Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

20.1 C
Athens
Σάββατο, 25 Απριλίου, 2026

ΣΤΑΣΕΙΣ και ΦΥΛΕΣ στην ΙΕΡΑΠΥΤΝΑ ΛΑΣΥΘΙΟΥ Κρήτης

Του Ιωάννη Μ. Μαρκάκη, νομικού-ιστορικού

Ο Αριστοτέλης στο χωρίο των Πολιτικών του 1272 b 1-16 σκιαγραφεί το φαινόμενο των πολύ συχνών πολιτειακών στάσεων (στασιαστικών πολιτικών κινήσεων, εξεγέρσεων, ταραχών, ανταρσιών) που μάστιζαν τις κρητικές πόλεις όπως συγκροτήθηκαν κατόπιν της δωρικής αποικήσεως της Κρήτης (περί το 1100 π.Χ.), χωρίς να εξαιρείται η Ιεράπυτνα. Μάλιστα, οι στάσεις αυτές είχαν καταστεί κανών, όπως επισημαίνει ο Αριστοτέλης στο ίδιο χωρίο των Πολιτικών.

Πέραν, όμως, της πολιτειακής διαμάχης, στην οποία ευθέως αναφέρονται οι περιγραφόμενες στις μαρτυρίες αυτές στάσεις, τίθεται το ερώτημα εάν οι εν λόγω στάσεις είχαν και μια φυλετική διάσταση ή συνιστώσα που όξυνε αυτές, επαυξάνοντας την δυναμική τους, ή/και υπέθαλπε την εμφάνισή τους. Το ερώτημα αυτό ανακύπτει εν όψει της σε φυλετική βάση πολιτικής αρθρώσεως της Ιεραπύτνης, όπως και των λοιπών κρητικών πόλεων, και έχοντας κατά νου την εμβριθή παρατήρηση του Αριστοτέλους σε άλλο χωρίο των Πολιτικών (1303 a 25-26) στασιωτικόν δε και το μη ομόφυλον, έως αν συμπνεύση (δηλαδή αιτία στάσεων συνιστά και η ύπαρξη διαφορετικών φυλών μέχρι να συγχωνευθούν), ζήτημα που δεν έχει διερευνηθεί από την σχετική βιβλιογραφία.

Τα υφιστάμενα δεδομένα της πολιτικής συγκροτήσεως των κρητικών πόλεων, κοινής, κατά το πλείστον, ως προς τα ουσιώδη δομικά στοιχεία – της κατά τον Αριστοτέλη και τους λοιπούς Αρχαίους Συγγραφείς Κρητικής πολιτείας[1] – είναι, συνοπτικώς, τα εξής:

  •  α. Από φιλολογικές μαρτυρίες (τα έργα των Αρχαίων Συγγραφέων) και από επιγραφικές μαρτυρίες (τις επιγραφές των κρητικών πόλων / συλλογές τους σε Guarducci 1935, 1939, 1942, 1950, Van Effenterre-Ruzé 1994,1995 κ.ά.) γνωρίζουμε ότι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα στις κρητικές πόλεις, δηλαδή οι πολίτες (χαρακτηριζόμενοι επιγραφικώς ως ελεύθεροι), ανήκαν οπωσδήποτε στις πολιτικώς-κοινωνικώς κυρίαρχες φυλές και συναποτελούσαν το βασικό πολιτειακό όργανο της εκκλησίας ή δήμου (δωριστί δάμος) με κύρια αρμοδιότητα την συνεπιψήφισιν, ήτοι την αποδοχή ή απόρριψη προτάσεων νόμων (ενίοτε και χειρισμών, ειλημμένων ή μη, σε κυβερνητικά-πολιτικά ζητήματα) που είχαν προηγουμένως εγκριθεί από το επίσης σημαντικό πολιτειακό όργανο της βουλής (δωριστί βουλά).

  •  β. Από επιγραφικές μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι οι πολίτες των κρητικών πόλεων δεν ανήκαν μόνο στις τρείς γνωστές (και εκτός Κρήτης) δωρικές φυλές των:
    • Υλλέων,
    • Δυμάνων και
    • Παμφύλων,

μη ομού ευρισκόμενες στην ίδια κρητική πόλη, αλλά και από ποικίλες άλλες, άγνωστες εκτός Κρήτης, φυλές (Αιθαλείς, Αισχείς, Δίφυλοι, Δονόκειοι, Εχανορείς, Λασύνθιοι, Λατόσιοι, Συνανείς, κ.ά.). Οι άλλες αυτές φυλές είχαν καταγωγή είτε αμιγώς δωρική, κατόπιν διαιρέσεως των δωρικών φυλών ή συγχωνεύσεως μερών τους, είτε μικτή, κατόπιν μίξεως δωρικών φυλών με τμήματα προγενέστερων προδωρικών πληθυσμών, μ’ έναν επάλληλο, σε ορισμένες περιπτώσεις, τοπικό-γεωγραφικό προσδιορισμό λόγω εγκαταστάσεώς τους σε συγκεκριμένο τόπο (όπως οι Λασύνθιοι[2]), εντοπιζόμενες δε σε μία μόνο κρητική πόλη (Αισχείς, Λατόσιοι κ.ά.) και άλλοτε σε δύο ή περισσότερες κρητικές πόλεις (Αιθαλείς, Εχανορείς κ.ά.). Επιπροσθέτως, στις κυρίαρχες φυλές ορισμένων κρητικών πόλεων ενδέχεται να συγκαταλέγοντο, υπό τις κατάλληλες συγκυρίες (ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο), και φυλές αποτελούμενες μόνο ή κατά το πλείστον από τμήματα προδωρικών πληθυσμών (όπως των συμβατικά καλούμενων «Μινωιτών», των Αχαιών, Ετεόκρητων, κ.ά.).[3]

