Τιθωνός και Ηώς: Δεν αρκεί να είσαι αθάνατος… – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη

Ο Τιθωνός / Τιτωνός, ήταν Δαρδανίδης, υιος του βασιλιά της Τροίας, Λαομέδοντα, και της Ναϊάδος Στρυμούς / Στρυμώνας Ροιούς > Ρέας (κόρης του Σκαμάνδρου)[1]. Ήταν θνητός, και περίφημος για την ομορφιά του… Αδέλφια του ο Ποδάρκης / Πρίαμος και η Αιθίλλα.

  • Ετυμολογικώς, Τιθωνός < ρ. τείνω = επιμηκύνω, παραπέμπει στην επιμήκυνση / παράταση (της ζωής). Λέγεται ότι αλληγορικώς ο Τιθωνός ήταν «η πρωία ένη τίθενται τά ώνια», δηλ. το πρωινό, κατά το οποίο οι άνθρωποι τακτοποιούν τα απαραίτητα για την ζωή. Ωστόσο, είναι πιθανότερον να πρόκειται για αρσενικό τύπο του ονόματος της ίδιας της Ηούς, Τιθωνή (Τιτώ = ποιητικώς η Ημέρα)[2] + ωνή (= ὠνά / αιολ. ὄννα, οὐνή = αγορά, αυτή που έχει τιμή, αξία, η βασίλισσα), άρα Τιθωνός = ο σύντροφος της Βασίλισσας της Ημέρας! Ο Τιθωνὸς, ὡς σύζυγος τῆς Ἠοῦς παριστάνει τὴν θνήσκουσα αυγή.[3]
  • ΔΕΙΤΕ την εξιστόρηση του μύθου του Τιθωνού και της Ηούς, από τον Γ. Λεκάκη, στην τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, ΕΔΩ.

Η Ηώς / Έως / Αύως / Αώς / Ηριγένεια / Ημέρα ήταν θεά-προσωποποίηση του φωτός, που εμφανίζεται πριν από την ανατολή του ήλιου. Η θεά της Αυγής (Ωρόρα) είχε πλαγιάσει κάποτε με τον θεό Άρη, αλλά το έμαθε η θεά Αφροδίτη και την καταράστηκε να είναι μόνιμα ερωτευμένη… Έτσι και έγινε… Ερωτεύθηκε

  • τον Αστραίο και απέκτησε τους ανέμους (Βορέα, Ζέφυρο και Νότο) – είναι γνωστό ότι στις μετεωρολογικές προβλέψεις των ανέμων η αυγή παίζει σημαντικό ρόλο – μετεωρόμυθος.
  • τον Κέφαλο τον οποίο απήγαγε στην Συρία, και απέκτησε τον Φαέθοντα και έναν γιο που ονόμασε επίσης Τιθωνό[4],
  • τον Δία και απέκτησε τον Ιασίωνα – είναι γνωστό ότι το πρωινό ξύπνημα είναι υγιεινό-ιαματικό, και
  • τον Ωρίωνα, τον οποίο σκότωσε από την ζήλεια της![5]

Classical painting of an old, bearded man kneeling beside a blue-clad goddess on a white horse, who offers a flower-filled basket to him.

Στον πίνακα, ο Τιθωνός γερασμένος και η ιόκολπη Ηώς…

Τελευταίος έρωτάς της, ο νεαρός βοσκός και μουσικός Τιθωνός. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Μουσικής Μύησις”. Όλο το βράδυ κοιμόταν με τον Τιθωνό και όσο πιο έντονο το βράδυ τους, τόσο πιο έντονα τα πρωινά χρώματα της αυγής, έλεγαν. Με πιο δυνατό το κροκί(*). Γι’ αυτό γράφει στο γνωστό ποίημα «Οι Μοιραίοι» ο Κ. Βάρναλης…

…ω της αυγής κροκάτη γάζα!

