Του Γιώργου Λεκάκη
Ο καρπός της αρέκας (areca nut), γνωστός και ως καρπός του μπέτελ (betel nut), είναι ο σπόρος ενός φοίνικα, του γένους Areca (είδος Areca catechu), που κατάγεται από τις Φιλιππίνες. Διαδόθηκε ευρέως στις τροπικές περιοχές, μέσω των μεταναστεύσεων των Αυστρονησίων και του εμπορίου, τουλάχιστον από το 1500 π.Χ., λόγω της χρήσης του στο μάσημα του καρπού του.[1] Από τις Φιλιππίνες, η συνήθεια εξαπλώθηκε προς την Ταϊβάν, καθώς και προς την υπόλοιπη Αυστρονησία και τους γειτονικούς πολιτισμούς…
Historical distribution of betel chewing and elements of the betel quid: The purple line denotes the region within which betel quid usage is common or had been until recent times. The Indonesian island of Sulawesi is shown inset, with the locations of the two archaeological sites in the island’s southwestern peninsula indicated (1, Leang Bulu Bettue; 2, Leang Cappalombo 1). (B to D) basic constituents of a betel quid; (B) a young A. catechu fruit (the betel “nut”) with the husk and pedicel intact; (C) dehusked kernels of the areca fruit; (D) elements of a prepared quid, the three key ingredients comprising: (1) sliced pieces of betel nut; (2) slaked lime paste; and (3) a leaf of the Betel vine (Piper betle). Map source: Made with Natural Earth, free vector, and raster map data @naturalearthdata.com. Source of betel distribution (4). Images in (B) to (D) licensed from Shutterstock.
Η πρακτική του μασήματος του καρπού μπέτελ, συχνάκις σε συνδυασμό με άλλα βότανα, ως διεγερτική ουσία, χρονολογείται εδώ και χιλιάδες χρόνια και συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε πολλές χώρες… – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΔΙΕΓΕΡΤΙΚΩΝ, ΕΔΩ.
Αρχαιολογικά ευρήματα από την Ταϊλάνδη, την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες υποδεικνύουν ότι χρησιμοποιείτο συνδυαστικώς ως ψυχοδραστικό εδώ και τουλάχιστον 4.000 χρόνια! Τα αρχαιότερα αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την μάσηση μπέτελ προέρχονται από τις Φιλιππίνες, και συγκεκριμένα από λείψανα αρκετών ατόμων, που βρέθηκαν σε ταφικό λάκκο στο σπήλαιο Duyong του νησιού Palawan, τα οποία χρονολογούνται περίπου στο 2680 ± 250 π.Χ. Η οδοντοστοιχία των σκελετών φέρει κηλίδες, γεγονός τυπικό για όσους μασούν μπέτελ.[2] Ταφικά ευρήματα στο Bohol, που χρονολογούνται στην 1η χιλιετία μ.Χ., παρουσιάζουν επίσης τις χαρακτηριστικές κοκκινωπές κηλίδες της μάσησης μπέτελ. Η πρακτική της μάσησης μπέτελ αναπτύχθηκε αρχικώς κάπου εντός των Φιλιππίνων, λίγο μετά την έναρξη της αυστρονησιακής εξάπλωσης (περίπου 3000 π.Χ.).
Η σύγχρονη συνήθεια της μάσησης του καρπού μπέτελ απαντάται σε περίπου έναν στους δέκα ανθρώπους παγκοσμίως, ωστόσο οι απαρχές αυτής της διαδεδομένης συνήθειας χρήσης της ουσίας παραμένουν άγνωστες.
Αλλά ΤΩΡΑ, νέα ευρήματα για την πρακτική του πιπιλίσματος του καρπού μπέτελ (betel nut) πάει πολύ προς τα πίσω την χρήση της ουσίας κατά… 12.000 χρόνια!
Drug use-related dental wear in early Sulawesi foragers: (A and B) Right maxilla fragment with three molars (M1 to M3) from a Late Pleistocene individual (Maros-LBB-1a); (A) right lateral view; (B) left lateral view. (C to H) Maxillary [(C) to (F)] and mandibular [(G) to (H)] dentition of a Middle Holocene individual (CPL-R2a). Both are middle to old adults. Circumferential wear facets are indicated by arrows and dotted half circles. Scale bars, 10 mm.
Η φθορά των δοντιών και τα ίχνη αρεκολίνης σε δύο άτομα που ζούσαν ως τροφοσυλλέκτες στο Σουλαουέζι της Ινδονησίας, υποδεικνύουν ότι η χρήση του ψυχοδραστικού αυτού καρπού εξεκίνησε κατά την Ύστερη Πλειστόκαινο εποχή, πολύ προ γεωργίας.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΨΥΧΟΔΡΑΣΤΙΚΩΝ, ΕΔΩ.
