Του Γιώργου Λεκάκη
Οι πρώτοι βασιλείς της Ηπείρου εκαλούντο πυρρίδαι[1], ως απόγονοι του Νεοπτόλεμου[2], τον οποίο αποκαλούσαν και Πύρρο (= φλογερό), όπως ήταν το πρώτο του όνομα.[3] Η σπορά του Νεοπτόλεμου-Πύρρου και της Λάνασσας (ή Λεώνασσας[4]) και της Ανδρομάχης[5] – δηλ. τα εγγόνια του Αχιλλέα – ήταν σπουδαία για την Ήπειρο:
- Μολοσσός (ή Μολοττός), ο ιδρυτής του βασιλείου των Μολοσσών, το οποίο έζησε χίλια και πλέον έτη. Κληρονόμησε το βασίλειο των Μολοσσών μετά τον θάνατο του Έλενου. Απ’ αυτόν ονομάσθηκε το έθνος των περίφημων Μολοσσών της Ηπείρου.[6]
- Πέργαμος, που έφυγε για την Μικρά Ασία, μονομάχησε με τον βασιλιά της Τευθρανίας, Άρειο, του επήρε το βασίλειό του, και ίδρυσε την περίφημη πόλη που έκτοτε φέρει το όνομά του…[7]
- Άλλα παιδιά του Πύρρου-Νεοπτόλεμου, κι εγγόνια του Αχιλλέα: Αγέλαος, Αγχίαλος, Αιακίδης, Αμφίαλος, Άργος, Γένοος, Δανάη, Δωριέας, Εθνέστης[8], Ευρύλοχος, Μεγαπένθης, Πάνδαρος, Πηλεύς ή Πίελος[9], Πρόξενος, Πύρρος[10], Τρωας, Φθίος, κ.ά.
Κι εδώ έρχεται να δέσει η ετυμολογία τον περίφημο πολεμικό χορό της πυρρίχης[11] με τους Ηπειρώτες: Ο χορός ονομάσθηκε έτσι – κατά μια εκδοχή – διότι εφευρέθηκε από τον Πύρρο-Νεοπτόλεμο, που χόρεψε ένοπλος στην Τροία, μόλις σκότωσε τον Ευρύπυλο (γιο του Τηλέφου).[12] Οι άλλες δυο πιθανές εκδοχές είναι να ονομάσθηκε έτσι ο χορός από καποιον ομώνυμο Κρητικό ή καποιον φερώνυμο Σπαρτιάτη. Τι μας λέει ο μύθος; Την κοινή μουσικοχορευτική παράδοση Ηπειρωτών-Κρητικών-Λακώνων, που εξακολουθεί να εκφράζεται έως σήμερα με την πεντατονική τους μουσική. Σήμερα η Λαογραφία βρίσκει κοινά στοιχεία στα ηπειρώτικα και τα μανιάτικα μοιρολόγια, ακριβώς εξ αιτίας αυτής της κοινής αφετηρίας…
Ο Πύρρος Α΄
Ο Πύρρος Α΄, λοιπόν, που έγινε ο πρώτος βασιλιάς της Ηπείρου (319-318;-272 π.Χ., βασίλευσε 297/5-272 π.Χ.) καταγόταν από την Φοινίκη της Βορείου Ηπείρου. Ήταν υιός του βασιλιά των Μολοσσών, Αιακίδη (4ος αι. π.Χ.)[13] και της Φθίας[14], αδελφός της Δηιδάμειας και της Τρωάδος. Ο Αιακίδης ήταν αδελφός (ή εξάδελφος) της Ολυμπιάδος, μητέρας του Μεγαλου Αλεξάνδρου, άρα ο Πύρρος ήταν πρώτος εξάδελφος ή θείος του Μεγ. Αλεξάνδρου.
