Χρ. Γούδη: DE PROFUNDIS (εκ βαθέων)

Τις θερμές αυτές μέρες του Ιουλίου του 2026 κυκλοφορεί το πρόσφατο πόνημά μου με τίτλο: «Καὶ ἐγενόμην ἐν πνεύματι», φράση παρμένη από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, δια της οποίας ο ευαγγελιστής δηλώνει ευθαρσώς ότι «έπεσε σε έκσταση» και είδε αυτά που είδε, άκουσε αυτά που άκουσε και προέβλεψε αυτά που πρόκειται να συμβούν, όχι γιατί ήταν σοφός σοφότερος από τους άλλους, αλλά διότι επελέγη να μας διαμηνύσει τις βουλές του Υψίστου από το Επέκεινα.

Η συγκρότηση αυτού του πονήματος έγινε μέσα στα χρόνια σταδιακά, και φέρνει στην επιφάνεια την βαθύτατα παιδιόθεν εγχαραγμένη μέσα μου χριστιανική παιδεία, όχι μέσα από προκρούστειες δογματικές πεποιθήσεις, αλλά μέσα από την σταδιακή κατανόηση της ψυχαναλυτικής δύναμης της ευαγγελικής διδασκαλίας και την ψυχοθεραπευτική ισχύ της, την τόσο αναγκαία στους καιρούς μας, την οποία και προσφέρει ως δωρεά εν πνεύματι, κατά τρόπο μοναδικό, και μακράν όλων όσων φέρουν τον τίτλο των ψυχοθεραπευτών, ως τίτλο μόνον, δεδομένου ότι πλείστοι όσοι εξ αυτών γνωρίζουν ότι χρήζουν και οι ίδιοι ψυχοθεραπείας, χωρίς, φευ, να γνωρίζουν που να καταφύγουν για να θεραπευθούν.

Η ωρίμανση της εκτίμησης των μηνυμάτων που εκπέμπονται από την ευαγγελική και την αποστολική γραφή συντελέσθηκε σταδιακά με την συνειδητοποίηση, μετά από πολύχρονους, σκληρούς, και επίμονους αγώνες αναζήτησης της Γνώσης, του αδιεξόδου που συναντά ο επιστημονικός νους μπροστά στην βαθύτερη Άγνοια που τον περιβάλλει και που μέσα στην οποία είναι ο ίδιος βυθισμένος σαν σε κινούμενη άμμο, αδυνατώντας να διασωθεί από αυτήν, χωρίς «έξωθεν» σανίδα σωτηρίας.

Ο μικρός άνθρωπος, ιππεύοντας το καλάμι του, που με την φαντασία του το βάφτισε τίγρη, θεώρησε ότι μπόρεσε να τιθασεύσει την υπαρξιακή του Άγνοια, και με μεγάλη άνεση, κάποια στιγμή, πριν από 300 περίπου χρόνια, ένιωσε ότι μπορεί να δείξει στον Θεό τον δρόμο της εξόδου από τα επί γης δρώμενα.

Ο άνθρωπος αυτοπροσδιορίστηκε ως φωτεινός παντογνώστης, διασπείροντας το φως της λογικής παντού, και τόσο έντονα μάλιστα, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί από την έντασή του. Κορυφαίο παράδειγμα η προπέτεια και η έπαρση των κοσμολόγων στην ¨κατασκευή¨ μοντέλων του Σύμπαντος, μοντέλων δηλαδή μιας απροσδιόριστης έννοιας με βάση – άκουσον, άκουσον – την αρχή της απροσδιοριστίας!