Ως προς την Ιεράπυτνα, ειδικότερα, συνοικισθείσα περί τον 5ο π.Χ. αιώνα, γνωρίζουμε από επιγραφικές μαρτυρίες ότι μέρος των πολιτών της ανήκε στην δωρική φυλή των Δυμάνων, απογόνων του Δύμαντος, ο οποίος ήταν υιός του θεωρουμένου ως γενάρχη και νομοθέτη των Δωριέων Αιγιμιού (ή Αιγιμίου), λόγω δε της βαρύνουσας σημασίας της φυλής αυτής οι Δωριείς εκαλούντο Δυμάντειος σπορά.[4] Επιπλέον, μαρτυρείται επιγραφικώς και η δωρική φυλή των Παμφύλων, απογόνων του Παμφύλου, επίσης υιού του Αιγιμιού, αποτελούμενη κατά το κύριο μέρος της από Δωριείς αλλά και από ορισμένες ενσωματωθείσες σ’ αυτούς μη δωρικές φυλές (Αιτωλοί, Λοκρείς κ.ά.), όπως, άλλωστε, υποδηλοί το όνομά της.[5] Πέραν, όμως, των δωρικών τούτων φυλών, κυριάρχων στην Ιεράπυτνα, γνωρίζουμε από επιγραφικές μαρτυρίες ότι μέρος των πολιτών της Ιεραπύτνης ανήκε στην Καμιρίδα φυλή, η οποία οφείλει το όνομά της στην Κάμειρο της Ρόδου, ιδρυθείσα από τον εγγονό του Μίνωα (και υιό του Κατρέα) Αλθαιμένη σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (Βιβλιοθήκη Ιστορική V. 59), ενώ άποικοι αυτής εικάζεται ότι εγκαταστάθηκαν στην Ιεράπυτνα δίδοντας σ’ αυτήν την μαρτυρουμένη από τον Στέφανο Βυζάντιο (Εθνικά) ονομασία Κάμιρος. Επιπροσθέτως, ο Στράβων μαρτυρεί (Γεωγραφικά X.3.19) ότι ιδρυτής της Ιεραπύτνης ήταν ο Κύρβας, ένας από τους ακολουθήσαντες την Ρέα στην Κρήτη Τελχίνες της Ρόδου, όπου κουροτρόφησαν τον Δία και ονομάσθησαν Κουρήτες, εκ του οποίου δόθηκε στην Ιεράπυτνα και η ονομασία Κύρβα (Στέφανος Βυζάντιος Εθνικά). Εκ τούτων συμπεραίνεται ότι η Καμιρίς φυλή περιλάμβανε σημαντικά τμήματα προδωρικών πληθυσμών, ιδίως του λεγομένου «μινωικού» πληθυσμού, λογιζομένου ως πελασγικού εν γένει, τα οποία, προϊόντος του χρόνου και υπό τις κατάλληλες συγκυρίες της ελληνιστικής περιόδου, ανελίχθηκαν ως μια επιπλέον κυρίαρχη στην Ιεράπυτνα φυλή, διακριτή των λοιπών κυριάρχων ανωτέρω δωρικών φυλών, ώστε εύστοχα ο Β. Ψιλάκης (1865 σ. 15) χαρακτηρίζει τους Ιεραπυτνίους ως «Πελασγοδωριείς».

  •  γ. Είναι, επιπροσθέτως, γνωστό από επιγραφικές μαρτυρίες ότι στις κρητικές πόλεις ίσχυε ο θεμελιώδης θεσμικός κανόνας της εκ περιτροπής εναλλαγής των κυριάρχων φυλών (ειδικότερα του στρατιωτικού τμήματός τους, του σταρτού) στην ανάδειξη των κόσμων, οι οποίοι αποτελούσαν τους ανώτατους πολιτικοστρατιωτικούς άρχοντες, ετήσιας θητείας, και των οποίων ο αριθμός προσδιορίζεται κατά τον Αριστοτέλη (Πολιτικά 1272 a 6-7) και Στράβωνα (Γεωγραφικά X.4.22) σε δέκα (10), τούτου διακριβωμένου και επιγραφικώς μόνο ως προς την Ιεράπυτνα και την Γόρτυνα, πιθανή ένδειξη του μεγάλου αριθμού πολιτών τους.[6] Λόγω του θεσμού αυτού, ισχύοντος το νωρίτερο κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα[7], οι κόσμοι ανήκαν για ένα συγκεκριμένο έτος σε μιά ορισμένη κυρίαρχη φυλή, την δικαιούμενη προς ανάδειξή τους το έτος αυτό, το δε επόμενο έτος στην εν συνεχεία δικαιούμενη κυρίαρχη φυλή και ούτω καθεξής.

Περαιτέρω, στις προκείμενες μαρτυρίες για τις πολιτειακές στάσεις (Πολιτικά 1272 b 1-16), εξεταζόμενες σ’ ένα πρώτο, άμεσα ορατό, επίπεδο, αυτό της πολιτικής διαμάχης[8], κατ’ αρχάς διαλαμβάνεται ότι για το πολίτευμα των Κρητών, λογιζόμενο ενιαίο στις κρητικές πόλεις ως προς τα ουσιώδη δομικά στοιχεία (συμβατικά «κρητικό πολίτευμα»), επινοήθηκε μιά ιατρείαν της αμαρτίας του, η οποία ιατρεία είχε καταστεί κανών. Ως αμαρτία του «κρητικού πολιτεύματος» νοείται, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες του Αριστοτέλους (Πολιτικά 1272 a 34-36), ο αποκλεισμός από το ανώτατο αξίωμα του κόσμου των πολλών πολιτών (το μεγαλύτερο μέρος του δήμου), αυτών, συγκεκριμένα, που δεν περιλαμβάνοντο στα καλούμενα από τον Αριστοτέλη τινά γένη, δηλαδή στις εντός εκάστης των κυριάρχων φυλών ολίγες και κοινωνικοοικονομικώς ισχυρές ευρείες οικογενειακές ομάδες (συγγενείς οίκους), συνακολούθως δε και στον αποκλεισμό τους από το εξίσου σημαντικό αξίωμα του μέλους της βουλής, συγκροτημένης από διατελέσαντες κόσμους (βλ. Πολιτικά 1272 a 36 και Γεωγραφικά X.4.22), ώστε την ύπατη πολιτική εξουσία νέμοντο μόνο τα τινά γένη.

 Η εν συνεχεία συνοπτικώς παρατιθεμένη στις προκείμενες μαρτυρίες ιατρεία, κατ’ ευφημισμό θα λέγαμε, της αμαρτίας αυτής του «κρητικού πολιτεύματος» συνίστατο στις εξής περιπτώσεις στάσεων και, συνακολούθως, ακοσμίας (εκλείψεως των κόσμων ή ορισμένων απ’ αυτούς και, συνακολούθως, αναρχίας):

  •  α) Στην καθαίρεση μερικών κόσμων από τους συνάρχοντας, όπου ως συνάρχοντες νοούνται οι λοιποί κόσμοι, άρα μέλη, και αυτοί, των τινών γενών.
  • β) Στην καθαίρεση των κόσμων, εν μέρει ή και εν όλω, από τους ιδιώτας, όπου ως ιδιώται νοούνται γενικώς οι μη κατέχοντες πολιτικά αξιώματα, δηλαδή οι απλοί πολίτες, με ειδικότερη και επαχθέστερη περίπτωση (πάντων φαυλότατον) την καθαίρεση των κόσμων από τους δυνατούς, τυπικώς μεν ιδιώτας αλλά μέλη, ασφαλώς, των τινών γενών.
  • γ) Στην παραίτηση των κόσμων, εν μέρει ή και εν όλω, προφανώς υπό την πίεση των εν γένει πολιτικών αντιπάλων τους, αντιπάλων είτε κατεχόντων κάποιο πολιτικό αξίωμα, συμπεριλαμβανομένων των συναρχόντων, είτε μη κατεχόντων οποιοδήποτε πολιτικό αξίωμα και, άρα, απλών πολιτών, μελών ή μη των τινών γενών. Στις ως άνω ρητώς αναφερόμενες περιπτώσεις ακοσμίας δύναται θεωρητικώς να προστεθεί και μιά ευρύτερη περίπτωση, προκύπτουσα από συνδυασμό των προαναφερθέντων τρόπων εκπτώσεως (εκλείψεως) των κόσμων από το αξίωμά τους.

Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες του Αριστοτέλους, η κατά τα ανωτέρω ιατρεία δεν επέφερε την άρση της ως άνω πολιτειακής αμαρτίας αλλά, αντιθέτως, την επίτασή της και την διολίσθηση του «κρητικού πολιτεύματος» επί το χείρον, συγκεκριμένα προς το ολιγαρχικότερο και, συνάμα, προς το αυθαίρετο/άνομο, όπως, ιδίως, το κατονομαζόμενο οικογενειακό-προσωποπαγές πολιτειακό μόρφωμα της δυναστείας, ώστε να καρπωθούν την ύπατη πολιτική εξουσία ακόμη ολιγότεροι των θεσμικώς νεμομένων αυτήν, ήτοι ορισμένα μόνο από τα τινά γένη ή κάποια μέλη τους, κατ’ ουσίαν πρωταγωνιστές των προκειμένων στάσεων και υποκινούντες σε στασιασμό τους πολίτες, δημαγωγώντας προς τούτο, οσάκις δεν στασίαζαν εμφανώς. Συνεπώς, το βασικό γενικό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ανωτέρω περιγραφομένων από τον Αριστοτέλη στάσεων συνιστά η ενδοολιγαρχική διαμάχη για την ανακατανομή της ύπατης πολιτικής εξουσίας.

Ακολούθως, εμβαθύνοντας στις ίδιες μαρτυρίες υπό την οπτική της φυλετικής προελεύσεως των στασιαστών (συμπεριλαμβανομένων των εξωθούντων τους κόσμους σε παραίτηση ως οιονεί στασιαστών), παρατηρούμε κατ’ αρχάς ότι οι στασιαστές της ανωτέρω πρώτης (υπό α) περιπτώσεως στασιαστών, ήτοι οι συνάρχοντες, είναι και οι ίδιοι κόσμοι, το οποίο υποδηλούται με την χρήση της συνθέτου αυτής λέξεως, αποτελουμένης από την πρόθεση συν και το ουσιαστικό άρχοντες. Εν όψει τούτου και δεδομένου του προαναφερθέντος θεσμού της εκ περιτροπής εναλλαγής των κυριάρχων φυλών στην ανάδειξη των κόσμων, βασιζομένου στην ταυτότητα της φυλής όλων ανεξαιρέτως των κόσμων του συγκεκριμένου έτους (χωρίς αναγκαίως να εμπίπτουν στο ίδιο ισχυρό τί γένος), οι ανωτέρω στασιαστές (συνάρχοντες) ανήκαν στην ίδια με τους καθαιρουμένους ή παραιτουμένους κόσμους φυλή.

Όμως, οι στασιαστές των λοιπών περιπτώσων, εξαιρουμένων των συναρχόντων οσάκις εξωθούν τους κόσμους σε παραίτηση, ενδέχεται να ανήκαν, εν όλω ή εν μέρει, σε φυλή διαφορετική (ή φυλές διαφορετικές) αυτής των καθαιρουμένων ή παραιτουμένων κόσμων.

Τούτο κατ’ αρχάς διότι οι ίδιες μαρτυρίες δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο αυτό κατά γραμματική ερμηνεία τους, καθ’ όσον ουδεμία μνεία, νύξη ή υποδήλωση της φυλετικής προελεύσεως των στασιαστών αυτών γίνεται από τον Αριστοτέλη, εν αντιθέσει προς τους στασιαστές της πρώτης περιπτώσεως, για τους οποίους χρησιμοποιείται ο όρος συνάρχοντες.

Πέραν τούτου, το γεγονός ότι η περιγραφομένη ιατρεία είχε καταστεί κανών, ήτοι μιά γενικευμένη πρακτική ως ένα, θα λέγαμε σήμερα, πολιτειακό έθιμο, όπως βεβαιώνει ο Αριστοτέλης, δύναται να συσχετισθεί με την διαφορετική φυλετική προέλευση των ανωτέρω περιπτώσεων στασιαστών, υπό την έννοια ότι η μεγάλη συχνότητα εκδηλώσεως στάσεων (το να καταστούν κανών) συναρτάται και με την ευρεία δυνατότητα μιας υπέρ των στασιαστών αθρόας και δραστικής συμμετοχής πολιτών μη ανηκόντων στην φυλή των κόσμων αλλά, αντιθέτως, στην φυλή (ή φυλές) των στασιαστών λόγω ευχερούς προσεταιρισμού τους υπ’ αυτών, ως αποτέλεσμα των φυλετικών δεσμών αλληλεγγύης και του φυλετικώς συγκροτημένου θεσμού των εταιριών, ιδίως οσάκις οι στασιαστές ανήκαν στα τινά γένη, ασκούντα στα μέλη της φυλής τους (κυρίως στο πλαίσιο των εταιριών) μεγίστη και παντοίου είδους επιρροή ένεκα της κοινωνικοοικονομικής τους δυνάμεως.[9] Άλλωστε, ο Αριστοτέλης ειδικά για τα τινά γένη και, ειδικότερα, για ορισμένα ισχυρά (τα ισχυρότερα) μέλη αυτών – τους δυνατούς – μας πληροφορεί στις προκείμενες μαρτυρίες του ότι ειώθασι διαλαμβάνοντες τον δήμον, δηλαδή ότι συνηθίζουν να προσεταιρίζονται τους πολίτες και, ως βαθύτερα εικάζεται, προεχόντως τους πολίτες της ίδιας μ’ αυτούς φυλής.