Ο Αιακίδης εκδιώχθηκε από τον θρόνο της Ηπείρου, όταν ο Πύρρος ήταν μόλις δυο ετών. Μετά απ’ αυτήν την πτώση του πατρός του, οι φίλοι του έκπτωτου βασιλιά, Ανδροκλείδης και Άγγελος, φοβούμενοι μήπως οι εχθροί του Αιακίδη σκοτώσουν τον γιο του, τον φυγάδευσαν. Τρεις ρωμαλέοι Ηπειρώτες ανέλαβαν το δύσκολο έργο, που είχε πολλές περιπέτειες[15]: Ο Ανδροκλείων, ο Ιππίας και ο Νέανδρος. Αυτοί τον μετέφεραν στην Ιλλυρία όπου και τον απέθεσαν στα πόδια του βασιλιά των Ταυλαντίων, Γλαυκία[16]. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που χαμογέλασε η τύχη στον Πύρρο.
Ο Γλαυκίας δίστασε αρχικώς, διότι εάν τον δεχόταν, θα ήταν σαν να τα ξαναβάζει με τους Μακεδόνες, απ’ τους οποίους μετρούσε ήδη μια οδυνηρή ήττα. Δεδομένου ότι ο Κάσσανδρος ήθελε τον Πύρρο νεκρό, αφού ο πατέρας του Πύρρου, Αιακίδης, και η Ολυμπιάδα ετάχθησαν κατά του Κασσάνδρου, στον εμφύλιο που ακολούθησε στην Μακεδονία, μετά τον θάνατο του Μεγ. Αλεξάνδρου. Εν τέλει ο Γλαυκίας λυπήθηκε το μωρό και το έδωσε στην γυναίκα του, για να το αναθρέψει μαζί με τα άλλα τους παιδιά… Τυχερός για δεύτερη φορά ο Πύρρος. Αξιοσημείωτο είναι πως οι συνοδοί του, όταν θέλησαν να περάσουν στο αντικρύ του Αώου μέρος, συνεννοήθηκαν με τους απέναντι κατοίκους, χαράζοντας λέξεις πάνω σε μια φλούδα δένδρου και εξακοντίζοντας την φλούδα προς αυτούς, εν είδει αλληλογραφίας.[17] Τούτο μας επιτρέπει να πούμε πως η γλώσσα και η αλφάβητος των δυο πλευρών του Αώου ήταν κοινά.
Ο Πύρρος παρέμεινε στην Ιλλυρία έως τα 12 του χρόνια, όταν τον οδήγησε ο ίδιος ο Γλαυκίας με στρατό στην Ήπειρο και τον εγκατέστησε στον θρόνο της Ηπείρου.[18] Ήταν το 306 π.Χ. όταν ανέβηκε το πρώτον προσωρινώς στον θρόνο των Μολοσσών, υπό την επιτήρηση αντιβασιλέως, διότι ήταν ανήλικος. Αυτή ήταν η 3η φορά που στάθηκε τυχερός ο Πύρρος.
Σε ηλικία 17 ετών (περί το 302 π.Χ.) θέλησε να ξαναπάει στην Ιλλυρία, να παραστεί στους γάμους ενός των υιών του Γλαυκία, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί. Τότε βρήκαν ευκαιρία οι Μολοσσοί και στασίασαν εναντίον του, υποκινούμενοι από τον Κάσσανδρο. Τον κήρυξαν έκπτωτο, εκδίωξαν τους φίλους κι υποστηρικτές του και ανακήρυξαν βασιλέα τους, τον συγγενή του, Νεοπτόλεμο Β΄.