Εδώ και περίπου τριάντα (30) χρόνια, έχω καλλιεργήσει στην σκέψη μου την δική μου ιδιάζουσα προσωπική «Γνωστική Θεωρία», αναγνωρίζοντας την εκθετική διαστολή της ανθρώπινης γνώσης σε βάθος χρόνου ως γεγονός αδιαμφισβήτητο, και παράλληλα συνειδητοποιώντας ότι αυτή η εκρηκτικά διαστελλόμενη σφαίρα της Γνώσης, που παράγει πρακτικά και καταστροφικές εκρήξεις μεγάλης κλίμακος, υπό μορφή ποικίλων μαζικά ανθρωποκτόνων όπλων, αλλά και νοητικά την μεγάλη κοσμική έκρηξη του ¨τίποτα¨ ως πηγή του απροσδιόριστου εννοιολογικά Σύμπαντος, αυτή – επαναλαμβάνω – η εκθετικά διαστελλόμενη σφαίρα της Γνώσης στην πορεία του χρόνου, περιβάλλεται και υπερκαλύπτεται ΠΑΝΤΟΤΕ από την συνεχώς διαστελλόμενη επιφάνειά της, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από την ¨γνωστή Άγνοια¨, από το σύνολο δηλαδή των ερωτήσεων, αποριών και προβλημάτων που προκύπτουν από την εκάστοτε γνώση μας, που αναμένουν τις απαντήσεις και την επίλυσή τους αντίστοιχα, μέσα από καινούργια γνώση, καινούργιο φως, που κι αυτό με τη σειρά του θα δημιουργήσει νέα σειρά ερωτήσεων και προβλημάτων προς απάντηση και επίλυση. Μια γνωστική κατάσταση που αποτύπωσε με απαράμιλλη ενάργεια ο μεγάλος αλεξανδρινός:

Ίσως το φως θά ’ναι μια νέα τυραννία.

Ποιός ξέρει τί καινούργια πράγματα θα δείξει.

Όμως, ακόμα χειρότερα για τον ¨άνθρωπο παντογνώστη¨, αυτή η, διαστελλόμενη και αυτή, επιφάνεια της ¨γνωστής Άγνοιας¨ διαστέλλεται όχι στο κενό αλλά μέσα στο περιβάλλον της ¨Άγνωστης Άγνοιας¨, όλων αυτών δηλαδή που θα μας δείξει το μέλλον και για τα οποία δεν μπορούμε να διερωτηθούμε, αφού πρώτα φθάσουμε στα ακρότατα σημεία της γνωστικής μας δύναμης γι’ αυτά, γιατί ακόμα δεν τα γνωρίζουμε ούτε καν ως έννοιες.

Για να γίνω πλήρως κατανοητός, ας θεωρήσουμε το προσιτό παράδειγμα των ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων, τα οποία ο ανθρώπινος νους ανακάλυψε, προσδιόρισε, και ως ένα βαθμό κατανόησε, και εν τινι μέτρω δαμάζει τα τελευταία διακόσια (200) χρόνια. Μέσα στον σημερινό ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό (εν τη γενέσει του) κόσμο μας, που διαδέχθηκε τον μηχανικό κόσμο του πρόσφατου παρελθόντος μας, μπορούμε, φερ’ ειπείν, να προβληματιζόμαστε, μετά λόγου μερικής γνώσεως σήμερα, για την προέλευση και τις επιπτώσεις των ηλιακών, των ηλεκτρομαγνητικών ή των κοσμικών καταιγίδων, και τα σχετικά με τον ¨διαστημικό καιρό¨, κάτι που δεν θα μπορούσε να μας απασχολεί διακόσια (200) χρόνια πριν, όταν ακόμη έννοιες όπως ο ηλεκτρισμός και ο μαγνητισμός ήταν αδιανόητες για τον άνθρωπο. Τότε όλα αυτά για μας ανήκαν ακόμη στην ¨Άγνωστη Άγνοια¨, ενώ σήμερα περιήλθαν στην ¨γνωστή (μας) Άγνοια¨. Σήμερα ξέρουμε τι δεν ξέρουμε γι’ αυτά και γνωρίζοντας το πρόβλημα προσπαθούμε να βελτιώσουμε τις γνώσεις μας, ώστε να τα κατανοήσουμε καλύτερα.

Η ¨γνωστή Άγνοια¨ δεν είναι παρά η μεσόφαση μεταξύ πλήρους Γνώσης και βαθειάς Άγνοιας, το κατά Παύλον (Α΄προς Κορινθίους, κεφ. 13):

ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν

καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν·

ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον,

τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.

βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι,

τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον·

Η έπαρση της ανθρώπινης Άγνοιας η οποία εμφανίζεται υπό μορφή Ύψιστης Γνώσης αποτυπώνεται ευκρινέστερα στην προπέτεια της επιστήμης να εμφανίζει θεωρίες γενέσεως και διαστολής του Σύμπαντος (κάτω από ποικίλες εκκωφαντικές ετικέτες, big bang, η μεγάλη έκρηξη, και όλα τα συναφή), όχι ως ταπεινές επιστημονικές προσεγγίσεις των κοσμικών δρώμενων σε μια μικρής ¨οπτικής¨ εμβέλειας θέαση του περιβάλλοντός μας διαστημικού χώρου, αλλά ως την Απόλυτη Επιστημονική Αλήθεια.

Όμως η μόνη πραγματική σε βάθος χρόνου διαστολή του Σύμπαντος, αυτής της ¨λέξης-κουβέρτας¨ που καλύπτει την βαθύτερη διαχρονική άγνοιά μας γι’ αυτό, είναι η ιστορική διαστολή του και η συνακόλουθη συνεχής εννοιολογική του μετάλλαξη, η συνεχής δηλαδή υπερκέραση των μοντέλων του Σύμπαντος, αρχής γενομένης από την πρωταρχική γεωκεντρική μας αντίληψη, μέχρι και την σημερινή ανίχνευση της παρουσίας σε αυτό ενός τρισεκατομμυρίου περιδινούμενων γαλαξιών, καλά διαβάσατε, 1.000.000.000.000 ή 1012 γαλαξίες, με κάθε γαλαξία να περιέχει κατά μέσο όρο 100-500 δισεκατομμύρια άστρα (100.000.000.000 – 500.000.000.000 ή [1-5] Χ 1011 άστρα), ήλιους δηλαδή διαφόρων μορφών, μεγεθών, και εξελικτικών φάσεων κατά την πορεία τους από τη γέννησή τους στον θάνατό τους. Και αυτή είναι απλά η σημερινή μας εικόνα του ¨Σύμπαντος¨ για το οποίο ο αριθμός των γαλαξιών απ’ ότι φαίνεται, δεν θα έχει τέλος και εις το μέλλον, ενώ παράλληλα έννοιες όπως ο χώρος και ο χρόνος του, αλλά και η μεταξύ των δύο διαπλοκή, παραμένουν αινιγματικά εις το έπακρον.

Και αντί αυτή η απτή πραγματικότητα της Ιστορίας να καθιστά τις κοσμολογικές μας θεωρίες επιφυλακτικές, σεμνές και ταπεινές, επισημαίνοντας και υπογραμμίζοντας την μερική γνωστική μας προσέγγιση των δρώμενων, με την εικόνα τους να αλλάζει συνεχώς την κλίμακά τους, λόγω της συνεχώς διευρυνόμενης τεχνολογικής ανιχνευτικής μας ικανότητας, αλλά και την υποψία μας ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με (ή αλλιώς αν θέλετε εκβλαστάνουμε μέσα από) ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο χαμαιλεοντικό συμπαντικό χώρο του απροσδιόριστου, και αντί αυτή η τόσο ορατή πραγματικότητα του εν δυνάμει αόρατου να μας καθιστά προσεκτικούς και συνεσταλμένους, μας εμποτίζει με μανίες υπαρξιακού μεγαλείου και α-νοησίας, σε βαθμό που να αποδίδουμε την γένεση της Κοσμικής Ύπαρξης στον κβαντικό αφρό του ¨τίποτα¨, σε αφρώδη πολυσύμπαντα και σε μύρια όσα πομφολυγώδη δι-ανοήματα.

Όμως, στο βάθος του μυαλού μας, και παρά την επιστημονικοφάνεια των συλλήψεων αυτών, δεν μένει καμία αμφιβολία ότι όλα αυτά, τα τρόπος του λέγειν ¨σύμπαντα¨, θα αποδειχθούν νομοτελειακά πως:

πομφόλυγες ἦσαν, καί διερράγησαν

για να θυμηθούμε και την επίκαιρη σχετική απορριπτική ρήση του Ιερού Χρυσοστόμου (Εἰς Εὐτρόπιον, 52. 391), ή, να θυμηθούμε έστω, αν θέλουμε να είμαστε ολιγότερο απαξιωτικοί ή και εν μέρει συναινετικοί στις επιχειρούμενες ματαιόδοξες ανθρώπινες προσπάθειες κατανόησης του ακατανόητου, την επιγραμματική στιχουργία του Γιώργου Βερίτη:

ήταν φώτα, χίλια φώτα,

μα δεν ήτανε το φως!