Επιπροσθέτως, σημαντικότατη ένδειξη της διαφαινομένης διαφορετικής φυλετικής προελεύσεως των εν λόγω περιπτώσεων στασιαστών συνιστά η αναφερομένη στις υπό εξέταση μαρτυρίες βαρύτητα των αποτελεσμάτων των στάσεων. Κατά τον Αριστοτέλη, οι προκείμενες στάσεις επέφεραν όχι μόνο την εν στενή εννοία πολιτική ακοσμίαν (την καθαίρεση ή παραίτηση των κόσμων εν όλω ή εν μέρει) ή και την μεταβολή / αλλοίωση του «κρητικού πολιτεύματος» αλλά, επιπλέον, το σπουδαιότατο μαρτυρούμενο διά τινος χρόνου μηκέτι πόλιν είναι την τοιαύτην, αλλά λύεσθαι την πολιτικήν κοινωνίαν, δηλαδή την κατάλυση, έστω για προσωρινό, αδιευκρίνητο πάντως, χρονικό διάστημα (διά τινος χρόνου), της ίδιας της πόλεως και της πολιτικής κοινωνίας, των όρων τούτων συνδηλούντων την καθ’ υπέρβαση του φυλετικού βίου εννόμως και ευρύθμως οργανωμένη εξουσιαστική κοινότητα των πολιτών χάριν ζωής τελείας και αυτάρκους, χάριν του ευ ζην, όπως επεξηγεί ο Αριστοτέλης.[10] Επέφεραν, επομένως, οι προκείμενες στάσεις και μιά γενικότερη ακοσμίαν, την καταστροφή ή διάρρηξη του κοινωνικοοικονομικού και ηθικού ιστού των κρητικών πόλεων, προσιδιάζουσα σε γνησίους εμφυλίους (κατά κυριολεξία) πολέμους, ώστε, σύμφωνα με τις προκείμενες μαρτυρίες, επικινδύνως ούτως έχουσα πόλις, των βουλομένων επιτίθεσθαι και δυναμένων.

Πράγματι, ο προσεταιρισμός και η υποκίνηση από τους στασιαστές αυτούς, ιδίως τα στασιάζοντα τινά γένη ή μέλη τους, της φυλής τους προς εκδίωξη κόσμων ανηκόντων σε διαφορετική φυλή και το ότι οι επαπειλούμενοι κόσμοι αναμενόμενο είναι ότι με την σειρά τους θα προσεταιρίζοντο και αυτοί την δική τους φυλή προς διατήρηση της βαλλομένης εξουσίας τους όχι μόνο θα όξυνε σημαντικά την πολιτική διαμάχη αλλά και θα προσέδιδε σ’ αυτήν μιά φυλετική διάσταση, προσήκουσα σε μια «προπολιτική» (προ του σχηματισμού της πόλεως) κατάσταση, συνεπώς σε μιά επάλληλη προς την πολιτική σύγκρουση διαφυλετική αντιπαράθεση, με καταστρεπτικά για την ύπαρξη της ίδιας της πόλεως αποτελέσματα. Αφού δε η πόλις, ως εξουσιαστική (κρατική) οντότητα, κατελύθη διά τινος χρόνου, μπορεί να θεωρηθεί ότι κατελύθη, έστω προσωρινώς, και ο θεμελιώδης θεσμός της εκ περιτροπής εναλλαγής των κυριάρχων φυλών στην ανάδειξη των κόσμων, διασφαλίζων την φυλετική ισοτιμία και την κοινωνική συνοχή εν γένει, τούτο δε επ’ ωφελεία της συγκεκριμένης φυλής των εν λόγω στασιαστών, η οποία πλέον προεξάρχει πολιτικώς και κοινωνικώς, και, βαθύτερα, επ’ ωφελεία των τινών γενών (ή ορισμένων μελών τους) της φυλής αυτής ως καρπουμένων τα ύπατα πολιτικά αξιώματα. Αντιθέτως, οσάκις η αμφισβήτηση της εξουσίας των κόσμων εγίνετο μόνο από μέλη της ίδιας μ’ αυτούς φυλής (ενδοφυλετικώς), η πολιτική διαμάχη δεν θα ήταν τόσο οξεία και οι ευρύτερες συνέπειές της θα απέβαιναν λιγότερο καταστρεπτικές.

Επέκεινα ανακύπτει το ερώτημα περί του αν η συναγομένη από τις εξεταζόμενες μαρτυρίες ύπαρξη στάσεων με στασιαστές έχοντες φυλετική προέλευση διαφορετική αυτής των εκπιπτομένων κόσμων δεν ήταν ένα συμπτωματικό γεγονός αλλά σχετίζετο με μία προϋφισταμένη υφέρπουσα έριδα ή αντιπαλότητα μεταξύ των κυριάρχων φυλών δεκτική δημαγωγίας από τους επίδοξους στασιαστές, το οποίο, εξ άλλου, εάν θεωρηθεί αληθές, συνηγορεί στην κατά τα ανωτέρω διαφαινομένη φυλετική όψη των εν λόγω στάσεων.

Η καταφατική απάντηση στο ερώτημα τούτο, έστω για μερικές μόνο κρητικές πόλεις όπως ιδίως η Ιεράπυτνα, φαίνεται λίαν πιθανή για τους κάτωθι λόγους.

Κατά πρώτον, οι κυρίαρχες στις κρητικές πόλεις φυλές δεν ήσαν μόνο αμιγώς δωρικής καταγωγής αλλά αποτελούντο, ως προελέχθη, και από μικτούς πληθυσμούς (κατόπιν μίξεως των προδωρικών πληθυσμών με τους Δωριείς) ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, και από αμιγείς προδωρικούς πληθυσμούς, όπως η προαναφερθείσα Καμιρίς φυλή στην Ιεράπυτνα, ώστε, παρά την συνύπαρξή τους στο σχήμα της πόλεως, να μην ταυτίζονται ή να μην ομοιάζουν ουσιωδώς τα ήθη, τα έθιμα και οι δοξασίες τους, να έχουν, δηλαδή, διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, συνεπώς δε να ελλοχεύεται μια ανταγωνιστική μεταξύ τους διάθεση ικανή να ευνοήσει την επώαση ακόμη και στάσεων[11], τούτου συνάδοντος με την βαρυσήμαντη επισήμανση του Αριστοτέλους σε άλλο χωρίο των Πολιτικών (1303 a 25-26) στασιωτικόν δε και το μη ομόφυλον, έως αν συμπνεύση.[12] Ειδικά οι Δωριείς θεωρείται ότι είχαν εμμονή στο πατροπαράδατο (το δωριστί ζην) και απέφευγαν τους νεωτερισμούς, που εκδηλωνόταν με την έντονη αποστροφή τους προς οποιοδήποτε οθνείο (ξενικό), ακόμη και αν ήταν ιωνικό ή αιολικό (ευρύτερα ελληνικό), ώστε να χαρακτηρίζονται ως «μισόξενοι».[13]

