Του Γιώργου Λεκάκη
Η αρχαία πόλη Λᾶος[1], τότε της Λευκανίας, νυν της Καλαβρίας, αλλά πάντα της Μεγάλης Ελλάδας / Κάτω Ιταλίας, ονομάσθηκε Σκαλία (στα καλαβρέζικα) από την αρχαία ελληνική λέξη σκαλίον > σκαλί, σκαλιά, σκάλα, κλπ. Έτσι σήμερα λέγεται Σκαλέα (τοπική διάλεκτο «a Scalia»). Είναι ιταλικός δήμος με περίπου 12.000 κατοίκους, στην επαρχία Κοζέντσα Καλαβρίας…
- Επήρε το όνομά Σκάλα από την αρχαία διαμόρφωση της ακτογραμμής της: Scala (σκάλα) είναι η λαϊκή ονομασία του μικρού θαλάσσιου λιμένα, ή μιας προβλήτας / αποβάθρας. Το όνομα αυτό για το χωριο χρονολογείται από τα μέσα του 9ου αιώνα, από ένα τότε νησάκι στην νυν Πύλη Ταλαιών[2] / Torre Talao στον 39ο παράλληλο [39.812519305140995, 15.788279581790357], που ήταν ιδανικό σημείο αποβίβασης και αποβάθρα για σκάφη…
Σήμερα η ακτή της εκτείνεται 8 χλμ. στο Τυρρηνικό Πέλαγος και συνορεύει με τον κόλπο του Πολυκάστρου στα νότια. Οι παλαιότερες συνοικίες είναι «σκαρφαλωμένες» σε αναβαθμίδες, σε υψόμετρο 75 μ. επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το πιο σύγχρονο τμήμα της πόλεως αναπτύσσεται τουριστικά κατά μήκος της ακτής [39.81921174568542, 15.784021447679594]…
Η βόρεια ακτογραμμή έχει πολλές θαλασσοσπηλιές… Την διαρρέει ο φερώνυμος ποταμός Λάος. Γεωλογικώς, η περιοχή χαρακτηρίζεται από αποθέσεις και σχηματισμούς της Τριαδικής – Ολόκαινου περιόδου.
Αρχαιολογικές ανασκαφές στα σπήλαια της Τόρε Ταλάο έχουν αποκαλύψει πέτρινα και οστέινα αντικείμενα από την παλαιολιθική εποχή.
Κατά την Εποχή Χαλκού, την Εποχή Σιδήρου και τις πρωτοϊστορικές περιόδους (10ος – 7ος αιώνας π.Χ.) οι κάτοικοι ζούσαν στις κοιλάδες σε μικρές κοινότητες: Απόδειξη ο βράχος Torre dell’isola, ένας από τους πρώτους οικισμούς στην νότια Ιταλία! Κατά την διάρκεια ανασκαφών στα σπήλαια του Torre Talao, βρέθηκαν στοιχεία της μουστεριας περιόδου, καθώς και ερείπια πανίδας του Πλειστόκαινου – Μέσης Παλαιολιθικής.
Στην συνέχεια, ήλθαν οι Οινωτρείς Έλληνες, μέχρι που οι Συβαρίτες Αχαιοί Έλληνες, για να διευκολύνουν τις επικοινωνίες με την αποικία τους στην Ποσειδωνία (νυν Παέστουμ / Πεστουμ), ίδρυσαν την πόλη Λάος, τον 7ο αι. π.Χ. – περί το 600 π.Χ. – ως μια παράκτια πόλη, στους πρώτους λόφους του ομωνύμου ποταμού.
Η πόλις Λάος έγινε πρόγονος της ρωμαϊκής αποικίας του Λαβινίου, όπως αποδεικνύεται από τα πολυάριθμα ερείπια ρωμαϊκών επαύλεων από την αυτοκρατορική εποχή που είναι διάσπαρτα στην πεδιάδα και στους πρώτους λόφους.