… Το πρωί η Ηώς σηκωνόταν από την κλίνη, που μοιραζόταν με τον Τιθωνό, για να χαρίσει το φως της στην ανθρωπότητα! Το φως είναι προϊόν έρωτος! Τόσο τον ηράσθη που τον απήγαγε από τους βασιλικούς οίκους της Τροίας! – μαζί με τον Γανυμήδη, για να τους καταστήσει εραστές της…

(*) Η Αύω έχει ετυμολογική σχέση με το αυγό. Στο κροκί της χρώμα έβελπαν τον κρόκο (λέκιθος) του αυγού, που θα φέρει νέα ζωή… Ἀπὸ τὴν αὐγὴ τὸ αὐγό, ὅπως προβάλλει ὁ ἥλιος ποὺ αὔγει (φέγγει) καὶ αὐξάνει, ἔτσι προβάλλει καὶ τὸ αὐγό ἀπὸ την κότα… Γι’ αυτό και η λέξις αυγό γράφεται με “υ” και όχι με “β” (αβγό).

Black-glazed Attic vase with a red-figure scene of draped figures reaching toward a running man; decorative band near the base.

Επήγαν μαζί σε εκστρατεία στις ανατολικές χώρες της Ασίας, την Ασσυρία, και μετά στην Αιθιοπία, όπου η Ηώ έτεκε τον Ημαθίωνα[6] και τον Μέμνονα. Ο Μέμνων ανατράφηκε από τις Εσπερίδες στις ακτές του Ωκεανού.[7] – άρα δεν πήγαν στην γνωστή Αιθιιοπία της Ανατολικής Αφρικής, αλλά μια χώρα με αιθίοπες ανθρώπους στην δυτική-εσπερία Αφρική! Με τον πατέρα του Τιθωνό, ο Μέμνων έφυγε για την Περσία, όπου ίδρυσαν τα Σούσα – γι’ αυτό η ακρόπολις των Σουσών ονομαζόταν Μεμνώνιον. Ο Τιθωνός μάλιστα δωροδοκήθηκε με ένα χρυσό κλήμα, για να στείλει τον γιο του, Μέμνονα, να πολεμήσει στην Τροία εναντίον των Αχαιών. Εκεί ο Τιθωνός νυμφεύθηκε μία θνητή σύζυγο, την Κισσία, και απέκτησαν τον Φαέθοντα και τον Έλλοπα[8]…

Αλλά όταν ο Ζευς εκράτησε τον Γανυμήδη για οινοχόο των ολυμπίων θεών, η Ηώς παρακάλεσε για αντάλλαγμα τον Δία να της κάνει αθάνατο τον Τιθωνό, όπως και τον έκαμε… Αλλά η Ηώς ξέχασε να ζητήσει από τον θεό, να τον κάνει να παραμείνει και νέος, στην ηλικία που τον αγάπησε. [Ο Ιερώνυμος Ρόδιος (3ος αι. π.Χ.), όμως, λέει πως η ευθύνη μετατοπίζεται στον Τιθωνό, ο οποίος αυτός εζήτησε από την ερωμένη του την αθανασία, για να την ικανοποιεί αιώνια ως νέος, αλλά όχι και την αιώνια νεότητα…].

Ο Ομηρικός Ύμνος στην Αφροδίτη το λέει ρητώς: η «βασιλική» «ποτνια» και «χρυσόθρονη» Ηώς εζήτησε να είναι «αθάνατος», αλλά δεν ζήτησε «νεότητα», για να απαλλαγεί από τα γηρατειά.