Πέραν τούτου, επιπλέον πιθανό σημείο τριβής των κυριάρχων στις κρητικές πόλεις φυλών συνιστούσε ο προαναφερθείς θεμελιώδης θεσμός της εκ περιτροπής εναλλαγής τους στην ανάδειξη των κόσμων, αυτή η κρητική ιδιαιτερότητα αναφορικά με την κατοχή των υπάτων αξιωμάτων.[14] Ο ανωτέρω θεσμός υποχρέωνε εκάστη κυρίαρχη φυλή σε επί μακρόν αναμονή έως ότου έλθει η σειρά της στην εκ των τινών γενών της ανάδειξη των κόσμων, προκειμένου να έχει πολιτικό ρόλο ενεργότερο απ’ αυτόν της απλής συμμετοχής της στον δήμον και, γενικότερα, να επωφεληθεί παντοιοτρόπως από μια προσδοκωμένη ευνοϊκή γι’ αυτήν άσκηση της πολιτικής εξουσίας από κόσμους ανήκοντες στην ίδια αυτή φυλή ως εκφραστές ή οιονεί αντιπροσώπους της, ήτοι να αναμένει επί τόσα έτη όσα ο αριθμός των λοιπών κυριάρχων, ανά κρητική πόλη, φυλών. Ωστόσο, ο θεσμός αυτός πιθανώς να απέβαινε αναντίστοιχος προς την κοινωνικοοικονομική ισχύ μιας ορισμένης κυρίαρχης φυλής (κατά κύριο λόγο των τινών γενών της), ισχύ μεγαλύτερη των λοιπών κυριάρχων φυλών (λόγω επαυξήσεώς της ή συρρικνώσεως της ισχύος των λοιπών φυλών), και τις συνεπακόλουθες βλέψεις της φυλής αυτής για μια, μέσω των τινών γενών της, κατάληψη μεριδίου πολιτικής εξουσίας μεγαλυτέρου του θεσμικώς δικαιουμένου.[15] Ενδέχεται, δηλαδή, το μέγεθος της κοινωνικοοικονομικής ισχύος κάποιας ορισμένης κυρίαρχης φυλής σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, συνυπολογιζομένης και μιάς πιθανής αυξήσεως του αριθμού των μελών της, να μην συστοιχούσε στην θεσμική πολιτική της κατάσταση, η οποία εξακολουθούσε να παραμένει αμετάβλητη βάσει του ανωτέρω θεσμού, ερειδομένου σε μια άκαμπτη «γραμμική» ισότητα, μη αναλογική της πραγματικής δυνάμεως των φυλών, με συνέπεια μια ελλοχεύουσα δυσφορία των μελών της εν λόγω φυλής ικανή να τροφοδοτήσει στασιαστική διάθεση, προεχόντως των τινών γενών της καθότι επί μακρόν στερουμένων του αξιώματος του κόσμου, εάν, μάλιστα, συνεκτιμηθεί η φιλοτιμία (η έφεση προς τα αξιώματα, τιμάς) των Κρητών, η εν γένει φιλοπρωτία τους.[16] Η δυσφορία αυτή αναμενόμενο είναι ότι θα επιτείνετο στην περίπτωση κατά την οποία η καταστάσα ισχυρή φυλή δεν ήταν ομόφυλη προς τις λοιπές κυρίαρχες φυλές, εν όψει της κατά τα ανωτέρω υποβόσκουσας αντιπαλότητάς τους.

Όσον αφορά, ειδικότερα, στην Ιεράπυτνα, αρκετά πιθανή είναι η αύξηση της ισχύος της Καμιρίδος φυλής λόγω της ενδυναμώσεως, με την πάροδο του χρόνου και υπό τις κατάλληλες συγκυρίες, των οικονομικών (κυρίως εμπορικών-βιοτεχνικών) δραστηριοτήτων της, εάν θεωρηθεί ότι οι δωρικές φυλές παρέμειναν προσηλωμένες στην γαιοκτησία και τα δωρικά ήθη (την πολεμική αρετή, κοσμιότητα, σοβαρότητα και τιμή), τούτο δε προεχόντως κατά την ελληνιστική περίοδο, οπότε παρατηρείται αφ’ ενός η ανάπτυξη των διεθνών εμπορικών σχέσεων της Κρήτης, ιδίως των πόλεών της με νευραλγική θέση στις θαλάσσιες οδούς όπως η Ιεράπυτνα, σε συνδυασμό με την πρόοδο της ναυτιλίας, και αφ’ ετέρου η άνθιση της μισθοφορίας και πειρατείας, που έδωσαν διέξοδο σε ακτήμονες πολίτες ή σε ελεύθερους αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα ή και σε μη ελεύθερους, τους συμβατικά λεγομένους «δούλους».[17] Επιπροσθέτως, λίαν πιθανή φαίνεται και η απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων (πολιτογράφηση) από τους ελεύθερους χωρίς πολιτικά δικαιώματα ή και από τους «δούλους», καθότι την ελληνιστική περίοδο εμφανίζονται οικονομικώς ενισχυμένοι λόγω των ανωτέρω συγκυριών, ώστε αναμενόμενο ήταν να απαιτήσουν όπως συμπεριληφθούν στους πολίτες της Ιεραπύτνης. Τούτο πιθανώς επετεύχθη με την ένταξη αυτών ή κατά το κύριο μέρος τους, προεχόντως των μη εχόντων δωρική καταγωγή, στην Καμιρίδα φυλή με συνέπεια να καταστεί πολυάριθμη και τελικό αποτέλεσμα να διευρυνθεί σημαντικά ο δήμος της Ιεραπύτνης, καθιστάμενος πολυάνθρωπος (βλ. σημ. 11). Υπό την οπτική αυτή η Καμιρίς φυλή μπορεί να θεωρηθεί ως η βαθμηδόν επικρατήσασα στην Ιεράπυτνα φυλή και γι’ αυτό επιρρεπής στην υπόθαλψη στάσεων επ’ ωφελεία της.

 Επίλογος

Στις εξετασθείσες μαρτυρίες διαφαίνεται μια φυλετική συνιστώσα ορισμένων περιπτώσεων πολιτειακών στάσεων στην Ιεράπυτνα (ή και σε άλλες κρητικές πόλεις), η οποία όξυνε την ένταση της ενδοολιγαρχικής διαμάχης για την ανακατανομή της ύπατης πολιτικής εξουσίας και μεγιστοποίησε τις συνέπειές της, εξικνούμενες μέχρι τον κλονισμό και αυτής της πόλεως (ως κρατικής οντότητας) της Ιεραπύτνης, την κατάλυσή της για αδιευκρίνητο χρονικό διάστημα. Ευνοϊκό περιβάλλον επωάσεως των εν λόγω στάσεων συνιστούσε μιά ελλοχεύουσα αντιπαλότητα, για τις προεκτεθείσες αιτίες, των κυριάρχων φυλών στην Ιεράπυτνα, αποσταθεροποιητική της συνοχής της και υποδηλούσα την κεκρυμμένη φυλετική όψη των στάσεων αυτών.

Η ανωτέρω αντιπαλότητα έπαυσε να έχει ουσιαστικό πολιτικό αντίκρυσμα μετά την κατάκτηση της Ιεραπύτνης από τους Ρωμαίους (67 π.Χ.), της τελευταίας κατακτηθείσης κρητικής πόλεως κατόπιν σθεναράς αντιστάσεώς της. Αλλά και πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση η αντιπαλότητα αυτή πρέπει να είχε αμβλυνθεί. Άλλωστε οι λεγόμενοι «Μινωίτες», που αποτελούσαν μεγάλο μέρος του προδωρικού πληθυσμού της Ιεραπύτνης και συγκροτούσαν κατά το πλείστον την Καμιρίδα φυλή της, ήταν κι’ αυτοί Έλληνες εν πολλοίς[18], όπως οι Δωριείς, και όχι, επομένως, αλλογενείς, ώστε αναμενόμενος ήταν, με την πάροδο του χρόνου και την συνδρομή των καταλλήλων περιτάσεων, ο μεταξύ τους συγχρωτισμός, η σύγκλιση και συσσωμάτωσή τους, τελικώς δε το να «συμπνεύσουν» κατά την αριστοτελική ορολογία (Πολιτικά 1303 a 25-26).

