Του Γιώργου Λεκάκη
Τα ιερά Πυανέψια[1] ήταν ετήσια εορτή των Αθηναίων, που τελείτο την 7η ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος, προς τιμήν της Ιεράς Τριάδος:
- θεού Απόλλωνος
- της Σκιράδος[1] Αθηνάς – και αργότερα και
- υπέρ του Διονύσου.
Οι Αθηναίοι στα Πυανέψια (και στα Θαργήλια) εόρταζαν και τον Ήλιο και τις Ώρες. Μετά την λατρεία του ήρωα Θησέα, την κλασσική εποχή, τα Πυανέψια τελούνταν και προς τιμήν του Θησέα, και αποτελούσαν προοίμιο των Θησείων. (Κατ’ άλλους, τέλος, γίνονταν για τους Ηρακλείδες, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο τρέφονταν από τους Αθηναίους).
- Η γιορτή και ο μήνας ετυμολογούνται από την λέξη πύανος (= κύαμος – οι γιορτές αναφέρονται και ως Κυαμέψια). – Πυανέψια < πύανος[2] + ἕψω: Τα ἱερά Πυανέψια, Ἀθηναϊκή τις ἑορτὴ κατὰ τὸν μῆνα Πυανεψιῶνα, ἀγομένη εἰς τιμὴν τοῦ Ἀπόλλωνος· λέγεται δὲ ὅτι ὠνομάσθη οὕτως ἐπειδὴ ἔτρωγον κατ’ αὐτὴν ἔδεσμά τι παρασκευαζόμενον ἐκ κυάμων ἢ (κατ’ ἄλλους) ἐξ ἐκλελεπισμένης κριθῆς καὶ ὀσπρίων καὶ ψηνόμενον: «πυανέψια, οἷον κυαμέψια, διὰ τὸ πυάμους πρότερον τοὺς κυάμους καλεῖσθαι». Ὁ τύπος πυανόψια (τά), μνημονεύεται παρὰ τῷ Ἁρπ.· εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἡ ἑορτὴ ἐκαλεῖτο πανόψια. – ΠΗΓΗ: Πλουτ. Θησ. 22, Ἀθήν. 408Α. Εὐστ. 1283, 11. Ἡσύχ. ΣΟΥΔΑΣ.
Ο Πυανεψιών ήταν ο 4ος μήνας του αττικού ημερολογίου, αντίστοιχος με την νυν φθινοπωρινή χρονική περίοδο 15 Οκτωβρίου-15 Νοεμβρίου. Ίδια ονομασία είχε ο μήνας και για τους Μιλήσιους[3].
Κατά την παράδοση, την πυανοψία καθίερωσε ο Θησέας, όταν επανήλθε εκ της Κρήτης. Αμέσως μετά την σωτηρία του από τον Μινώταυρο, έβαλε σε κοινή χύτρα με τους συντρόφους τους ό,τι περισσευούμενη τροφή είχαν, και αφού την έψησαν, έκαμαν μεταξύ τους συμπόσιο και έφαγαν από κοινού. Αυτό ήταν ένα δείγμα ότι μετείχαν όλοι κοινής μοίρας. Ήταν χειμώνας όταν λίγο αργότερα «έπιασε» στην Δήλο, το νησί του Απόλλωνα. Κι εκεί παρακάλεσε τον θεό να του δώσει καλή θάλασσα για το ταξείδι του προς την πόλη των Αθηνών. (Τον ίδιο θεό, στο ίδιο ιερό του νησί, είχε παρακαλέσει για αίσιο τέλος της αποστολής του, όταν κατέβαινε για την Κρήτη). Όπως κι έγινε. Κι ο Θησεύς, όταν έφθασε στην Αττική, δεν ελησμόνησε να ανταποδώσει το καλό στον θεό-προστάτη του, στον οποίο θυσίασε και τον οποίο στεφάνωσε με κλαδί ελιάς. Και έκανε αναπαράσταση της σωτηρίας και της σύμμειξης των τροφών, που καθιέρωσε ως γιορτή, για να μη λησμονηθεί η ιστορία.
Κατά την διάρκειά της, έψηναν πυάνους («εψόμενον έτνος κυάμων»). Έτρωγαν ένα παρασκεύασμα (πόλτο δηλ. πολτό) εκ κυάμων, εκλεπισμένης κριθής (την οποία έλεγαν πτισάνη) και οσπρίων. – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΠΤΙΣΑΝΗΣ, ΕΔΩ. Κάτι σαν την φακιόπιττα που φτιάχνουν ακόμη και σήμερα στην Ήπειρο. Προσέφεραν απαρχές οσπρίων: Έβραζαν σε χύτρα κυρίως κυάμους, αλλά και άλλα όσπρια (πανσπερμία ή πολυσπόρια) και παρακάθονταν σε κοινή συνεστίαση, ευχόμενοι «καλή σπορά!» – «καλό μπερεκέτι» – κάτι που συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε ορισμένα χωριά, στην Σάμο, την Κρήτη, κ.α.