ὣς δ’ αὖ Τιθωνὸν χρυσόθρονος ἥρπασεν Ἠὼς
ὑμετέρης γενεῆς ἐπιείκελον ἀθανάτοισι.
βῆ δ’ ἴμεν αἰτήσουσα κελαινεφέα Κρονίωνα 220
ἀθάνατόν τ’ εἶναι καὶ ζώειν ἤματα πάντα·
τῇ δὲ Ζεὺς ἐπένευσε καὶ ἐκρήηνεν ἐέλδωρ.
νηπίη, οὐδ’ ἐνόησε μετὰ φρεσὶ πότνια Ἠὼς
ἥβην αἰτῆσαι, ξῦσαί τ’ ἄπο γῆρας ὀλοιόν.
τὸν δ’ ἦ τοι εἵως μὲν ἔχεν πολυήρατος ἥβη, 225
Ἠοῖ τερπόμενος χρυσοθρόνῳ ἠριγενείῃ
ναῖε παρ’ Ὠκεανοῖο ῥοῇς ἐπὶ πείρασι γαίης·
αὐτὰρ ἐπεὶ πρῶται πολιαὶ κατέχυντο ἔθειραι
καλῆς ἐκ κεφαλῆς εὐηγενέος τε γενείου,
τοῦ δ’ ἦ τοι εὐνῆς μὲν ἀπείχετο πότνια Ἠώς, 230
αὐτὸν δ’ αὖτ’ ἀτίταλλεν ἐνὶ μεγάροισιν ἔχουσα
σίτῳ τ’ ἀμβροσίῃ τε καὶ εἵματα καλὰ διδοῦσα.
ἀλλ’ ὅτε δὴ πάμπαν στυγερὸν κατὰ γῆρας ἔπειγεν

οὐδέ τι κινῆσαι μελέων δύνατ’ οὐδ’ ἀναεῖραι,
ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή· 235
ἐν θαλάμῳ κατέθηκε, θύρας δ’ ἐπέθηκε φαεινάς.
τοῦ δ’ ἦ τοι φωνὴ ῥέει ἄσπετος, οὐδέ τι κῖκυς
ἔσθ’ οἵη πάρος ἔσκεν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσιν.
οὐκ ἂν ἐγώ γε σὲ τοῖον ἐν ἀθανάτοισιν ἑλοίμην
ἀθάνατόν τ’ εἶναι καὶ ζώειν ἤματα πάντα. 240
ἀλλ’ εἰ μὲν τοιοῦτος ἐὼν εἶδός τε δέμας τε
ζώοις, ἡμέτερός τε πόσις κεκλημένος εἴης,
οὐκ ἂν ἔπειτά μ’ ἄχος πυκινὰς φρένας ἀμφικαλύπτοι.
νῦν δέ σε μὲν τάχα γῆρας ὁμοίιον ἀμφικαλύψει
νηλειές, τό τ’ ἔπειτα παρίσταται ἀνθρώποισιν, 245
οὐλόμενον, καματηρόν, ὅτε στυγέουσι θεοί περ.
αὐτὰρ ἐμοὶ μέγ’ ὄνειδος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσιν
ἔσσεται ἤματα πάντα διαμπερὲς εἵνεκα σεῖο,
οἳ πρὶν ἐμοὺς ὀάρους καὶ μήτιας, αἷς ποτε πάντας
ἀθανάτους συνέμιξα καταθνητῇσι γυναιξί, 250
τάρβεσκον· πάντας γὰρ ἐμὸν δάμνασκε νόημα.
νῦν δὲ δὴ οὐκέτι μοι στόμα χείσεται ἐξονομῆναι
τοῦτο μετ’ ἀθανάτοισιν, ἐπεὶ μάλα πολλὸν ἀάσθην,
σχέτλιον οὐκ ὀνοταστόν, ἀπεπλάγχθην δὲ νόοιο,
παῖδα δ’ ὑπὸ ζώνῃ ἐθέμην βροτῷ εὐνηθεῖσα. 255
τὸν μὲν ἐπὴν δὴ πρῶτον ἴδῃ φάος ἠελίοιο,
νύμφαι μιν θρέψουσιν ὀρεσκῷοι βαθύκολποι,
αἳ τόδε ναιετάουσιν ὄρος μέγα τε ζάθεόν τε·

Winged goddess abducting a nude man within a circular decorative border, from an ancient Greek red-figure vase. The scene is titled on the right as a museum exhibition poster.