Οι αιώνες παρήλθαν αλλά οι φυλές της Ιεραπύτνης δεν χάθηκαν. Ζούν και σήμερα με το αυτεξούσιο, την αγωνιστικότητα και την δημιουργικότητά τους αλλά και με τις έριδες, τα πάθη, τις εν γένει αδυναμίες τους · είναι οι Γεραπετρίτες, απόγονοι των κατά τον Β. Ψιλάκη Πελασγοδωριέων Ιεραπυτνίων, που πρέπει να έχουν επίγνωση της ταυτότητάς τους και να την περιφρουρήσουν, μη λησμονώντας τις ρίζες τους.

Οι προκείμενες μαρτυρίες, αν και σπαράγματα ιστορικών πληροφοριών, μπορούν να αποτελέσουν το έρεισμα για μια περαιτέρω διερεύνηση του θιγομένου με την παρούσα μελέτη ζητήματος, εφ’ όσον υποστηριχθούν από μελλοντικά, δυνάμενα να συσχετισθούν, ευρήματα συστηματικών αρχαιολογικών ανασκαφών στην Ιεράπετρα, που αποτελεί διαχρονικό αίτημα των Γεραπετριτών.

ΠΗΓΗ: Η παρούσα μελέτη, εστιασμένη στην Ιεράπυτνα, είναι τροποποίηση της μελέτης του ιδίου συγγραφέα, Ιωάννη Μ. Μαρκάκη, που παρουσιάσθηκε στο 13ο Κρητολογικό Συνέδριο με τίτλο «Η φυλετική όψη των κατά τον Αριστοτέλη στάσεων στις κρητικές πόλεις». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 23.3.2026.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Bile M. (1988), Le dialecte crétois ancien. Étude de la langue des inscriptions. Recueil des inscriptions postérieures aux IC, Paris, P. Geuthner.
  • Chaniotis A. (1988), «Zu den Inschriften von Amnisos», Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 71, 157-160.
  • Chaniotis Α. (1996), Die Verträge zwischen kretischen Poleis in der hellenistischen Zeit, Stuttgart, Franz Steiner Verlag.
  • Chaniotis Α. (2005), «The Great Inscription, its Political and Social Institutions, and the Common Institutions of the Cretans», E. Greco – M. Lombardo (επιμ.), La Grande Inscrizione di Gortyna. Centoventi anni dopo la scoperta. Atti del I Convegno Internazionale di Studi sulla Messara: Scuola Archaeologica Italia di Atene: Atene-Haghii Deka 25-28 Maggio 2004, Atene, Scuola Archeologica Italiana di Atene,175-194.
  • Χανιώτης Α. (1987), «Κλασική και Ελληνιστική Κρήτη», Νικ. Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη: Ιστορία και πολιτισμός, Ηράκλειο, Σύνδεσμος Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης-Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, 175-284.
  • Χανιώτης Α. (2006), «Προσδιορισμοί ταυτότητας στην Ελληνιστική Κρήτη», Θ. Δετοράκης – Α. Καλοκαιρινός (επιμ.), Πεπραγμένα Θ’ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου Ελούντα 1-6 Οκτωβρίου 2001, Ηράκλειο, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, τ. Α5, 9-24.
  • Gagarin Μ. – Perlman P. (2016), The Laws of Ancient Crete c. 650–400, Oxford, Oxford University Press.
  • Génévrois G. (2017), Le vocabulaire institutionnel crétois d’après les inscriptions (VIIe-IIe s. av. J.-C.). Étude philologique et dialectologique, Genève, Droz.
  • Gehrke H.- J. (1997), «Gewalt und Gesetz. Die soziale und politische Ordnung Kretas in der archaischen und klassischen Zeit», Klio 79, 23-68.
  • Γιούνη Μ. (2011), Η γένεση του νόμου στη δωρική Κρήτη, Θεσσαλονίκη, Βάνιας.
  • Grote O. (2014), «“The Twenty of the Polis” and the Drerian Phylai», Journal of Ancient Civilizations 29, 63-76.
  • Grote O. (2016), Die griechischen Phylen. Funktion – Entstehung – Leistungen, Stuttgart, Franz Steiner Verlag.
  • Guarducci M. (1935), Inscriptiones Creticae opera et consilio F. Halbherr collectae I. Tituli Cretae Μediane praeter Gortynios, Rome.
  • Guarducci M. (1939), Inscriptiones Creticae II. Tituli Cretae Occidentalis, Rome.
  • Guarducci M. (1942), Inscriptiones Creticae III. Tituli Cretae Orientalis, Rome.
  • Guarducci M. (1950), Inscriptiones Creticae IV. Tituli Gortynii, Rome.
  • Guizzi F. (2001), Hierapytna, storia di una polis cretese dalla fondazione alla conquista romana, Atti dell’ Academia Nazionale dei Lincei.
  • Jones N.F. (1975), Tribal Organisation in Dorian Greece, Berkeley, Ph.D. University of California.
  • Jones N.F. (1987), Public Organisation in Ancient Greece: A documentary study, Philadelphia, American Philosophical Society.
  • Καργάκος Σ. (2006), Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης (τ. Α΄), Αθήνα, Gutenberg.
  • Kirsten E. (1942), Das dorische Kreta I. Die Insel Kreta im fünften und vierten Jahrhundert, Würzburg, K. Triltsch Verlag.
  • Κριτζάς Χ.Β. (2000), «Νέα επιγραφικά στοιχεία για την ετυμολογία του Λασυθίου»,Θ. Δετοράκης – Α. Καλοκαιρινός (επιμ.), Πεπραγμένα του Η΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειον, 9 – 14 Σεπτεμβρίου 1996, Ηράκλειο, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, τ. Α2, 81-97.
  • Laffon A. (2018), «The meaning of acosmia in Aristotle, Politics II, 1272b1-16», Sintesis. Revista de Filosofia 1, 3-22.
  • Λαούρδας Β. (1948), «“Η Κρητική Πολιτεία” τοῦ Αριστοτέλους», Κρητικά Χρονικά, τ. 3, 387-415.
  • Link S. (1994), Das griechische Kreta. Untersuchungen zu seiner staatlichen und gesellschaftlichen Entwicklung vom 6. bis zym 4. Jahrhundert v. Chr., Stuttgart, Franz Steiner Verlag.
  • Μανδαλάκη A. (2004), Κοινωνία και Οικονομία στην Κρήτη κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη.
  • Μαρκάκης I. (2014), αδ’ έfαδε πόλι. Η κρητική – δωρική πολιτειακή τάξις, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Ελευθέριος Βενιζέλος-Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων.
  • Μικρογιαννάκης E. (1990), «“Aμαρτία” και “Iατρεία” της Κρητικής Πολιτείας κατά τον Aριστοτέλη», Πεπραγμένα Στ΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά, 24-30 Αυγούστου 1986, Χανιά, Φιλολογικός Σύλλογος «O Χρυσόστομος», τ. Α1, 467-475.
  • Mlodinow L. (2020), Κάτω από το κατώφλι -Το νέο ασυνείδητο και τι μας διδάσκει, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
  • Perlman P. (1992), «One Hundred-Citied Crete and the “Cretan Politeia”», Classical Philology 87, 193-205.
  • Perlman P. (2014), «Reading and Writing Archaic Cretan Society», Ο. Pilz -G. Seelentag (επιμ.), Cultural Practices and Material Culture in Archaic and Classical Crete. Proceedings of the International Conference, Mainz, May 20-21, 2011, Berlin,177-206.
  • Roussel D. (1976), Tribu et cite. Études sur les groupes sociaux dans les cites grecques aux epoques archaique et classique, Annales litteraires de l’ Universite de Besançon 193, Paris.
  • Ruzé F. (1983), «Les tribus et la décision politique dans les cités grecques archaiques et classiques», Ktèma 8, 299-306.
  • Seelentag G. (2015), Das archaische Kreta. Institutionalisierung im frühen Griechenland, Berlin, De Gruyter.
  • Σύλλογος Ανάδειξης Αρχαιοτήτων, Ιστορίας και Πολιτισμού Ιεράπετρας «ΙΕΡΑΠΥΤΝΑ-IERAPYTNA» (2021), Τάδε συνέθεντο Ιεραπύτνιοι… ,Ιεράπετρα.