Νέα έρευνα παρουσιάζει σπάνια σκελετικά κατάλοιπα δύο ατόμων από το Σουλαουέζι – που ζούσαν κατά την προ-γεωργική περίοδο βασιζόμενοι στην τροφοσυλλογή – τα οποία παρουσιάζουν μια οδοντική παθολογία. Διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω παθολογία προκλήθηκε από μια άγνωστη έως τώρα πρόδρομη μορφή της μάσησης μπέτελ: την συνήθεια του πιπιλίσματος ολόκληρων καρπών μπέτελ. Προγενέστερες μελέτες υποστήριζαν ότι η αρεκολίνη, το κύριο νευροδραστικό αλκαλοειδές του καρπού μπέτελ, απελευθερώνεται κατά την μάσηση του επεξεργασμένου καρπού μαζί με σβησμένη άσβεστο. Ωστόσο, αυτά τα πειράματα αποδεικνύουν ότι η απλή παραμονή ολόκληρων καρπών μπέτελ στην στοματική κοιλότητα για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα οδηγεί στην απελευθέρωση αρεκολίνης. Η βιομοριακή ανάλυση των αρχαίων ανθρώπινων δοντιών συνάδει επίσης με αυτήν την πρώιμη μορφή κατανάλωσης του καρπού μπέτελ.
Betel nut sucking positions: The schematic illustration depicts the preferred positions of whole betel nuts held in the mouths of the Late Pleistocene forager (Maros-LBB-1a) and middle Holocene forager (CPL-R2a), as inferred from dental wear analysis. Images licensed from Shutterstock.
Δεδομένου ότι το αρχαιότερο από τα δύο άτομα χρονολογείται πριν από 16.000 έως 25.000 χρόνια, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η χρήση του μπέτελ ως ψυχοδραστικής ουσίας έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες από ό,τι πιστευόταν έως τώρα.
ΠΗΓΗ: Ad. Brumm, κ.ά. «Betel nut sucking is the earliest recorded evidence for the habitual use of a neuroactive plant drug», Science Advances, Vol. 12, Issue 37, DOI: 10.1126/sciadv.aei1901, ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 9.9.2026.
Βιβλιογραφια:
- Zumbroich T. J. “The origin and diffusion of betel chewing: a synthesis of evidence from South Asia, Southeast Asia and beyond”, eJournal of Indian Medicine, 1: 87–140, 2007 – 2008.
- “Archaeological evidence from Thailand, Indonesia and the Philippines”, Epistola.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Καλλιεργείται ευρέως και θεωρείται εγκλιματισμένο είδος σε μεγάλο μέρος του τροπικού Ειρηνικού (Μελανησία και Μικρονησία), στην Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, καθώς και σε τμήματα της Ανατολικής Αφρικής.
- Στις δραβιδικές γλώσσες, αποκαλείται: Στους Μαλαγιάλαμ aṭaykka, στους Καννάντα aḍike και στους Ταμίλ aḍaikkay.
Η μάσηση του καρπού αρέκα (areca nut) αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου και καρδιαγγειακών παθήσεων, είτε περιέχει πρόσθετο καπνό είτε όχι. Συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου της κεφαλής και του τραχήλου, καρκίνου του οισοφάγου. Επηρεάζει σχεδόν όλα τα μέρη του ανθρώπινου σώματος (εγκεφαλο, καρδιά, πνευμονες, γαστρεντερικο, αναπαραγωγικών οργάνων). Μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακές αρρυθμίες, ηπατική βλάβη, άσθμα, διαβήτη τύπου 2, υπερλιπιδαιμία, μεταβολικό σύνδρομο, υποθυρεοειδισμό, υπερπλασία του προστάτη και υπογονιμότητα. Η συστηματική μάσηση καρπών αρέκα αυξάνει τον κίνδυνο κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Αιτία υποβλεννογόνιας ίνωσης του στόματος, μιας πάθησης που μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνο του στόματος. Έχει επίσης συνδεθεί με τον καρκίνο του φάρυγγα. Όταν το προϊόν περιέχει και καπνό (όπως στο gutka), ο κίνδυνος καρκίνου είναι ακόμη μεγαλύτερος, ιδίως για τον καρκίνο της στοματικής κοιλότητας και του στοματοφάρυγγα. Αυξάνεται επίσης ο κίνδυνος θανατηφόρας στεφανιαίας νόσου, θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου και μη θανατηφόρου ισχαιμικής καρδιοπάθειας. Οι βλαβερές συνέπειες της κατανάλωσης καρπών αρέκα παγκοσμίως χαρακτηρίστηκαν το 2017 ως «παραμελημένη επείγουσα κατάσταση δημόσιας υγείας παγκόσμιας κλίμακας». Αλλά η Ινδία θεωρεί την έκθεση του IARC, εσφαλμένη.
[2] Ο τάφος περιείχε επίσης όστρακα του γένους Anadara, που χρησιμοποιούνταν για τον ασβέστη, εκ των οποίων το ένα περιείχε ακόμη ασβέστη.
Xρηση ψυχοδραστικων ουσιων, ανθρωπος, πριν 12.000 χρονια χρονων Λεκακης