Έτσι ο Τιθωνός δεν πέθαινε μεν, γερνούσε αιώνια δε! Το αποτρόπαιο γήρας τον κατέβαλε πλήρως… Άσπρισαν τα μαλλιά του[9], το σώμα του γερνούσε ολοένα και περισσότερο, και μετά από ένα χρονικό διάστημα δεν μπορούσε καν να κινήσει τα μέλη του σώματός του… Έφθασε σε έσχατο γήρας! Η Ηώς δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να γερνά όλο και περισσότερο… Ενώ η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν άντεχε πια να τον βλέπει… Και δεν τον ήθελε πλέον στο κρεβάτι της… Αλλά τον λυπόταν κιόλας, γιατί αυτό που έβλεπε ήταν δικό της λάθος…

Τότε έκρινε πως η καλύτερη λύση ήταν η εξής: τον έβαλε σε ένα τάλαρο (= κλουβί ή καλάθι) ή κάρταλο [καλάθι] – αποδίδεται ως δωμάτιο – που το σφράγισε με «φαεινάς» πόρτες (που ήταν φαεινές / λαμποκοπούσαν)]. Εκείνος ψελλιζε ακατάπαυστα, αλλά ακόμη και η φωνή του πια ήταν λεπτή σαν κλωστή… Δεν διεθετε πλεον καμμία δύναμη, σαν αυτή που κάποτε είχε στα εύκαμπτα μέλη του… Η Ηώς δεν εγκατέλειψε τον αγαπημένο της Τιθωνό, παρά το προχωρημένο γήρας του, αλλά εξακολουθούσε να τον αγκαλιάζει, αντί να τον αφήνει αβοήθητο στο κρύο δωμάτιό του, και ρίχνοντας καταρες στους θεούς για την σκληρή μοίρα του.[10]

Τότε οι θεοί τον ελυπήθηκαν… Και οι θεοί (ή η ίδια η ερωμένη του, η Ηώς), τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο, που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση: Τον τέττιγα / τζίτζικα, που η αέναη φωνή του συνεχίζεται, χωρίς το μαρτύριο του γήρατος του ανθρώπινου σώματος, διότι κάθε τόσο αποβάλλει το εξωτερικό περίβλημά του… Έτσι τουλάχιστον, η Ηώς άκουε την φωνή του και χαιρόταν…

Αρχαίες παροιμίες εδημιουργήθηκαν από τον λαό για τον Τιθωνό:

  • «Τιθωνού γήρας», όταν αναφέρονταν σε υπέργηρους ενώ υπήρχε έθιμο, όταν κάποιος πέθαινε αιφνιδίως και σε νεαρή ηλικία, έλεγαν πως τον άρπαξε η Ηώ, όπως είχε αρπάξει τον νεαρό Τιθωνό, γι’ αυτό τον έθαβαν «προ του την Ηώ ανατείλαι».[11]
  • Το όνομά του ελέγετο ἐπὶ γέροντος ἀδυνάτου καὶ ἐξησθενημένου (Ἀριστοφ. Ἀχ. 688), και
  • ὑπὲρ τὸν Τιθωνὸν ζῆν, για ανθρώπους μεγάλης ἡλικίας (Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 7.1).

Ο μύθος υπάρχει και στον ετρουσκικό πολιτισμό, με ανάλογα αρχαια έργα τέχνης. Λ.χ. ο Τιθώνος (Τίνθου ή Τινθούν) και η Ηώς (Θεσαία) απεικονίζονταν συχνάκις στο πίσω μέρος ετρουσκικών καθρεπτών χειρός και χάλκινων καθρεπτών. Διότι στον καθρέπτη βλέπεις τον χρόνο. Ένας από αυτούς φυλάσσεται στα Μουσεία του Βατικανού.

