Του Γιώργου Λεκάκη
Υπάρχει ένα ρήμα, από τον Όμηρο ακόμη, το κορέω, το οποίο σήμαινε φροντίζω, επιμελούμαι, σαρώνω, σκουπίζω, σπείρω, καθαίρω / καθαρίζω. (Θα το βρείτε ως πράξη φροντιδος δώματος στο υ,149 της “Οδύσσειας”: «αι μεν δώμα κορήσατε ποιπνύσασα»).
Από αυτό προκύπτει το ουσιαστικό κόρος που σημαίνει φροντιστής, επιμελητής, κλπ. Και μπορεί μεν το κορέω να μην το χρησιμοποιούμαι ως ρήμα, χρησιμοποιούμε όμως πολλάκις το παράγωγο ουσιαστικό του, όταν λέμε:
- νεωκόρο τον φροντιστή του ναού, και
- κόρη την θυγατέρα, η οποία μας φροντίζει, κ.ά.
Τον κόρο-φροντιστή οι Ίωνες τον έλεγαν κούρο και οι Δωριείς κώρο. Εννοούσαν δε και το παιδί, το αγόρι, το παλληκάρι, ή τον υιό, οι οποίοι φροντίζουν τους γονείς τους. Αυτοί ήταν οι περίφημοι κούροι και οι κόρες της αρχαιότητος.
Από την λέξη κορέω-κούρος, προέκυψε και η λέξη κουρά, που είναι το κόψιμο και η φροντίδα των μαλλιών (> κούρα, κούρεμα, κουρέας, κλπ.) > κάνω κούρα= φροντίζω τον εαυτό μου, την υγεία μου…
Από την λέξη κούρα οι Λατίνοι αντιγραφείς μας «έφτιαξαν» την λέξη… curo, που θα πει… φροντίζω, επιμελούμαι, εξ ου και cure ο εφημέριος, ο οποίος φροντίζει για το ποίμνιό του. Και κουράτωρ (< λατ. curator, κουρατορία / κουρατωρία / κουρατορία / κουρατορεία) στην Ρώμη και το Βυζάντιο, ο αξιωματούχος που φρόντιζε / αναλάμβανε την επιμέλεια ενός έργου και ο επιμελητής και επόπτης, ιδίως, τών βασιλικών κτημάτων.
Οι άραβες έδιναν τον τίτλο του σερίφη σε ευγενείς μουσουλμάνους, η καταγωγή των οποίων επίστευαν πως ξεκινούσε από τον ίδιο τον Μωάμεθ!
Αλλά και care = φροντίζω, νοιάζομαι (αγγλ.) και (κερ > σερ) sheriff ο έπαρχος, ο αξιωματούχος, αυτός που φροντίζει για μια πόλη και έχει περιορισμένη δικαστική εξουσία…
ΠΗΓΗ: άρθρο Γ. Λεκάκη στην εφημ. “Έθνος της Κυριακής”, 19.1.2003. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 20.1.2003.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Πανταζίδης Ι. «Λεξικόν ομηρικόν».
- Τζιροπούλου-Ευσταθίου Α. «Έλλην λόγος».
σεριφης Κουρεμα Λεκακης ομηρικο ρημα, oμηρος κορεω, φροντιζω, επιμελουμαι, σαρωνω, σκουπιζω, καθαριζω πραξη φροντιδα δωμα ομηρου Οδυσσεια κορησατε ποιπνυσασα ουσιαστικο κορος φροντιστης, επιμελητης, κορω χρηση παραγωγο ουσιαστικα νεωκορος φροντις ναος, κορη θυγατερα, ιωνες ιωνικη γλωσσα διαλεκτος κουρος Δωριεις δωρικη κωρος παιδι αγορι, παλληκαρι, υιος, γονεις κουροι κορες αρχαιοτητα ετυμολογια λεξη κουρα κοψιμο μαλλια κουρεας, λεξις Λατινοι λατινικη αντιγραφη curo, cure εφημεριος, ποιμνιο αραβες τιτλος σεριφης ευγενεις μουσουλμανοι καταγωγη Μωαμεθ care νοιαζομαι αγγλικα sheriff επαρχος, αξιωματουχος, πολη δικαστικη εξουσια Πανταζιδης Λεξικον ομηρικον Λεξικο ομηρικο Τζιροπουλου Ευσταθιου ελλην λογος κουρατωρ λατινικα curator Ρωμη Βυζαντιο, αξιωματουχος επιμελεια εργο κρατος, επιμελητης κουρατορια / κουρατωρια / κουρατορια / κουρατορεια εποπτης, βασιλικα κτηματα