Μετά έκαμαν πομπή, κατά την οποία περιέφεραν την ειρεσιώνη[4]. Η ειρεσιώνη ήταν ένας κλάδος ελιάς ή δάφνης (σαν αυτόν με τον οποίο ο Θησεύς στεφάνωσε τον Απόλλωνα), περιπεπλεγμένος κι εστεμμένος με λευκά ή ερυθρά έρια[5], που έφερε στα κλαδιά του κάθε είδος καρπού της γης, από την πρώτη φθινοπωρινή σοδειά, «επειδή είχε λήξει η αφορία». Εξ αυτού συνάγεται ότι η γιορτή ήταν μια τυπική γεωργική-αγροτική, υπέρ της κομιδής των καρπών. Το κλαδί αυτό το περιέφερε ένα ή περισσότερα παιδιά, αμφιθαλή (δηλ. που ζούσαν και οι δυο γονείς τους). Οι συμπανηγυριστές έψαλλαν τραγούδια, μαζί με μια παιδική χορωδία, τους στίχους των οποίων διέσωσε ο Πλούταρχος:
Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους
και μέλι εν κοτύλη[6] και έλαιον αναψήσασθαι
και κύλικ’ εύζωρον[7], ως αν μεθύουσα καθεύδη…
Δηλαδή:
Η ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχειά ψωμιά
σε κοτύλη μέσα μέλι, κι έλαιο για τα ψητά
και με κύλικα ως επάνω να μεθύσεις, για όνειρα γλυκά…
Το παιδοβόλι με ειρεσιώνες στα χέρια γυρνούσε στα σπίτια και τραγουδούσε στις θύρες των οικοδεσποτών, οι οποίοι ως συσσεβιστές τα φιλοδωρούσαν. Απόρροια αυτής της τελετουργίας είναι τα σημερινά κάλαντα.
Κατά την γιορτή οι πανηγυριστές ευχαριστούσαν τους προαναφερομένους θεούς για την προστασία τους επί των καρπών τους και επί της ευφορίας της γης.
Η πομπή-λιτανεία γινόταν γύρω τον ναό του Απόλλωνα. Ο κλάδος της ελιάς ανηρτάτο προ των θυρών αυτού, προς ευχαρίστηση για την γονιμότητα του λήξαντος έτους και προς συνέχιση αυτής της ευφορίας κατά το έτος που από εκείνη την ημέρα και μετά άρχιζε. Αλλά και κάθε Αθηναίος αναρτούσε την ημέρα αυτή έξω από το σπίτι του και μια ειρεσιώνη, καθώς και άρτο, και κοτύλη με σύκα. Την δε ειρεσιώνη την άλλαζαν κατ’ έτος. Έκαιγαν την παλαιά και αναρτούσαν νέα (όπως κάνουμε σήμερα με τα μαγιοστέφανα). Τον άρτο και το καλάθι με τα σύκα έπαιρναν από τις θύρες οι φτωχότεροι κι έτσι απέφευγε η πόλις τον λιμό…
Στο τέλος της γιορτής, η κύρια ειρεσιώνη αφιερωνόταν στον Απόλλωνα, την Αθηνά και τις Ώρες.
Σήμερα, την 18η Οκτωβρίου εορτάζεται ο ευαγγελιστής Λουκάς και από την χριστιανική θρησκεία τηρείται νηστεία με την κατάλυση κρασιού και λαδιού. Ως επιβίωση των αρχαίων πυανεψίων, ο λαός μας λέει ως παροιμία:
…Τ’ άη Λουκά σπείρε κουκιά…
Παρόμοιες αρχαίες εορτές ήταν τα Προσηρόσια (πάλι εν Αθήναις, προς τιμήν του Πυθίου Απόλλωνος), τα Οσχοφόρια, τα Θησεία, κλπ.
Τον ίδιο μήνα, στην αρχαία πόλη των Αθηνών, πλην των Πυανοψίων, ετελούντο και τα Κυβερνήσια, τα Οσχοφόρια, τα Θεσμοφόρια, τα Απατούρια, τα Χαλκεία και τα Επιτάφεια. Τα τελευταία εγίνοντο προ των Θησείων και μνημονεύονταν όλοι οι εν πολέμω πεσόντες.
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “Ταματα και αναθηματα”. Και Γ. Λεκακης, στηλη “ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ”, περ. “Νέα Σκέψη”, Ιαν. 2009. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 2.2.2009.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Αθήναιος, Αλκμάν, Αρποκρατίων, Ευστάθιος, Ησύχιος, Κράτης, Λεξ. Συναγωγή, Λυκούργος, Μέγα Ετυμολογικό, Παυσανίας, Πλούταρχος, ΣΟΥΔΑΣ Λεξ., σχολ. Αριστοφάνη, Φώτιος.