Ένα νεοανακαλυφθέν ποίημα της Σαπφούς για τον Τιθωνό είναι το 4ο πλήρως σωζόμενο ποίημά της. Πρωτοδημοσιεύθηκε από τον M. West στο Times Literary Supplement, 21 / 24 Ιουνίου 2005. Είναι ο λεγόμενος «Πάπυρος της Κολωνίας». Στο ποίημα ένας γέρος λέει:

Εσείς, παιδιά, προσέχετε τα όμορφα τα δώρα

της Μούσας της ιόκολπου, της βιολετοφορούσας,

και να αγαπάτε την γλυκόλαλη την λύρα, όταν παίζει.

Κάποτε είχα το κορμί, και απαλό και νέο,

μα τώρα μου το σκέπασαν χρώματα γηρατένια:

δες τα μαλλιά μου έγιναν, άσπρα από μαύρα.

Βαρύς ο νους μου! Γόνατα δεν με κρατούνε πλέον,

αυτά που κάποτε ελαφρά, μέσ’ στον χορό με σέρναν

σαν ελαφάκια ανάλαφρα…

Τώρα στενάζω πια συχνά.

Μα τι μπορώ να κάνω;

Είμ’ άνθρωπος κι αδύνατον είναι να μη γεράσω!

Ακόμη κι η θεά Αυγή, με τα ροδόχερά της

πήρε τον ώριο Τιθωνό, που ήταν ερωτευμένη

πήγαν στα πέρατα της γης, όσο ήτανε νέος

κι ήταν καλός και όμορφος συνάμα εραστής της.

Μα και αυτόν, παρ’ όλ’ αυτά, τον άγγιξε ο νόμος!

Με τον καιρό εφάνηκε το πόλιο μαύρο γήρας,

παρ’ όλο που επλάγιαζε με αθάνατη γυναίκα…

Απόδοση: Γ. Λεκάκης.

ὔμμες τάδε Μοίσαν ἰο̣κόλ̣πων κάλα δῶρα, παῖδες,

σπουδάσδετε καὶ τὰν φιλάοιδον λιγύραν χελύνναν·

ἔμοι δ’ ἄπαλον πρίν π̣οτ̣’ ἔο̣ντα χρόα γῆρας ἤδη

κατέσκεθε, λεῦκαι δ’ ἐγένοντο τρίχες ἐκ μελαίναν,

βάρυς δέ μ’ ὀ θῦμο̣ς πεπόηται, γόνα δ’ οὐ φέροισι,

τὰ δή ποτα λαίψη̣ ρ’ ἔον ὄρχησθ’ ἴσα νεβρίοισι.

τὰ νῦν στεναχίσδω θαμέως· ἀλλὰ τί κεν ποείην;

ἀ̣γ̣ήραον, ἄνθρωπον ἔοντ’, οὐ δύνατον γένεσθαι.

καὶ γάρ π̣οτ̣α̣ Τίθωνον ἔφαντο βροδόπαχυν Αὔων,

ἔρωι δε̣δ̣άθ̣εισαν, βάμεν’ εἰς ἔσχατα γᾶς φέροισαν,

ἔοντα̣ κά̣λ̣ο̣ν καὶ νέον, ἀλλ’ αὖτον ὔμως ἔμαρψε

χρόνωι π̣ό̣λ̣ι̣ο̣ν̣ γῆρας, ἔχ̣ον̣τ̣’ ἀθανάταν ἄκοιτιν.[12]

Mythological painting of Eos, the dawn goddess, rising with attendants and a man on a ledge, drenched in dramatic light.

ΤΙΘΩΝΟΣ και ΗΩΣ (Aurora e Titone / πίνακας λάδι σε καμβά) του Fr. Solimena (1704 – 1708).