Τότε, βασιλιάς χωρίς βασίλειο και πλούσιος χωρίς περιουσία, ο Πύρρος κατέφυγε στον γαμπρό του, Δημήτριο Πολιορκητή[19]. Τυχερός για 4η φορά. Πολέμησε μαζί του στην Μάχη της Ιψού στην Φρυγία (301 π.Χ.), όπου αν και νεώτατος, διακρίθηκε για την γενναιότητά του. Έπειτα, ο Δημήτριος βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Όμως, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Πύρρος δεν τον εγκατέλειψε, αλλά φρόντισε να διαφυλαχθούν τα συμφέροντά του στην Ελλάδα. Και όταν ο Δημήτριος συμμάχησε με τον Πτολεμαίο Α΄ της Αιγύπτου, ο Πύρρος δέχθηκε κι εστάλη ως όμηρος. Η βασιλική καταγωγή του και οι ικανότητές του έκαναν τον Πτολεμαίο να συμφιλιωθεί μαζί του και τον ενύμφεψε με την θυγατέρα του, Αντιγόνη[20]. Τυχερός για 5η φορά ο Πύρρος. Με την βοήθεια του πεθερού του ανέκτησε τον πατρικό βασιλικό του θρόνο (298-297 π.Χ.), όπου και συμβασίλεψε με τον Νεοπτόλεμο Β΄, τον οποίο έβαλε να δολοφονήσουν το 295 π.Χ.[21] Από την Αντιγόνη απέκτησε έναν γιο, τον Πτολεμαίο. Όταν εκείνη πέθανε, έκτισε, προς τιμήν της, μια πόλη, που της έδωσε το όνομά της, την ιστορική Αντιγόνεια, σε ένα καλά οχυρωμένο λόφο (στο διάστημα 295-290 π.Χ.), ενώ προς τιμήν της πεθεράς του, Βερενίκης, έκτισε την πόλη Βερενικίς, σε σπουδαίο στρατηγικό σημείο – νυν Πρέβεζα.
Ο Πύρρος έκανε και άλλους γάμους, όλους με πολιτική-διπλωματική σκέψη: Ήλθε σε 2ο γάμο: Νυμφεύθηκε την θυγατέρα του τυράννου των Συρακουσών[22], Αγαθοκλή (361-289 π.Χ.), την Λάνασσα. Έτσι, κληρονόμησε εν μέρει την επιρροή του. Ο νέος πεθερός, Αγαθοκλής έδωσε προίκα στον γαμπρό του, Πύρρο, την… Κέρκυρα! Απ’ την Λάνασσα ο Πύρρος απέκτησε άλλον έναν γιο, τον Αλέξανδρο. Αλλά χώρισαν. Κι ο Πύρρος ήλθε σε 3ο γάμο, με μια κόρη του βασιλιά των Παιόνων, Αυτολέοντα. Έπειτα έκανε και 4ο γάμο: Με την θυγατέρα του βασιλιά των Ιλλυριών Βαρδύλιου, την Βιρκέννα, με την οποία απέκτησε και τον τρίτο του γιο, τον Έλενο. Ως κόρες του αναφέρονται ακόμη, μια Ολυμπιάδα,[23] μια Βερενίκη, μια Σαλονίκη[24], κ.ά.
Το 295-294 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς Αλέξανδρος Ε΄[25], ζήτησε την συνδρομή των Δημητρίου και Πύρρου. Αλλά ο Δημήτριος αργοπορούσε κι ο Πύρρος. Τότε ο Πύρρος έσπευσε να τον βοηθήσει να διώξει τον αδελφό του, αλλά ζήτησε ως ανταμοιβή κάποιες περιοχές της Μακεδονίας, την Αμβρακία, την Ακαρνανία και την Αμφιλοχία! Λίγους μήνες αργότερα ο Δημήτριος έσπευσε και δηλητηρίασε τον Αλέξανδρο κι έγινε βασιλεύς της Μακεδονίας. Έτσι, οι ήδη ψυχρές σχέσεις Πύρρου-Δημητρίου έγιναν ακόμη ψυχρότερες. Αποτέλεσμα ήταν να φθάσουν να γίνουν έως και εχθροί. Κι έτσι ο Πύρρος τα έβαλε με τον Δημήτριο, για τον θρόνο της Μακεδονίας.[26] Ο πόλεμος αυτός κράτησε από το 288 έως το 287 π.Χ. Ο Λυσίμαχος τον έπεισε να σταματήσει. Τότε οι ίδιοι οι Μακεδόνες εκάλεσαν τον Πύρρο να γίνει βασιλιάς τους, γιατί τον θεωρούσαν «συγγενή και ισάξιο του Μεγ. Αλεξάνδρου»! Και φυσικά αυτός δέχθηκε!