  • Van Effenterre H. – Ruzé F. (1994), Nomima. Recueil d’inscriptions politiques et juridiques de l’archaisme Grec. I, Rome.
  • Van Effenterre H. – Ruzé F. (1995), Nomima. Recueil d’inscriptions politiques et juridiques de l’ archaisme Grec. II, Rome.
  • Willetts R.F. (1955), Aristocratic Society in Ancient Crete, London, Routledge and Kegan Paul.
  • Willetts R.F. (1965), Ancient Crete. A Social History from Early Times until the Roman Occupation, London, Routledge and Kegan Paul.
  • Willetts R.F. (1967), The Law Code of Gortyn, Kadmos Suppl. Ι, Berlin, De Gruyter.
  • Ψιλάκης Β. (1865), Περί των παρ’ Ομήρω πέντε της νήσου Κρήτης λαών, Λειψία, Τύποις Τευβνέρου.
  • Ψιλάκης Β. (1909), Ιστορία της Κρήτης από της απωτάτης αρχαιότητος μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων εις τόμους 3, Εν Χανίοις εκ του τυπ. «Νέας Ερεύνης».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. Η χρήση από τους Αρχαίους Συγγραφείς του όρου Κρητική πολιτεία δεν αποσκοπούσε στην υποδήλωση μιας καθολικής ταυτίσεως των πολιτικών θεσμών των κρητικών πόλεων, όπως εσφαλμένα εκλαμβάνεται, ένεκα του οποίου και βάλλεται η αξιοπιστία του όρου τούτου (βλ. Perlman 1992), αλλά μόνο στην κατά τα ουσιώδη (θεμελιώδη) δομικά στοιχεία ομοιότητα της πολιτικής συγκροτήσεώς τους. Η πολιτειακή αυτή ομοιότητα των κρητικών πόλεων δύναται να προσομοιωθεί με την κοινή, κατά τα ουσιώδη, πολιτειακή βάση των συγχρόνων ευρωπαϊκών κρατών παρά τις επιμέρους διαφορές τους, διαφορές που ίσως φαίνονται σημαντικές εάν δεν εστιασθούμε στην εν όλω βασική δομή της πολιτικής οργανώσεώς τους.
  2. βλ. Κριτζάς (2000)
  3. Για την φυλετική διάρθρωση της δωρικής Κρήτης βλ. ενδεικτικώς (κατά χρονολογική σειρά) Ψιλάκης (1909), Kirsten (1942), Willetts (1955, 1967), Jones (1975), Roussel (1976), Ruzé (1983), Jones (1987), Χανιώτης (1987), Bile (1988), Chaniotis (1988), Gehrke (1997), Μανδαλάκη (2004), Chaniotis (2005), Χανιώτης (2006), Γιούνη (2011), Grote (2014), Perlman (2014), Seelentag (2015), Gagarin -Perlman (2016), Grote (2016), Génévrois (2017)
  4. βλ. Καργάκος (2006 τ. Α) σ. 154 κ.επ.
  5. βλ. Ψυλλάκης (1865) σ. 63-64.
  6. Για τους κόσμους, τα λοιπά πολιτειακά όργανα και την εν γένει πολιτική οργάνωση των κρητικών πόλεων βλ. ενδεικτικώς (κατά χρονολογική σειρά) Kirsten (1942), Λαούρδας (1948), Willetts (1955, 1965), Χανιώτης (1987), Link (1994), Chaniotis (1996), Gehrke (1997), Μανδαλάκη (2004), Chaniotis (2005), Γιούνη (2011), Μαρκάκης (2014)
  7. βλ. Chaniotis (2005) σ. 180
  8. βλ. Μικρογιαννακης (1990), Μαρκάκης (2014), Laffon (2018) κ.ά.
  9. Στο πλαίσιο των εταιριών τα μέλη τους (οι εταίροι), ανήκοντα στην ίδια φυλή, συσκέπτοντο για δημόσιες υποθέσεις (βλ. Αθηναίου Δειπνοσοφισταί IV. 143 d) και εκφωνούντο πολιτικοί λόγοι (βλ. Πλουτάρχου Λυκούργος XII. 12), ενώ ο Πλάτων στους Νόμους του (636 a) ευθέως συσχετίζει τον θεσμό των εταιριών με στασιαστικές κινήσεις. Στα συσσίτια ήταν λίαν ευχερής η προσέλκυση οπαδών μεταξύ των εταίρων της συγκεκριμένης φυλής από τα τινά γένη της, ιδίως από τους δυνατούς των τινών γενών, και η προώθηση των πολιτικών τους φιλοδοξιών (βλ. Link 1994 σ. 9 κε., Gehrke 1997 σ. 39 κε., Μανδαλάκη 2004 σ. 220 κ.ά.).
  10. βλ. Πολιτικά 1252 b 15-24 και 26-30, 1253 a 1-30, 1261 a 25-30, 1280 b και 1281 a 1-4.
  11. Την μη αμιγώς από δωρικό πληθυσμό κυρίαρχη πολιτικώς φυλετική βάση των κρητικών πόλεων και τον εκ τούτου συναγόμενο μεγάλο αριθμό των πολιτών τους πιθανώς υποδηλοί η προκύπτουσα από τα Πολιτικά (1272 a 23-26) πολυανθρωπία των κρητικών πόλεων (πρβλ. Ομήρου Οδύσσεια τ 172-179 / βλ. Ψιλάκης 1865), αναφερομένη στους πολίτες τους, όπως, άλλωστε, συνάγεται και από την εξ αντιδιαστολής χρήση του όρου ολιγανθρωπία στα Πολιτικά 1270 a 35-38, ώστε, κατά την ίδια μαρτυρία (Πολιτικά 1272 a 23-26), να νομοθετούντο στις κρητικές πόλεις μέτρα για τον περιορισμό της, εν αντιθέσει προς την Σπάρτη, με ομοιογενή κυρίαρχη φυλετική βάση, στην οποία, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες (Πολιτικά 1270 a 30-41 και 1270 b 1-5), νομοθετούντο μέτρα για τον περιορισμό της ολιγανθρωπίας της. Αλλά και ο θεσμός της εκ περιτροπής εναλλαγής των κυριάρχων φυλών στην ανάδειξη των κόσμων, με αποτέλεσμα την μη διαρκή κατοχή του αξιώματος του κόσμου από μία μόνο φυλή, είναι δυνατόν να υποκρύπτει το μη ομόφυλο των κυριάρχων στις κρητικές πόλεις φυλών και έναν μεταξύ τους πολιτικό συμβιβασμό αποτυπούμενο στον θεσμό αυτόν. Διαφαίνεται ότι οι Δωριείς στην Κρήτη, αντιθέτως προς την Σπάρτη, δεν περιχαρακώθηκαν στην φυλετική τους ταυτότητα διαμορφώνοντας μία κλειστή ενσυνείδητη φυλετική κοινότητα επιβαλλομένη μόνο δια της στρατιωτικής βίας και του καταναγκασμού αλλά «ανοίχθηκαν» επί μακρόν προς τους προδωρικούς πληθυσμούς προβαίνοντας σε μια διαδικασία βαθμιαίας προσαρμογής και ενσωματώσεως ή αφομοιώσεώς τους, επηρεαζόμενοι συγχρόνως από την διαδικασία αυτή (βλ. και τις διαπιστώσεις του Αριστοτέλους στα Πολιτικά 1272 b 18-19 και 1264 a 20-23 για την έλλειψη στην Κρήτη επαναστάσεων από τους περιοίκους και το ότι στους εκεί «δούλους» τα πάντα επιτρέποντο εκτός από την εκγύμναση και την κατοχή όπλων, ενώ ο Πλάτων στους Νόμους 776 c-d δεν περιλαμβάνει την Κρήτη στις περιοχές στις οποίες εκδηλώθηκαν ταραχές «δούλων»). Ωστόσο, το «άνοιγμα» αυτό των Δωριέων στην Κρήτη και η επακόλουθη ανομοιογένεια των κυριάρχων κρητικών φυλών ενδεχομένως ελλόχευε μιά μεταξύ τους ανταγωνιστική, και εν τέλει στασιαστική, διάθεση (πρβλ. Παυσανία Ελλάδος περιήγησις III.2.7), σε βάρος, επομένως, της πόλεως, αντιθέτως προς την συγγενική με την Κρήτη, κατά τους Αρχαίους Συγγραφείς, αλλά φυλετικώς ομοιογενή Σπάρτη.
  12. Αλλά και από την νεώτερη Ψυχολογία έχουν επισημανθεί οι προστριβές και συγκρούσεις μεταξύ των φυλών ως απότοκες της διαφορετικότητας των ταυτοτήτων τους (βλ. Mlodinow 2020 κεφ. 8ο, κ.ά.).
  13. βλ. Καργάκος (2006 τ. Α) σ. 172
  14. βλ. Γιούνη (2011) σ. 131.
  15. βλ. Grote (2016) στο κεφάλαιο για την Γόρτυνα.
  16. βλ. Πλάτωνος Πολιτεία 545b, 548c, 549a. Κατά τον Αριστοτέλη η εν γένει φιλοτιμία συνιστά ένα από τα κύρια υποκειμενικά αίτια των στάσεων (βλ. Πολιτικά 1271a και 1302a).
  17. βλ. Χανιώτης (1987) σ. 235-236 και 264 κ.επ.
  18. Στην αρχαιοελληνική μυθολογική παράδοση διαφαίνεται ο ελληνικός χαρακτήρας του λεγομένου «μινωικού πολιτισμού» (κατά την κρατήσασα ορολογία του Ά. Έβανς), όπως, άλλωστε, προκύπτει από πρόσφατες γενετικὲς ἔρευνες τοῦ Ἰατρικοῦ Κέντρου Markey Molecular (υπό την εποπτεία του καθηγητή Γ. Σταματογιαννόπουλου) όσον αφορά στην φυλετική ταυτότητα του «μινωικού» πληθυσμού της Κρήτης, καταδειχθείσα εν πολλοίς ελληνική (βλ. Nature Communications Μαΐου 2013).