Ο αρχικός πυρήνας της Σκάλας προέκυψε κατά την περίοδο της σύγκρουσης Βυζαντινών – Λομβαρδών. Στα τέλη του 6ου αιώνα, η Σκάλα κατελήφθη από τους Λομβαρδούς. Τον 7ο αι. οι Αναχωρητές Βυζαντινοί Έλληνες ερημίτες μοναχοί, έκαναν την ασκητική τους ζωή εδώ, σε μικρά καταφύγια (τα σπήλαια που τα έλεγαν Σκαλικελλια – Scalicella)[3]. Μετά ο Καρλομάγνος υπέταξε όλα τα δουκάτα (τέλη 8ου αι.).
Η Σκάλα είχε μεγάλη εμπορική και ναυτιλιακή δραστηριότητα ήδη όταν ήλθε η νορμανδική-γερμανική εποχή. Στις αρχές του 14ου αιώνα, δε, η Σκάλα έγινε σημαντικό θαλάσσιο λιμάνι. Εξεγέρθηκε εναντίον των Ανδηγαυών, και έγινε κρατική γη, με σημαντική φορολογική ελάφρυνση, που διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό όλες τις παραγωγικές και εμπορικές δραστηριότητες. Το ναυτικό της Σκάλας έγινε ένα από τα πιο φημισμένα στην Καλαβρία! Τα πλοία του, έπλεαν στα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου!
Αλλά οι πόλεμοι, οι επιδρομές των Σαρακηνών και οι επιδημίες αντέστρεψαν αυτήν την τάση. Μειωθηκε ο πληθυσμος στο μισό!
Τον 16ο αιώνα, ξέσπασαν αντιφεουδαρχικές εξεγέρσεις σε διάφορα μέρη της Καλαβρίας. Η Σκάλα συμμετείχε ενεργά.
Ο 17ος αιώνας ήταν από τους πιο δύσκολους. Σεισμοί προκαλεσαν μεγάλες ζημιές, ήλθαν επιδημίες και λιμοί…
- Η πόλη «έχει 4 πύλες: η μία ονομάζεται Πύλη της θάλασσας, η δεύτερη ονομάζεται Πύλη της Γέφυρας, από μια αρχαία γέφυρα, όπου μπορεί κανείς να δει ένα πυροβολικό. Η τρίτη είναι η Πύλη Κυμαλόνγκα / Cimalonga , όπου υπάρχει ένας πύργος που τώρα χρησιμεύει ως φυλακή, και η τέταρτη είναι η Πύλη του Φρουρίου. Στην κορυφή μπορείτε να δείτε το αρχαίο κάστρο της, σχεδόν ερειπωμένο, με τους προμαχώνες και τις τάφρους του, και υπάρχει ένα πυροβολικό, από το οποίο οι πρεσβύτεροι της πόλης θυμούνται ότι υπήρχαν πολλά. Λίγα βήματα μακριά από την πύλη της θάλασσας, προς τα βόρεια, στην κορυφή ενός όμορφου λόφου, μπορείτε να δείτε έναν πολύ αρχαίο πύργο που ονομάζεται Ιούδας[4], ο οποίος πρέπει να χρησίμευε ως παρατηρητήριο για το προαναφερθέν κάστρο. Η πόλη διαθέτει ένα βολικό και ασφαλές λιμάνι για φορτηγά πλοία, και στην αριστερή πλευρά υπάρχει ένας πύργος κτισμένος σε μια μικρή χερσόνησο την εποχή του Καρόλου Ε΄ με τρία κανόνια, τα οποία φυλάσσονται από μερικούς ανάπηρους στρατιώτες με τον σημαιοφόρο τους. Στα δεξιά του λιμανιού υπάρχουν πολλοί βράχοι που εκτείνονται σε μήκος μεγαλύτερο των τριών μιλίων, και υπάρχουν σπηλιές από πέρασμα σε πέρασμα, και μεταξύ αυτών μία ονομάζεται Grotta della pecora (Σπηλιά των Προβάτων), στην οποία φωλιάζουν πολλά αγριοπερίστερα. Η περιοχή της