Τέλος, και ομώνυμο επεισόδιο (“Tithonus”) της τηλεοπτικής σειράς Χ-files έχει υπόθεση εμπνευσμένη από αυτόν τον αρχαίο μύθο.

ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης «Ελληνικη Μυθολογια». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 8.5.2015.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Όμηρος «Ιλιάς», XX,237. Και «Οδύσσεια» V,1. Και Ομηρικοί Ύμνοι, IV,218, IV,223–238.
  • Διόδωρος Σικελιώτης «Ιστορική Βιβλιοθήκη» IV,75,4.
  • Λυκόφρων «Αλεξ.», 18, σχόλιο του Mayr.
  • Μίμνερμος, απ. 1 Gentili-Prato.
  • Νόννος «Διονυσιακά», XV,288.
  • Στράβων «Γεωγραφία» XV,3,2.
  • Ψευδο-Απολλόδωρος «Μυθολογική Βιβλιοθήκη» E,V,3 και III,12,4-5.
  • Σχόλ. Ευρ. Τρ. 850-855, Σχόλ. Πίνδ. Ολ. 2.148, Σχόλ. Ιλ. Λ.
  • Λωρέντης Ν. «Λεξικόν των αρχαίων μυθολογικών, ιστορικών και γεωγραφικών κυρίων ονομάτων», εν Βιέννη της Αυστρίας, εκ της Τυπογραφίας Αντωνίου Μπένκου, 1837.
  • «Ελληνική Μυθολογία, Οι Ήρωες», τ. 3, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986.
  • Lubker F. «Το Πραγματικό Λεξικό των Κλασσικών Αρχαιοτήτων», εκδ. Εταιρεία Κλασσικής Φιλολογίας και Παιδαγωγικής, Αγία Πετρούπολη, 1885.
  • «Μύθοι των Λαών του Κόσμου» Μόσχα, 1991-1992.
  • Brockhaus και Efron «Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό» (86τόμο!), Αγία Πετρούπολη, 1890-1907.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Υπάρχουν κι άλλοι ήρωες με αυτό το όνομα:

  • Ο υιός της Πλακίας (κόρη του Οτρέα),
  • Ο υιός της Λευκίππης, και
  • Ο γιος του Αμφικτύονα Ίτωνος / Ιτώνιος / Τιθωνός και πατέρας της Ιοδάμας, της ιέρειας της Αθηνάς στην Κορώνεια Βοιωτίας – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης «Οι 88 αρχαίες πόλεις της Βοιωτίας».

[2] Από την ρίζα τιτ- > Τιτάνες, κλπ. «οὔπω τὸ τιτοῦς λαμπρὸν αὐγάζον φάος». ΠΗΓΗ: Καλλίμαχος, αποσπ. 206, Λυκόφρ. 941, Ησύχιος Αλεξάνδρειας. Σχόλ. Οδ. ε’ 2.

[3] ΠΗΓΗ: Μ. Müller Sc. of Lang. 2, σελ.11.

[4] ΠΗΓΗ: Υγίν. μύθ. 160, 270.2 & αστρ. 2/42.4, Απολλόδ. 3/14.3, Ησ. Θεογ. 986 κ.ε. & Σχόλ.

[5] ΠΗΓΗ: Τζέτζ. Σχόλ. Λυκόφρ. Αλεξ. 17, 18, 941, Παυσ. 1/3.1, Ευ στ. Σχόλ. Οδ. τόμ. 1 σελ. 205, Σχόλ. Οδ. ε’ 121

[6] Ο Ημαθίων έγινε βασιλιάς της Αιθιοπίας. Σκοτώθηκε, όταν επιτέθηκε στον Ηρακλή, που ήταν περαστικός από τον τόπο του. Πατέρας του Ατύμνιου, από την νύμφη Πηγασίδα – ΠΗΓΗ: Απολλόδ. 3/12.4-5, 2/5/11, Τζέτζ. Σχόλ. Λυκόφρ. Αλεξ. 18, Ησ. Θεογ. 985, Διόδ. Σικ. 4/27.3. Κουίντ. Σμ. 3.300.