- Λεκάκης Γ. «Τάματα και αναθήματα», εκδ. «Γεωργιάδης», 2001. Και «Χρονογραφήματα για την Ελλάδα και τον πολιτισμό», εκδ. «Ερωδιός», 2001.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Στην Αττική τα έλεγαν και Πυανέψεια ή Πυανόψια, ενώ όλοι οι άλλοι Έλληνες τα έλεγαν Πανόψια.
Άξιο αναφοράς είναι ότι Σκιράς (< σκίρον = γυψος), ήταν το αρχαίο όνομα της Σαλαμίνος. με το επίθετο Σκιράδα ελετρεύετο η θεα Αθηνά στην Σαλαμίνα και το Φάληρο. Σκίρον έλεγαν τὸ λευκὸν σκιάδειον ὅπερ ἐφέρετο ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως Ἀθηνῶν ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς Σκιράδος Ἀθηνᾶς, ἥτις ἑορτὴ ἐκαλεῖτο ἕνεκα τούτου Σκίρα καὶ Σκιροφόρια· Ή από εἰδώλου τῆς Ἀθηνᾶς πεποιημένου ἐκ γύψου / σκῖρος, (ὅτε πρέπει νὰ γράφηται σκῖρον). Ακρωτήριον τι τῆς Ἀττικῆς ἔναντι Σαλαμῖνος ἐκαλεῖτο Σκιράδιον. Δυσώνυμον μέρος τῆς πόλεως, ἡ συνοικία τῶν πορνείων καὶ τῶν τοιούτων – το μέρος εξακολούθησε, η λεγομένη Τρούμπα – ΠΗΓΗ: Ἀλκίφρων 3.8,25. Στέφ. Βυζάντιος. Ηρόδ.8.94. Λυσίμαχ. παρ’ Ἁρποκρ. Παυσ. 1.1,4., 1.36,4. Πλουτ. Σόλ. 9. Πολλ.9.96. Στράβ. 9.1.9 και 393. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Σφ. 925 (921), Α. Β. 304.
[2] πύανος (ὁ) = παλαιοτέρα λέξις ἀντὶ τῆς μεταγεναστ. ὁλόπυρος(*) – λακων. πούανος, κύαμοι ἑφθοί – έδεσμα από βρασμένο σιτάρι, οἱ πύανοι / κύανοι / κύαμοι, νυν κουκιά. – ΠΗΓΗ: Ἡλιόδ. παρ’ Ἀθην. 406C. Πολυδ. Ϛ΄, 61. Ἡσύχ. Εὐστ. 1283.10. Φώτ. Το σιτάρι αυτό ήταν ζέα – γι’ αυτό και στα ιταλικά τα πυανέψια λέγονταν zie
(*) ὁλόπυρος (-ον) = ὁ ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀκοπανίστου σίτου συνιστάμενος, μάλιστα ἐκ σίτου βεβρασμένου ὁλοκλήρου, «τῆς τῶν πυρῶν ἑψήσεως ἐπινοηθείσης, οἱ μὲν παλαιοὶ πύανον, οἱ δὲ νῦν ὁλόπυρον προσαγορεύουσι» – ΠΗΓΗ: Ἡλιόδ. παρ’ Ἀθην. 406C. Δηλ. ὁλο + πυρός (= σιτάρι), αυτός που έχει παρασκευαστεί από σιτάρι, το οποίο δεν έχει αλεστεί ή κοπανιστεί, αλλά έχει βραστεί ολόκληρο.
[3] Λεγόταν Ηραίος (στους Δελφούς), Θεμίστιος (στην Θεσσαλία), Απελλαίος (σε Σπάρτη, Μακεδονία, Λαμία), Δαμάτριος (στην Βοιωτία), Ιμάλιος (στην Κρήτη), Θεσμοφόριος (στην Ρόδο), Απατουριών (στην Δήλο), Πάνεμος (στην Σελεύκεια), Ερμαίος (στην Επίδαυρο), Μαλοφόριος (στο Βυζάντιο), Αθαναίος (στην Αιτωλία), Αγναιών (στην Μαγνησία), Αλφιοίος (στην Ήλιδα), Κυανοψιών (σε Εύβοια, Σάμο και μάλλον και Τήνο), Κρονιών (στην Αμοργό), Μητρώος (στην Βιθυνία), κ.α.
[4] την ειρεσιώνη την περιέφεραν και στα Θαργήλια.
[5] αντίστοιχο κλαδί, αλλά από την ιερά ελιά της Αθηνάς, περιπεπλεγμένο με λευκά έρια, έφερναν οι ικέτιδες σε άλλες γιορτές και ονομαζόταν ικετηρία.
[6] κοτύλη, η = κάθε τι κοίλο, που έχει κοιλότητα: Ποτήρι, αγγείο, καυκί.
[7] κατ’ άλλες γραφές «ευζώροιο, όπως μεθύουσα καθεύδη».
σιταρι ζεα, ζια σαλαμις σαλαμινα τρουμπα




