευς Πλατων Λεξικον ΣΟΥΔΑΣ τευτλος τευτλο φυτον ναρδου σταχυς ναρδοσταχυς, κατασκευη ευωδες βαλσαμο μυρο ονομα ταξη Valerianaceae / βαλεριαναι βαλεριανα λατινικα Γαληνος Θεοφραστος Φυτων Διοσκοριδης ανθολογια Παλλατιανη αλεξις αποτροπαικο αποτροπαικα 

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Ederlezi, το τραγούδι του αγίου Γεωργίου

Τρεις σπουδαίοι Έλληνες σολίστ, οι Στέλιος & Γιώργος Γκόλγκαρης...

Πού ήταν / είναι η αρχαία κρητική πόλη Δίκτα / Δείκτη, η Ιερά πόλις του Κούρου Δία; – Οι Ζήνες θεοί

Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου ΣΧΟΛΙΑ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Γιώργος Λεκάκης. Η Προκατακλυσμιαία Μυθολογική...

Το κολοσσικό πρόσωπο του Δενδρίτη Διονύσου

Από μαρμάρινο προσωπείο Διονύσου, σώζονται το άνω τμήμα του...

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, απ. 33: Νόμος και βουλή πείθεσθαι ενός

Το 33ο από τα 142 σωζόμενα αποσπάσματά του: Ηράκλειτος Βλύσωνος ο...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form