συνορεύει ανατολικά με αυτήν του Παπασίδερο, βόρεια με αυτήν της Αιήτης / Αιέτα και νότια με αυτήν του Αμπατεμάρκο και του Ουρσομάρζο. Στα δεξιά της πόλης περνάει ένα μικρό ρυάκι που σχεδόν αγκαλιάζει την πύλη της θάλασσας. Έχει μια λίμνη που ονομάζεται Πάντανος, με περίμετρο σχεδόν ένα μίλι, και τέλος, εντός των ορίων της, σε απόσταση τριών μιλίων, υπάρχει ένας άλλος ποταμός που ονομάζεται Σκάλεας, που πηγάζει από το Λάινο, το οποίο συγκεντρώνει πολύ νερό σε βροχερό καιρό, και παρ’ όλο που είναι πολύ ωφέλιμος για την καλλιέργεια αυτής της περιοχής, ποτίζοντας τις εκτάσεις των πολιτών, μερικές φορές προκαλεί ζημιές με τις πλημμύρες του. Παράγει άφθονο σιτάρι, καλαμπόκι, λαχανικά και κάθε είδους φρούτα και εξαιρετικά κρασιά. Το ψωμί και τα καρπούζια είναι πολύ καλά, όπως και τα κρεμμύδια, τα οποία αποτελούν σημαντικό εμπορικό προϊόν με τις γειτονικές χώρες. Τα σύκα και τα σταφύλια ζιμπίμπι είναι επίσης εξαιρετικά, και όταν αποξηραίνονται, έχουν μεγάλη ζήτηση από τους Γενουάτες, τους Λιβορνέζους, ακόμη και τους Άγγλους, οι οποίοι έρχονται να τα φορτώσουν είτε στο λιμάνι του Σαν Νικόλα, μια περιοχή αυτής της πόλης, είτε στο νησί Ντίνο ντι Αιήτη. Η προαναφερθείσα λίμνη Πάντανο και ο ποταμός Σκάλεας, παρέχουν στους κατοίκους χέλια και κέφαλους. Αλλά η θάλασσα είναι αυτή που τους παρέχει μεγάλη ποσότητα ψαριών και θαλασσινών, τα οποία συλλέγουν από τον διαιρεμένο ύφαλο. Δεν υπάρχουν δάση, όλα εκ των οποίων έχουν καλλιεργηθεί, και μόνο κοντά στο ποτάμι υπάρχει ένα δάσος που ονομάζεται “I salici” που βρίσκεται απέναντι, συγκρατώντας τα νερά που δεν ρέουν στις περιοχές σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων. Υπάρχει κυνήγι λαγών, αλεπούδων και λύκων, ειδικά σε ένα μέρος που ονομάζεται Vannefora, και δεν υπάρχει έλλειψη πουλιών, ειδικά στη διαιρεμένη λίμνη τον χειμώνα, και στην ύπαιθρο μπεκάτσες, πέρδικες κλπ. Υπάρχει ένα βασιλικό τελωνείο με δικό του ταμία, λογιστή, διαπιστευμένο και αναπληρωτή γραμματέα. Έχει ένα χωριουδάκι που ονομάζεται San Nicola Arcella, του οποίου ο πληθυσμός, σε συνδυασμό με αυτόν της Scalea, ανέρχεται σε 3.000 άτομα. – ΠΗΓΗ: L. Giustiniani «Γεωγραφικό Λεξικό του Βασιλείου της Νάπολης», Νάπολι, 1802.
Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Σκάλα βομβαρδίστηκε.
ΣΗΜΕΡΑ, το εσωτερικό της Scalea είναι ένας… λαβύρινθος: Σκάλες, σοκάκια, πλατείες, στηρίγματα και καμάρες. Ένα από τα χαρακτηριστικά του ιστορικού κέντρου της είναι τα suppuorti, τα καλυμμένα τμήματα των δρόμων. Δημιουργήθηκαν από την ανάγκη να κτιστούν σπίτια το ένα πάνω στο άλλο για άμυνα.