[7] ΠΗΓΗ: Κόιντος Σμυρναίος.

[8] Ο Έλλοψ του Ίωνος – ή του Τιθωνού – έδωσε το όνομά του στην Εύβοια και σ’ ένα χωριό την Ελλοπία – ΠΗΓΗ: Στράβ. 1/10.3, Ηρωδ. Καθ. 3/1.288, Ευστ. Σχόλ. Ιλ. τ. 1 σελ. 431, Στέφ. Βυζ.

[9] Μάλιστα ένα «ἔθνος μέλαν μὲν τὸ ὅλον σῶμα, λευκὸν δὲ τὰς κόμας», μαύροι μεν ασπρομάλληδες δε, οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν εκ του Τιθωνού τιθηνόκομον εθνος. – ΠΗΓΗ: Ησύχ.

[10] ΠΗΓΗ: Προπέρτιος.

[11] ΠΗΓΗ: Λεξ. ΣΟΥΔΑΣ. Οδ. ε’ 1

[12] ὔμμες τάδε Μοίσαν ἰ]ο̣κ[ό]λ̣πων κάλα δῶρα, παῖδες, 1

σπουδάσδετε καὶ τὰ]ν φιλάοιδον λιγύραν χελύνναν·

ἔμοι δ’ ἄπαλον πρίν] π̣οτ̣’ [ἔ]ο̣ντα χρόα γῆρας ἤδη

κατέσκεθε, λεῦκαι δ’ ἐγ]ένοντο τρίχες ἐκ μελαίναν,

βάρυς δέ μ’ ὀ [θ]ῦμο̣ς πεπόηται, γόνα δ’ οὐ φέροισι, 5

τὰ δή ποτα λαίψη̣ ρ’ ἔον ὄρχησθ’ ἴσα νεβρίοισι.

τὰ ⟨νῦν⟩ στεναχίσδω θαμέως· ἀλλὰ τί κεν ποείην;

ἀ̣γ̣ήραον, ἄνθρωπον ἔοντ’, οὐ δύνατον γένεσθαι.

καὶ γάρ π̣[ο]τ̣α̣ Τίθωνον ἔφαντο βροδόπαχυν Αὔων,

ἔρωι δε̣δ̣άθ̣εισαν, βάμεν’ εἰς ἔσχατα γᾶς φέροισα[ν, 10

ἔοντα̣ [κ]ά̣λ̣ο̣ν καὶ νέον, ἀλλ’ αὖτον ὔμως ἔμαρψε

χρόνωι π̣ό̣λ̣ι̣ο̣ν̣ γῆρας, ἔχ̣ [ο]ν̣τ̣’ ἀθανάταν ἄκοιτιν. 12

Τιθωνος Ηως αθανατος εραστης Λεκακης ΤΙΘΩΝΟΣ ΗΩΣ αρχαια λυρα αττικη οινοχοη Ζωγραφος του Αχιλλεα – Achilles Painter 5ος αιωνας 470 – 460 πΧ Λουβρο Aurora e Titone εικαστικος πινακας λαδι σε καμβα σολιμενα Solimena 18ος μχ 1704 – 1708 ερυθρομορφη κυλιξ κυλικα μουσειο καλων τεχνων βοστωνης βοστωνη ΗΠΑ ερωτικο βραδυ εντονα πρωινα χρωματα αυγης, κροκι ποιημα Οι Μοιραιοι Βαρναλης κροκατη γαζα αυω ετυμολογια σχρση αυγο κροκκο χρωμα κροκκος αυγου, νεα ζωη λεκιθος

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

Η αρχαία ελληνική πόλη Λάος στην Καλαβρία – του Γ. Λεκάκη

Του Γιώργου Λεκάκη Η αρχαία πόλη Λᾶος, τότε της Λευκανίας,...