Ιδού πώς έγινε τούτο: Το 287 π.Χ. ο Πύρρος[27] έβαλε στο μάτι την καλλίπηγο πόλη της Βερροίας. Την πήρε χωρίς μάχη την Βέρροια, ενώ ο Δημήτριος έλειπε σε επιχειρήσεις στην Θράκη. Μόλις ο Δημήτριος το πληροφορήθηκε, άφησε την Θράκη κι έτρεξε στην Βέρροια. Αλλά ο Πύρρος με πονηριά είχε εισχωρήσει στρατιώτες του στο στρατόπεδο του Δημητρίου, ντυμένους ως Βερροιώτες και προπαγάνδιζαν υπέρ του Ηπειρώτη βασιλιά. Έτσι το πλήθος των Μακεδόνων στρατιωτών ζήτησε να δει τον Πύρρο, ο οποίος εμφανίσθηκε σε φανταχτερή πανοπλία, στεφανωμένος με κλαδιά δρυός και κέρατα ταύρου. Η λαμπρή εμφάνισή του έπεισε τους στρατιώτες του Δημητρίου για την ανωτερότητά του. Έτσι αυτοί στασίασαν εναντίον του Δημητρίου. Ο Δημήτριος κατόρθωσε και δραπέτευσε στην Κασσανδρεία. Η σκηνή του λεηλατήθηκε από τους στρατιώτες του κι ο Πύρρος εκμεταλλεύθηκε την στιγμή και έγινε αρχηγός τους και αυτοανακηρύχθηκε και βασιλιάς των Μακεδόνων…[28]
Αναγκάσθηκε όμως να δώσει μερικές περιοχές της Μακεδονίας στον Λυσίμαχο. Μετά, απελευθέρωσε την Αθήνα, την οποία πολιορκούσε ο Δημήτριος, και συνήψε ειρήνη μαζί του. Αργότερα, όταν ο Δημήτριος έχασε τον πόλεμο κατά του Σέλευκου στην Ασία, ο Λυσίμαχος βρήκε ευκαιρία και κτύπησε τον ηττημένο: Ξεσήκωσε τους Μακεδόνες, κατά του Πύρρου! Μόλις ο ευφυής Πύρρος κατάλαβε πως δεν θα νικούσε, οπισθοχώρησε και πάλι στην Ήπειρο, αφήνοντας την Μακεδονία στον Λυσίμαχο.[29] Επτά μήνες αργότερα (287 π.Χ.) ο Πύρρος έχασε την Μακεδονία, όπως την «πήρε»: Χωρίς μάχη… Βρέθηκε για 6η φορά λοιπόν τυχερός.
Τα επόμενα χρόνια του Πύρρου ήταν ήρεμα. Ζούσε στην Αμβρακία, την οποία είχε επιλέξει ως μόνιμο τόπο διαμονής του. – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ περι ΑΜΒΡΑΚΙΑΣ, ΕΔΩ. Τότε – όταν μεσουρανούσε η Αμβρακία[30] – φαίνεται να μπαίνουν και τα θεμέλια του γνωστού «γεφυριού της Άρτας».[31] Η Ήπειρος των χρόνων του Πύρρου εκτεινόταν από τον νυν γεωγραφικό χώρο της κεντρικής Αλβανίας, έως την Αιτωλοακαρνανία! Έτσι μετέτρεψε την πατρίδα του, για ένα σύντομο, έστω, χρονικό διάστημα, ως το ισχυρότερο ελληνικό κράτος. Ώρισε την Αμβρακία πρωτεύουσα του κράτους του, για να έχει καλύτερη πρόσβαση και επικοινωνία με την υπόλοιπη Ελλάδα. Απ’ εδώ εξορμούσε για την λοιπή Ελλάδα και την Ιταλία. Κατεκόσμησε την πρωτεύουσά του με μεγάλες οικοδομές, ναούς, μνημεία, αγάλματα, ζωγραφικούς πίνακες κλπ. Ο Πύρρος έφθασε την πόλη στην μεγαλυτέρα της ακμή! Τότε είχε έκταση 120 στάδια! Υποδιαιρείτο σε τρεις συνοικίες (Πολύβιος ΧΧΙ,27):
- Το Πύρρειον (δυτικό τμήμα της πόλεως), όπου έκτισε τα ανάκτορά του. Εδώ ήσαν επίσης ναοί της Αθηνάς, της Ηγεμόνης Αρτέμιδος, της Αφροδίτης, του Ασκληπιού, ηρώον του Αινείου, δυο θέατρα, κ.ά. Στα δυτικά η Αμβρακία εξετείνετο έως τον ποταμό Λούρο!