Στα τουριστικά αξιοθέατά της, ελληνικού ενδιαφέροντος είναι:
- η επισκοπική Εκκλησία της (Santa Maria d’Episcopio), πιο γνωστή ως Madonna del Carmine. Πλούσια σε μνημεία και έργα τέχνης. Η Παναγία του Όρους Καρμίνου / Κάρμηλου ανακηρύχθηκε πολιούχος αγία προστάτις της Σκάλας στις 7.3.1875, μετά από μια επιδημία χολέρας. Η Καρμηλιτική Αδελφότης είχε ιδρυθεί το 1806. Πανηγυρίζεται στις 15 και 16 Ιουλίου. Το πρωί της 16ης Ιουλίου, ο δήμαρχος, εκ μέρους των πολιτών, προσφέρει ένα αναθηματικό κερί στην Παναγία. Το άγαλμα της Παναγίας περιφέρεται σε πομπή, στους κεντρικούς δρόμους της πόλεως. Οι γυναίκες συμμετέχουν στην πομπή φορώντας «cinte» (ένα πλούσια διακοσμημένο ξύλινο πλαίσιο σχεδιασμένο για να κρατά αναθηματικά κεριά και κορδέλλες).
Βυζαντινή τοιχογραφια της Chiesetta dello Spedale, με τον άγιο Νικόλαο.
Υπάρχουν επίσης:
- Ερείπια βασιλικών-βυζαντινών εκκλησιών του 9ου αιώνα με τοιχογραφίες. Τα ελληνικά μοναστήρια, «ανατέθηκαν» / πέρασαν σε λατινικά μοναστήρια – ιδίως με την άφιξη των Νορμανδών Γερμανών, οι βυζαντινές εκκλησίες «έπρεπε» με νόμο να εκλατινιστούν!
Βυζαντινή τοιχογραφία, όπως σώζεται, με τον άγιο Νικόλαο στην μέση…
Μία απο αυτές τις εκλατινισμένες είναι η «Εκκλησία του Νοσοκομείου» φραγκισκανικό μοναστήρι (γνωστό και ως “Chiesetta dello Spedale”), που κτίσθηκε από βασιλικούς βυζαντινούς Έλληνες της Βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης μοναχούς, τον 9ο αι. Διαθέτει δύο ναούς, τρεις αψίδες, κοιτώνα, τραπεζαρία και σαλόνι. Η εκκλησία ήταν αρχικώς μέρος ενός βυζαντινού μοναστηριού, όπως αποδεικνύεται από τις τοιχογραφίες. Η μοναρχία των Βουρβόνων (1735 – 1860) το ανακαίνισε και το χρησιμοποιησε ως νοσοκομείο. Δυστυχώς, έτσι κατεστράφη μεγάλο μέρος των τοιχογραφιών. Ο χώρος αργότερα χρησιμοποιήθηκε και ως… ελαιοτριβείο – εξακολουθεί να υπάρχει μια μεγάλη πέτρινη μυλόπετρα. Ξύλινα και μαρμάρινα γλυπτά, τοιχογραφίες και πίνακες ζωγραφικής θα δείτε και στον Άγιο Νικόλαο της Πλατείας / San Nicola Plateis.
Ο ΙΝ Άγιος Νικόλαος των Ελλήνων / dei Greci με βυζαντινές τοιχογραφίες του 10ου – 11ου αιώνα μ.Χ.
- Ερείπια του Φραγκισκανικού Μοναστηριού (13ου αι.).
- Ρωμαϊκή Σαρκοφάγος του Αντεμάρο (14ος αι.).