Η βασική λοιπόν αιτία (και αφορμή) για την εκ νέου αναδίφηση από μέρους μου των ευαγγελικών κειμένων ήταν η αναζήτηση ψυχοστασίας, μιας υγιούς δηλαδή ψυχικής ισορροπίας στον σημερινό δρόμο της ζωής μας που περιβάλλεται από το Ακατανόητο. Απλές αλλά διεισδυτικές ρήσεις της μορφής «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (και πραγματικά πόσο κουρασμένοι και φορτισμένοι ψυχικά και νευρικά είμαστε από την τετριμμένη, βαλτώδη και αγχώδη καθημερινότητα του δρόμου της επιβίωσης, και πόσο αναζητάμε την γαλήνη και την ανάπαυση της ψυχής μας), «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», «λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας», «γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς», «νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη», για να αναφερθώ μόνο σε ελάχιστα και πολύ γνωστά παραδείγματα χριστιανικής μέθεξης, συνιστούν την βάση του δικού μου πνευματικού καταφύγιου σε καιρούς ζόφου και γνόφου.

Greek book cover: black background with a colorful circular swirl (orange and teal) and the title 'Και έγειόν ἐν πνεύματι' by Χρήστος Δρακούλης Γούδης on the left; Athens 2026 at bottom left.

Δεν προτίθεμαι εδώ να αναλύσω τα όσα εν εκτάσει περιλαμβάνει το «Καὶ ἐγενόμην ἐν πνεύματι», κυκλοφορεί άλλωστε αυτές τις μέρες από τις εκδ. “Έκτωρ” (όπως και πολλά άλλα βιβλία μου, κυρίως αρχαιογνωστικά, αλλά όχι μόνον, από τον ίδιο αθηναϊκό εκδοτικό οίκο, είναι πλούσια και έγχρωμα εικονογραφημένο, άμεσα προσβάσιμο και σε προσιτή τιμή για κάθε ενδιαφερόμενο.

Προτίθεμαι όμως να θίξω εδώ, απλά και μόνον να θίξω, δύο ακόμη διαστάσεις του εν λόγω έργου μου, που αναδύθηκαν στην πορεία της συγγραφής του, μέσα από, κατά το μάλλον ή ήττον, υπολανθάνουσες και υποσυνείδητες διεργασίες. Η πρώτη είναι η έντονη και ποικιλότροπη προβολή, ποιητική και εικαστική, της Μεγάλης Μητέρας, στις εμφανίσεις της ανά τον πλανήτη ως Πλατυτέρας των Ουρανών, καλύπτουσας την ανάγκη των ανθρώπων για την ζωοποιό παρουσία δίπλα τους της Γυναίκας, ως μητέρας, συντρόφου ή αδελφής κατά περίπτωση, και η δεύτερη, κάποια μικρά αλλά αξιοσημείωτα και παράδοξα γεγονότα συγχρονικότητας τα οποία μου συνέβησαν πρόσφατα σε σχέση με αγίους αλλά και γέροντες της Ορθοδοξίας (Παπουλάκος, Σεραφείμ του Σαρώφ, Παΐσιος), λες και μου έλεγαν «μη μας αγνοείς, είμαστε κι εμείς εδώ, ζούμε ανάμεσά σας».

Όλα αυτά προκαθόρισαν κατά κάποιον τρόπο και την όλη δομή του έργου μου, του προσληφθέντος εν ιερά εκστάσει και καταληψία. Το παράδοξο αυτό βιβλίο δόθηκε προς εκτύπωση περί τα μέσα Ιουνίου 2026. Στις 22 του ιδίου μηνός, ξεκίνησα αργά τη νύκτα, 3η ώρα πρωινή, από Αθήνα και οδηγώντας πορευόμουν προς την ιδιαιτέρα ¨μητρίδα¨ μου, την Μάνη (πατρίδα του πατέρα μου και της προγονικής του γενιάς). Καθώς έφθανα στην Αρεόπολη γύρω στις 7 το πρωί, και ενώ απολάμβανα τον μόλις ανατέλλοντα ήλιο, την διαφάνεια της γαλήνιας πρωινής ατμόσφαιρας, την ιδιάζουσα μαγεία του μαγνητισμένου μανιάτικου τοπίου, στο ύψος του παραδοσιακού χωριού Βαχός (της μανιάτικης εκδοχής του Βάκχου-Διονύσου), και ατένιζα τον ευθύ και άδειο δρόμο μπροστά μου, στα τελευταία εναπομείναντα χιλιόμετρα επί του οδικού άξονα Γυθείου – Αρεοπόλεως, ακούγοντας την Zingarella, την μεσογειακή τσιγγάνικη επιτυχία του 1988, του μοναδικού Ε. Μασίας, όλως αιφνιδιαστικά «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» (Γ. Βιζυηνός).

