Του Γιώργου Λεκάκη
Η λέξις / επίθετο φρικτός, ‑ή, ‑όν (> φριχτός) [κ, γ, χ]
(=
φρικώδης, αποτρόπαιος, ο προκαλών δέος, έκπληξη).
![]() |
| Δεκάδες κρανία από ανθρωποθυσίες, που προκαλούν φρίκη, εντοπίσθηκαν στο ΜΕΞΙΚΟ. |
Απαντάται για πρώτη φορά τον 4ο
π.Χ. αιώνα
και αναφέρεται 3.109 φορές
στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
Το επίθετο προκύπτει από την
ελληνική λέξη φριξ > φρίκη, που σημαίνει ελαφρύς κυματισμός της θάλασσας. > Φρικτά μέρη: Αυτά όπου φυσάει συνέχεια (> Φρίκες Ιθάκης), αυτά που σου προκαλούν ανατριχίλα, αποτρόπαια…
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ θέματα ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ, ΕΔΩ.
Ο
άνθρωπος είδε την ανατριχίλα στο δέρμα του και την παρομοίασε με την φρίκη της θαλάσσης.
Έτσι, αυτό που του προξενεί ανατριχίλα το ονόμασε φρίκη (> λατ. frigeo, Frio, froid, freeze, einfrieren, fredge, freddo, κλπ.).
Το κρύο (> frigus, frio) που προκαλείται από άνεμο, ο
οποίος δημιουργεί ανατριχίλα και αναταραχή στην θάλασσα), διατηρεί τα φαγητά…
φρέσκα (fresco)…
ΠΗΓΗ: TLG. Λεξ. Δημητράκου. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