- Τέλος, σπήλαια με κατοίκηση από την Μέση Παλαιολιθική (Μουστεριανή εποχή) και θαλασσοκαμάρες – θαλασσοσπηλιές – πιο περίφημες οι: «du trasi e jesci», «della pecora» και «del bacio» – προσβασιμες και εκδρομικά καΐκια.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης «Συγχρονης Ελλαδος περιηγησις». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2003.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
[1] «Μετὰ δὲ τὸ στόμα τοῦ Σιλάριδος Λευκανία καὶ τὸ τῆς Ἥρας ἱερὸν τῆς Ἀργώιας, Ἰάσονος ἵδρυμα, καὶ πλησίον ἐν πεντήκοντα σταδίοις ἡ Ποσειδωνία. Συβαρῖται μὲν οὖν ἐπὶ θαλάττηι τεῖχος ἔθεντο, οἱ δ᾽ οἰκισθέντες ἀνωτέρω μετέστησαν, ὕστερον δὲ Λευκανοὶ μὲν ἐκείνους, Ῥωμαῖοι δὲ Λευκανοὺς ἀφείλοντο τὴν πόλιν. ποιεῖ δ᾽ αὐτὴν ἐπίνοσον ποταμὸς πλησίον εἰς ἕλη ἀναχεόμενος. ἐντεῦθεν δ᾽ ἐκπλέοντι τὸν κόλπον νῆσος Λευκωσία, μικρὸν ἔχουσα πρὸς τὴν ἤπειρον διάπλουν, ἐπώνυμος μιᾶς τῶν Σειρήνων, ἐκπεσούσης δεῦρο μετὰ τὴν μυθευομένην ῥῖψιν αὐτῶν εἰς τὸν βυθόν. τῆς δὲ νήσου πρόκειται τὸ ἀντακρωτήριον ταῖς Σειρηνούσσαις ποιοῦν τὸν Ποσειδωνιάτην κόλπον. κάμψαντι δ᾽ ἄλλος συνεχὴς κόλπος, ἐν ὧι πόλις ἣν οἱ μὲν κτίσαντες Φωκαιεῖς Ὑέλην οἱ δὲ Ἔλην ἀπὸ κρήνης τινὸς οἱ δὲ νῦν Ἐλέαν ὀνομάζουσιν, ἐξ ἧς Παρμενίδης καὶ Ζήνων ἐγένοντο ἄνδρες Πυθαγόρειοι. δοκεῖ δέ μοι καὶ δι᾽ ἐκείνους καὶ ἔτι πρότερον εὐνομηθῆναι· διὸ καὶ πρὸς Λευκανοὺς ἀντέσχον καὶ πρὸς Ποσειδωνιάτας καὶ κρείττους ἀπήιεσαν καίπερ ἐνδεέστεροι καὶ χώραι καὶ πλήθει σωμάτων ὄντες. ἀναγκάζονται γοῦν διὰ τὴν λυπρότητα τῆς γῆς τὰ πολλὰ θαλαττουργεῖν καὶ ταριχείας συνίστασθαι καὶ ἄλλας τοιαύτας ἐργασίας. φησὶ δ᾽ Ἀντίοχος Φωκαίας ἁλούσης ὑφ᾽ Ἁρπάγου τοῦ Κύρου στρατηγοῦ, τοὺς δυναμένους ἐμβάντας εἰς τὰ σκάφη πανοικίους πλεῦσαι πρῶτον εἰς Κύρνον καὶ Μασσαλίαν μετὰ Κρεοντιάδου, ἀποκρουσθέντας δὲ τὴν Ἐλέαν κτίσαι· διέχει δὲ τῆς Ποσειδωνίας ὅσον διακοσίους σταδίους ἡ πόλις. μετὰ δὲ ταύτην ἀκρωτήριον Παλίνουρος. πρὸ δὲ τῆς Ἐλεάτιδος αἱ Οἰνωτρίδες νῆσοι δύο ὑφόρμους ἔχουσαι. μετὰ δὲ Παλίνουρον Πυξοῦς ἄκρα καὶ λιμὴν καὶ ποταμός· ἓν γὰρ τῶν τριῶν ὄνομα· ὤικισε δὲ Μίκυθος ὁ Μεσσήνης ἄρχων τῆς ἐν Σικελίαι, πάλιν δ᾽ ἀπῆραν οἱ ἱδρυθέντες πλὴν ὀλίγων. μετὰ δὲ Πυξοῦντα Λᾶος κόλπος καὶ ποταμὸς καὶ πόλις, ἐσχάτη τῶν Λευκανίδων, μικρὸν ὑπὲρ τῆς θαλάττης, ἄποικος Συβαριτῶν, εἰς ἣν ἀπὸ Ἔλης στάδιοι τετρακόσιοι· ὁ δὲ πᾶς τῆς Λευκανίας παράπλους ἑξακοσίων πεντήκοντα. πλησίον δὲ τὸ τοῦ Δράκοντος ἡρῶιον ἑνὸς τῶν Ὀδυσσέως ἑταίρων, ἐφ᾽ οὗ ὁ χρησμὸς τοῖς Ἰταλιώταις ἐγένετο Λάιον ἀμφὶ Δράκοντα πολύν ποτε λαὸν ὀλεῖσθαι. ἐπὶ γὰρ ταύτην Λᾶον στρατεύσαντες οἱ κατὰ τὴν Ἰταλίαν Ἕλληνες ὑπὸ Λευκανῶν ἠτύχησαν ἐξαπατηθέντες τῶι χρησμῶι». – ΠΗΓΗ: Στράβων, Γεωγρ. 6.1.1.
