Του Γιώργου Λεκάκη
Ο μόρος (< ρήμα μείρομαι) = μοῖρα (η μαύρη μοίρα) είναι και ο νεκρός, το πτῶμα > λατ. mors. Ο Μόρος, ὡς μυθικὸν πρόσωπον, ήταν υἱὸς τῆς Νυκτός. – «τόνδε Μοῖρ’ ἐπόρσυνεν μόρον» (= «αυτή η Μοίρα επροκάλεσε τον θάνατο» – ΠΗΓΗ: Ησιοδου Θεογονία 211. Αἰσχύλ. Χο. 911. Ἀνθ. Π. 7.404. Propert. 2.10,22, Κικ. Mil. 32.
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ περισσότερα περί Μόρας:
Από την αρχαία ελληνική θεότητα τον Μόρο και την Μόρα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας και την ρίζα μορ-, μερ-, κλπ. προέκυψαν λέξεις, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σχετικές με την τριβή / φθορά, βλάβη, θάνατο και όντα υποκείμενα στον θάνατο:
- Στα παλαιοαγγλικά η λέξις mare (= incubus, εφιάλτης[*], τέρας, μάγισσα, μάγος), προέρχεται από τα mera / mære,
- από την Πρωτογερμανική λέξη maron (= ξωτικό, μέσα Κατωγερμανικά mar, Παλαιά ανωγερμανικά mara, γερμανικά Mahr,
- μέσα ολλανδικά mare,
- παλαιοσκανδιναβικά mara,
- βουλγαρικά / σερβικά mora,
- τσεχικά mura,
- πολωνικά zmora, κλπ.
Όλα σημαίνουν εφιάλτης[*]. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης: “Από τον Εφιάλτη των Θερμοπυλών, στον εφιάλτη, το κακό όνειρο”.
- Στα (νεα) ελληνικά η Μόρα (ο Μόρος) σημαίνει άραβας και, γενικά, Βορειοαφρικανός ή Ισπανός αραβικής καταγωγής, μαύρος < ιταλ. moro. Και μόρον / μοῦρον, το συκάμινον τὸ μέλαν, κλπ.
Την αρχαία ελληνική λέξη την συναντούμε και ως πρώτο συνθετικό της παλαιοϊρλανδικής λέξης Morrigain (= δαίμονας των πτωμάτων, βασίλισσα του εφιάλτη[*]), και ως δεύτερο συνθετικό στην γαλλική λέξη cauchemar (επίσης εφιάλτης[*], παλαιογαλλικά caucher = ποδοπατώ).
Η λέξη στα αγγλικά επιβιώνει πλέον μόνον στην λέξη nightmare. Γι’ αυτό η «αγγλική» λέξη nightmare είναι αρχαία ελληνική.
Στην αγγλικη πρωτοεμφανίζεται περί το 1300 μ.Χ. – δηλαδή 20 αιώνες σχεδόν μετά τον Ησίοδο!!! – και τότε εσήμαινε «ένα κακόβουλο θηλυκό πνεύμα, που ταλαιπωρούσε τους άνδρες (ή τα άλογα) στον ύπνο τους προκαλώντας αίσθημα μόρας / ασφυξίας».
Η «αγγλική» λέξις προέκυψε από την σύνθεση των λέξεων
- night (< αρχαία ελληνική νυξ > νύκτα) +
- mare (= μόρα, μάρα, καλικάντζαρος / ξωτικό που προκαλεί εφιάλτες[*], incubus).
Στα μέσα του 16ου αιώνα, η σημασία μετατοπίστηκε από το ίδιο το ον (τον εφιάλτη[*] / incubus) στην αίσθηση μόρας / ασφυξίας, που αυτό προκαλούσε.
Η σημασία της λέξης ως «οποιοδήποτε κακό όνειρο» στην αγγλική καταγράφεται μόλις το… 1829, ενώ αυτή της «πολύ οδυνηρής εμπειρίας» χρονολογείται από το 1831…
- Συγγενεύει με την μεσαιωνική ολλανδική λέξη nachtmare και την γερμανική Nachtmahr. Μια παλαιοαγγλική λέξη για την έννοια αυτή ήταν το niht-genga.
Ένα γλωσσάριο του 11ου αιώνα αποδίδει την λατινική λέξη Echo (< ελληνικά Ηχώ) με τον αγγλοσαξονικό όρο wudumær, δηλαδή «ξωτικό του δάσους» (wood[1]-mere). Σύμφωνα με τις αγγλοσαξονικές δοξασίες, η Ηχώ εθεωρείτο πνεύμα, που κατοικούσε στην άγρια φύση και κορόιδευε τους περαστικούς, όπως ακριβώς το πνεύμα του εφιάλτη[*] (nightmare), και βασάνιζε τους ανθρώπους στο κρεβάτι τους.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Ελληνικη Μυθολογια”. Του ιδίου “Ελληνικο Λεξικο”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.12.2004.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Th. Wright “Anglo-Saxon and Old English Vocabularies”, 1884.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
[1] Σχετική η αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία βουντού (< vodun) η οποία χρησιμοποιεί λειτουργικά ξόανα (ξύλινα ομοιώματα), της Δυτικής Αφρικής (στους λαούς Aja, Ewe και Fon σε Μπενίν, Τόγκο, Γκάνα, Νιγηρία), η οποία εξελίχθηκε και σε διάφορες παραδόσεις στην Καραϊβική και Αϊτή και Αμερική (από Αφρικανούς σκλάβους τον 16ο αιώνα μ.Χ.), ιδίως στην Νέα Ορλεάνη Λουιζιάνα των ΗΠΑ, όπου διαμορφώθηκε μια μοναδική εκδοχή, που συνδυάζει αφρικανικές ρίζες με ρωμαιοκαθολικισμό και τοπικές παραδόσεις! Η αϊτινή βουντού αναγνωρίστηκε ως επίσημη θρησκεία.
