Σωκράτη
τον έλεγαν…
τον έλεγαν…
Της αθλήτριας-δημοσιογράφου
Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Μαρίας Σκαμπαρδώνη
Σωκράτη τον
έλεγαν.
έλεγαν.
Και την Αθήνα
γύρναγε διδάσκοντας –
γύρναγε διδάσκοντας –
ήθελε οι
άνθρωποι την αρετή να μάθουν.
άνθρωποι την αρετή να μάθουν.
Όπως η μαία
τα μωρά
τα μωρά
έτσι και
εκείνος την αλήθεια ήθελε να βγάλει
εκείνος την αλήθεια ήθελε να βγάλει
από του
ανθρώπου την καρδιά.
ανθρώπου την καρδιά.
Την κακία του
κόσμου
κόσμου
με πόση
υπομονή αντιμετώπιζε!
υπομονή αντιμετώπιζε!
Το χρήμα δεν το
προσκύνησε,
προσκύνησε,
τη δόξα δεν
αποζητούσε
αποζητούσε
και όμως, την
Ιστορία άλλαξε
Ιστορία άλλαξε
και ας μην το
αποζητούσε.
αποζητούσε.
Το θάνατο δεν
τον φοβήθηκε,
τον φοβήθηκε,
με θάρρος στα
μάτια κοίταξε.
μάτια κοίταξε.
Την
κατηγορία, τη ζήλια και το φθόνο
κατηγορία, τη ζήλια και το φθόνο
από πολλούς
ανθρώπους δέχθηκε.
ανθρώπους δέχθηκε.
Και όμως να
δραπετεύσει
δραπετεύσει
αποφεύγοντας το
νόμο ποτέ δε δέχθηκε.
νόμο ποτέ δε δέχθηκε.
Με θάρρος
περίσσιο και πυγμή
περίσσιο και πυγμή
το κώνειο
ήπιε και απέθανε.
ήπιε και απέθανε.
Μα η ψυχή του
αθάνατη έμεινε
αθάνατη έμεινε
και για έναν
άλλο κόσμο έφυγε.
άλλο κόσμο έφυγε.
Μα ποτέ δεν
έφυγε
έφυγε
από των
στοχαστών το νου.
στοχαστών το νου.
Και αν το
σώμα επέστρεψε στη γη,
σώμα επέστρεψε στη γη,
η ψυχή δεν
πήγε πουθενά αλλού.
πήγε πουθενά αλλού.