ΑΠΟΔΟΣΙΣ Γ. Λεκάκη: «Μετά το στόμιο του ποταμού Σιλάρι, βρίσκεται η Λευκανία και το ιερόν της Ήρας της Αργώιας, ίδρυμα του Ιάσονα, και κοντά, σε απόσταση 50 σταδίων, η Ποσειδωνία. Οι Συβαρίτες, λοιπόν, έκτισαν τείχος δίπλα στην θάλασσα, ενώ όσοι εγκαταστάθηκαν υψηλότερα μετακινήθηκαν αργότερα. Στην συνέχεια, οι Λευκανοί πήραν την πόλη από εκείνους και οι Ρωμαίοι την αφαίρεσαν από τους Λευκανούς.
Την περιοχή την κάνει ανθυγιεινή ένας ποταμός που βρίσκεται κοντά και χύνεται σε έλη. Από εκεί, καθώς ταξιδεύει κανείς με πλοίο και βγαίνει από τον κόλπο, βρίσκεται το νησί Λευκωσία, που απέχει λίγο από την απέναντι στεριά και πήρε το όνομά του από μία από τις Σειρήνες, η οποία, σύμφωνα με τον μύθο, αφού οι Σειρήνες ρίχτηκαν στην θάλασσα, παρασύρθηκε και έπεσε εδώ. Μπροστά από το νησί βρίσκεται ένα ακρωτήριο, το οποίο, μαζί με τις Σειρηνούσσες, σχηματίζει τον Ποσειδωνιάτη κόλπο.
Αφού περάσει κανείς το ακρωτήριο, συναντά έναν ακόμη συνεχόμενο κόλπο. Εκεί βρίσκεται μια πόλη, την οποία όσοι την ίδρυσαν, οι Φωκαείς, την ονόμασαν Υέλη, άλλοι την ονόμαζαν Έλη από κάποια πηγή, ενώ σήμερα ονομάζεται Ελέα. Από εκεί κατάγονταν ο Παρμενίδης και ο Ζήνων, άνδρες της πυθαγόρειας σχολής.
Μου φαίνεται ότι και χάρη σε αυτούς, αλλά ακόμη και από παλαιότερα, η πόλη είχε καλή και ευνομούμενη πολιτεία. Γι’ αυτό και αντιστάθηκαν στους Λευκανούς και στους Ποσειδωνιάτες και έβγαιναν νικητές, παρ’ όλο που ήταν κατώτεροι τόσο σε έκταση χώρας όσο και σε αριθμό ανδρών.
Αναγκάζονται, λοιπόν, εξ αιτίας της πτωχής και άγονης γης τους, να ασχολούνται σε μεγάλο βαθμό με τις θαλάσσιες εργασίες, να παρασκευάζουν παστά τρόφιμα και να επιδίδονται και σε άλλες παρόμοιες εργασίες.