Ξαφνικά και απρόσμενα, τα κρύσταλλα του αυτοκινήτου κομματιάζονταν, έσπαζαν, και θρυμματίζονταν με δαιμονισμένο θόρυβο, ένοιωσα το αυτοκίνητο να κτυπά με δύναμη σε κάτι πολύ σκληρό (ήταν η προστατευτική μπάρα) και να φεύγει -είχα την αίσθηση- για τον γκρεμό, πρόλαβα να σκεφθώ: «τέλος», και αμέσως μετά βρέθηκα εγκλωβισμένος στο εν τέλει αναποδογυρισμένο και ολικώς κατεστραμμένο αυτοκίνητό μου (Toyota RAV4, μοντέλο 2001, διανύσαν αισίως, και εν πλήρη ασφαλεία μέχρι τότε, 350.000 χιλιόμετρα!). Αισθάνθηκα έντονα την οσμή της βενζίνης που χύνονταν στον δρόμο καθώς η μηχανή ήταν ακόμη σε λειτουργία. Πλήρως αποπροσανατολισμένος, κατάφερα παρ’ όλα αυτά να σβήσω την μηχανή και έμεινα εκεί εγκλωβισμένος και κρεμάμενος ανάποδα, σαν τον άνθρωπο-νυχτερίδα (ως Batman, σε νέο ramake) συγκρατούμενος γερά αλλά ασφυκτικά από την ¨τιμία ζώνη¨ του οχήματος (ή της Παναγίας;). Γύρω μου «σάρμα εἰκῆ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος» (Ηράκλειτος), ή άλλως ειπείν: άναρχη στοίβα σκουπιδιών το Σύμπαν.

Εξήλθα μετά από είκοσι περίπου λεπτά αναγκαστικής «ανάπαυσης», σώος, χωρίς την παραμικρή αμυχή, ατάραχος και πεπεισμένος ότι η Μεγαλόχαρη επιθυμούσε να παραμένω ζωντανός και άρτιος όταν το «Καὶ ἐγενόμην ἐν πνεύματι», που με τον τρόπο του Την υμνεί, θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας μετά από λίγες μέρες. Fiat Lux και εγένετο φως!

ΠΗΓΗ: Χρ. Γούδης «εν μέρει εθνικός, κι εν μέρει χριστιανίζων» («Τα επικίνδυνα», Κωνσταντίνος Καβάφης). ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 10.7.2026.

Γουδης DE PROFUNDIS εκ βαθεων Αρεοπολη ανατολη ηλιος, διαφανεια γαληνια πρωινη ατμοσφαιρα μαγεια μαγνητισμενο μανιατικο τοπιο παραδοσιακο χωριο Βαχος μανιατικη εκδοχη γλωσσα διαλεκτος Βακχος θεος Διονυσος Γυθειο λακωνια

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Οι δίδυμες πόλεις Αθήναι: Η προκατακλυσμιαία και η μετακατακλυσμιαία

Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου Την προκατακλυσμιαία εποχή η Δωρεά...

Ηράκλειτος, απ. 46: Η οίηση είναι μια θαυμάσια νόσος – του Γ. Λεκάκη

Το 46ο από τα 142 σωζόμενα αποσπάσματά του:Ηράκλειτος Βλύσωνος ο...

Πότε έχουμε μαρτυρία και πότε εκμαρτυρία; – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Οι λέξεις μαρτυρία και εκμαρτυρία είναι διαφορετικές,...