ΣΤΑΣΕΙΣ και ΦΥΛΕΣ στην ΙΕΡΑΠΥΤΝΑ ΣΤΑΣΙΣ ΦΥΛΗ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ λασυθιου κρητης μαρκακης λασιθιου κρητη λασιθι λασυθι δωριστι βουλα βουλη επιγραφη κρητες πολιτες κρητικες πολεις δωρικες φυλες υλλεις, δυμανες παμφυλοι, κρητικη πολη, αγνωστες πολεις Κρήτης, Αιθαλεις, Αισχεις, Διφυλοι, Δονοκειοι, Εχανορεις, Λασυνθιοι, Λατοσιοι, Συνανεις, δωριεις καταγωγη αμιγως δωρικη δωρικα συγχωνευση μικτη μιξη προδωρικοι πληθυσμοι τοπικος γεωγραφικος προσδιορισμος Λασυνθι κυριαρχη ελληνιστικη περιοδος προδωρικος πληθυσμος Μινωιτες αχαιοι ετεοκρητες αρχαια ελληνικη γραμματεια

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΑ ΧΩΡΙΑ ΚΙΣΣΑΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ: Το Καρυδάκι, που δεν έχει καρυδιές!

Το Καρυδάκι ήταν χωριό της σημερινής Κοινότητος Βλάτος. Το...

Κρήτη, Σεισμοί και Ενέργεια…

Του ιατρού πνευμονολόγου-φυματιολόγου Στυλιανού Θ. Μητρόπουλου Παρασκευή 24 Απριλίου 2026, καταγράφηκαν...

Το σκουλαρίκι είναι ελληνική λέξη – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από το μεσαιωνικό...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form