Ο Αντίοχος αναφέρει ότι, όταν η Φώκαια καταλήφθηκε από τον Άρπαγο, τον στρατηγό του Κύρου, όσοι από τους Φωκαείς μπορούσαν να φύγουν επιβιβάστηκαν στα πλοία και, μαζί με τον Κρεοντιάδη, έπλευσαν όλοι μαζί αρχικά προς την Κύρνο [νυν Κορσική] και την Μασσαλία. Όταν όμως αποκρούστηκαν, ίδρυσαν την Ελέα. Η πόλη απέχει από την Ποσειδωνία περίπου 200 στάδια.
Μετά την Ελέα βρίσκεται το ακρωτήριο Παλίνουρος. Μπροστά από την περιοχή της Ελέας βρίσκονται τα δύο νησιά Οινωτρίδες, τα οποία διαθέτουν ασφαλή αγκυροβόλια.
Μετά τον Παλίνουρο βρίσκεται το ακρωτήριο, το λιμάνι και ο ποταμός Πύξους· πρόκειται δηλαδή για το ίδιο όνομα που χρησιμοποιείται και για τα τρία. Την πόλη ίδρυσε ο Μίκυθος, ο άρχοντας της Μεσσήνης στην Σικελία. Αργότερα, όμως, οι κάτοικοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί έφυγαν, εκτός από λίγους.
Μετά τον Πύξουντα βρίσκεται ο κόλπος, ο ποταμός και η πόλη Λάος, η τελευταία από τις πόλεις της Λευκανίας. Η πόλη βρίσκεται λίγο πάνω από την θάλασσα και είναι αποικία των Συβαριτών. Από την Έλη απέχει 400 στάδια, ενώ ολόκληρη η παράπλους της Λευκανίας έχει μήκος 650 στάδια.
Κοντά βρίσκεται το ηρώον του Δράκοντα(*), ενός από τους συντρόφους του Οδυσσέα. Γι’ αυτόν δόθηκε στους Ιταλιώτες χρησμός ότι κάποτε, γύρω από τον Δράκοντα, θα καταστραφεί μεγάλο πλήθος ανθρώπων.
Πράγματι, όταν οι Έλληνες της Ιταλίας εκστράτευσαν εναντίον αυτής της Λάου, υπέστησαν συμφορά από τους Λευκανούς, επειδή εξαπατήθηκαν από την ερμηνεία του χρησμού».
(*) Σήμερα διατηρείται τουριστικά το τοπωνύμιο στην περιοχή με την παραλία του Δρακοντα / Baia dei Draghi.
[2] Το όνομα παραπέμπει στους αρχαίους Ταλαίους Κρήτες.
[3] Τον 9ο αιώνα, ενώθηκαν μαζί τους και άλλοι Έλληνες μοναχοί, που είχαν εγκαταλείψει την Σικελία, λόγω της αραβικής εισβολής.
[4] Ο Πύργος Scalicella ή Πύργος του Ιούδα ήταν βόρεια από το παρατηρητήριο του κάστρου. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο φύλακας του πύργου δεν προειδοποίησε για την παρουσία των Σαρακηνών. Αυτοί επιτέθηκαν στην Σκάλα και απροετοίμαστη, κατελήφθη. Λεηλατήθηκε, αλλά κατάφερε να απωθήσει τους Σαρακηνούς. Μετά την μάχη, ο φύλακας θεωρήθηκε προδότης, αναζητήθηκε, συνελήφθη, και τον κρεμασαν από ένα δένδρο, όπως τον Ιούδα. Έτσι πήρε το όνομά του ο πύργος. Κατ’ άλλους, επήρε αυτό το όνομα επειδή βρισκόταν κοντά στην εβραϊκή συνοικία.
αρχαια ελληνικη πολη Λαος Καλαβρια Λεκακης ΙΝ ιερος ναος αγιου Νικολαου αγιος Νικολαος των Ελληνων / dei Greci βυζαντινες τοιχογραφιες 10ος – 11ος αιωνας μΧ




