Search results for: μυκην

ΚΑΝΟΝΕΣ της ΚΑΔΜΗΙΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ, της ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β – του Γ. Λεκάκη

[…] ΟδρυFo. Ορέστης < Oreta. πάντα < pa-ta Πλευρών (πόλις της Αιτωλίας) δζε > ζε (λ.χ. Αθηναζε, κλπ.) πόλη / πτόλις < po-to-li πότνια < potinija πώλος < μυκην. poro = κάτι μικρό > αρχαίο υποκοριστικό πωλάριον > μσν. πουλάρι > λατ. pullus (= νεοσσός, πουλάρι) > γαλλ. poulain, αγγλ. pony, κλπ. > πουλάδα, πουλερικά, […]

Διαβάστε περισσότερα

Ο πανάρχαιος ναός της πρωτοθεάς Γαίας, που έγινε… Αγία Τριάδα Κουντουρά, στην Αχαΐα! – του Γ. Λεκάκη

[…] και του δωρικού Γᾶ / Δᾶ (> δάπεδο, δαμάτερ, Δήμητρα). Και τα δύο σημαίνουν Γη. Η λέξις είναι πρωτοοελληνικής καταγωγής.[1] Η ρίζα ga- ανιχνεύεται ακόμη και στα μυκηναϊκά ελληνικά Ma-ka (>Mag-ga Ma-ga[2], «Μα – Μητέρα Γαία», Γαία Μήτηρ), η πρωτοελληνική Μεγάλη Μητέρα θεά Μα. [Ακόμη και σήμερα λένε οι Έλληνες παροιμιωδώς, η «μάνα γη»]. Η […]

Διαβάστε περισσότερα

Πλοίο φορτωμένο χαλκό από την Κύπρο, πριν 3.600 χρόνια, προς Κρήτη, ναυάγησε στην Αττάλεια – Ευρέθη και κρητικό μαχαίρι – του Γ. Λεκάκη

[…] στον κόσμο, με εξαιρετική τεχνική και ιστορική σημασία! – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης “Άγνωστη Μικρά Ασία”. (*) Άλλωστε αυτό σημαίνει κύπρος = χάλκινη > λατ. cyprium > cooper, Cyprus, κλπ. < μυκην. kako [Αλλά και το δένδρο λαουσονία η άοπλος ή χέννα, αρωματικό φυτό, που φύεται ιδία σε Κύπρο, Συρία, Αίγυπτο]. αρχαιο Πλοιο χαλκος αρχαια Κυπρος, πριν 3.600 χρονια, […]

Διαβάστε περισσότερα

Διόνυσος, ο θεός που τα έχει… 400 – του Γ. Λεκάκη

[…] τους… Για περισσότερα:Νόννος «Διονυσιακά», κ.ά. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για τον ΔΙΟΝΥΣΟ, ΕΔΩ. [*] Διόνυσος / Διόννυσος ή και Διώνυσος ή και Δεύνυσος / Ζόννυσος (αιολ.), Διένυσος (IG12(7).78 Αμοργός) < Διόσνυσος < Δίας + Νύσα < Μυκην. δι-wo-nu-so, δι-wo-nu-so-jo, γεν. Diwonusoio, δοτ. diwonuso         >  Διώνυσος (Ιλ. 6.132. Ησ. Θ.947. Πίνδ. Ο.13.18. IG 7.3210.2 (Ορχομενός 3ος αι.)         > Διένυσος         > Ζόννυσος λεσβ. […]

Διαβάστε περισσότερα

ΣΠΑΝΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

[…] αρμέγω. Πρώτη φορά αναφέρεται τον 8ο αι. π.Χ. Έκτοτε αναφέρεται μόνον 147 φορές.  – ΠΗΓΕΣ: Όμηρος, Αισχύλος, Ευριπίδης, Ορφικοί ύμνοι. ……………………………………………………………             – βουκολικός (βουκολική, βουκολικόν) < μυκην. qo-u-ko-ro δωρ. βωκολικός = βουκόλος > βους + κόρος (= κούρος, φροντιστής) ή πέλομαι (> πέλος, πόλος) = τριγυρνώ, περιφέρομαι, βρίσκομαι, ασχολούμαι με […]

Διαβάστε περισσότερα