[*] Ἐφιάλτης, ἐπίαλος (αιολ. ἐπιάλτης) / ἐφάλλω / ἐφάλλομαι / η ἐφιαλτεία < ἐπί + άλτης = ὁ ἁλλόμενος ἐπί τι, ὁ πνιγαλίων, ἠπιάλης, πάθος στομαχικόν, καθ’ ὃ ὁ κοιμώμενος αἰσθάνεται ὡς νὰ πηδᾷ από τι, ῥιγοπύρετος – ΠΗΓΗ: EM 403.32. Αλκ. 129, Φρυν. Com. 1, Διοσκ. 3.140, Αρτεμ. 2.37. Ρουφ. απ. Ορειβ. 7.26.177. Στρ. 1.2.8. Ομ. Ιλ. 5.385, Οδ. 11.308, Διον. 381, επιγραφη IG 12.950.92, Απολλόδ. σοφρ. 68 ΣΟΥΔΑΣ, κ.ά.
αγγλικη λεξη nightmare αρχαια ελληνικη Λεκακης επιαλος αιολικα επιαλτης εφαλλω / εφαλλομαι εφιαλτεια επι αλτης αλλομενος πνιγαλιων, ηπιαλης, παθος στομαχικον, στομαχικο στομαχι κοιμωμενος αισθηση πηδος πηδημα ριγοπυρετος πυρετος ετυμολογικο μεγα Διοσκοριδης Ομηρος Ιλιας Οδυσσεια επιγραφη Απολλοδωρος λεξικον ΣΟΥΔΑΣ αγγλικες λεξεις αρχαιες ελληνικες μορος μειρομαι μοιρα μαυρη νεκρος, πτωμα λατινικα mors μυθικο προσωπο Νυκτα επορσυνεν μορον προκληση θανατου ησιοδος Θεογονια αισχυλος ανθολογια Παλατιανη Κικερων ελληνικα θεοτητα μορα μυθολογια ριζα μορ-, μερ-, γλωσσες τριβη φθορα βλαβη, θανατος οντα παλαιοαγγλικα μαρε τερας, μαγισσα, μαγος μερα mera / mære, μαιρε Πρωτογερμανικα μαρον maron ξωτικο Κατωγερμανικα μαρ mar, Παλαια ανωγερμανικα μαρα mara, γερμανικα Mahr, μεσα ολλανδικα mare, παλαιοσκανδιναβικα mara, βουλγαρικα σερβικα mora, τσεχικα μουρα mura, πολωνικα ζμορα zmora, αγγλια βρετανια αγγλικα γερμανικα γερμανια ολλανδια σκανδιναβικα σκανδιναβια βουλγαρια σερβια τσεχια πολωνια παλαιοαγγλικη γλωσσα μαγεια πρωτογερμανικη Κατωγερμανικη παλια ανωγερμανικη γερμανικη ολλανδικη παλαιοσκανδιναβικη βουλγαρικη σερβικη τσεχικη πολωνικη αραβας Βορειοαφρικανος αφρικανος Ισπανος μαυρος ιταλικα μορο Moro μορον μουρον, μουρο συκαμινο μελαν, μελα μελας πρωτο συνθετικο παλαιοιρλανδικη παλαιοιρλανδικα ιρλανδικη ιρλανδικα δαιμονας δαιμων πτωματων, πτωμα βασιλισσα δευτερο γαλλικη γαλλικα γαλλια cauchemar παλαιογαλλικα παλαιογαλλικη caucher ποδοπατω 14ος αιωνας μχ 1300 κακοβουλο θηλυκο πνευμα ταλαιπωρια ανδρες ανδρας αλογο ιππος υπνος αισθημα ασφυξια λεξις συνθεση νυξ νυχτα καλικαντζαρος / ξωτικα εφιαλτες, 16ος ον κακο ονειρο 19ος οδυνηρη εμπειρια μεσαιωνας μεσαιωνικη ολλανδικη ναχτ nachtmare Nachtmahr παλαιοαγγλικη εννοια γκενγκα τζενγκα genga γλωσσαριο 11ος Echo Ηχω αγγλοσαξονικος ορος αγγλοσαξονικα αγγλοσαξονικη wudumær, δασος woodmere αγγλοσαξονικες δοξασια ηχος κατοικια αγρια φυση κοροιδια περαστικος, βασανισμος βασανιστηριο βασανο ανθρωπος κρεβατι πολυθειστικη πολυθεισμος θρησκεια βουντου βοντουν vodun χρηση λειτουργικο ξοανο ξυλινο ομοιωμα δυτικη Αφρικη λαος αγια αια αζα Aja, υβ ιβ εβ Ewe φον Fon Μπενιν, Τογκο, Γκανα, Νιγηρια παραδοσεις Καραιβικη Αιτη αμερικη αφρικανος σκλαβος Νεα Ορλεανη Λουιζιανα ΗΠΑ αφρικανικη ρωμαιοκαθολικισμος καθολικισμος χριστιανισμος αιτινο θρησκεια