- Το Ασκληπιείον και
- την Ακρόπολη.
Ανήσυχο όμως στρατιωτικό πνεύμα αναζητούσε πάντα την περιπέτεια. Και αυτή δεν άργησε να του δοθεί, το 281 π.Χ.: Ήλθε πρόσκληση των Ταραντίνων να ηγηθεί των πολεμικών τους επιχειρήσεων κατά των Ρωμαίων! Δέχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, παρά τις συστάσεις του φίλου και συμβούλου του Κινέα[32]. Μεταξύ τους διεμείφθη ο παρακάτω διάλογος:
– Εάν νικήσεις τους Ρωμαίους, μετά τι θα κάνεις;
– Θα κατακτήσω την Σικελία!
– Κι αν κυριεύσεις και την Σικελία;
– Θα περάσω στην χώρα των Καρχηδονίων και θα την κατακτήσω κι αυτή!
– Και μετά;
– Μετά, είπε αμήχανα ο Πύρρος, μετά θα ησυχάσουμε και θα απολαύσουμε τα αγαθά της ειρήνης…
– Μάλιστα! Και γιατί δεν αρχίζεις από τώρα να απολαμβάνεις τα αγαθά της ειρήνης, αντί να χύσεις πρώτα τόσο αίμα; του είπε ο ρήτορας…[33]
Κατά την παράδοση, ο Πύρρος από την Αμβρακία, πέρασε από την Σαγιάδα, απ’ όπου διά μέσου Διαποντίων νήσων θα έφθανε στον Υδρούντα[34] της Απουλίας Μεγάλης Ελλάδος / Κατω Ιταλίας. Οι κάτοικοι της Σαγιάδος του έστρωσαν τραπέζι. Ο βασιλιάς έκατσε, έφαγε κι έφυγε. Γιατί εδώ ήταν μια μεγάλη πολιτεία, με μεγάλη αγορά! Αλλά κάποτε τον αρχηγό της πολιτείας αυτής τον φαρμάκεψε η γυναίκα του, κι η πολιτεία αυτή εχάλασε…[35]
Αρχικώς στην ιταλική εκστρατεία, έστειλε τον Κινέα με πολλούς στρατιώτες (Ηπειρώτες, Αθαμάνες, κ.ά.) στον Τάραντα. Μετά έστειλε κι άλλους στρατιώτες, άλογα και 50 ελέφαντες, ενώ ο ίδιος αποβιβάζεται με με το επιτελείο του στην Ιταλία, το 280 π.Χ.
Τότε, για την διευκόλυνση των στρατιωτικών του επιχειρήσεων, συλλαμβάνει την ιδέα της ενώσεως, με πλωτή γέφυρα, του νησιού των Οθρωνών των Διαποντίων με τον Υδρούντα της Απουλίας (απόσταση 43 ν.μ. και 47 ν.μ. από το άκρον της Λευκής).[36]
Λίγους μήνες μετά, έδωσε την πρώτη του μάχη, στην Ηράκλεια. Ενίκησε τον ύπατο Πόπλιο Βαλέριο Λαιβίνο. Φέρεται όμως να δήλωσε «ακόμα μια τέτοια νίκη και… ηττηθήκαμε»… Στην μάχη αυτή, στάθηκε για 7η φορά τυχερός, αφού την πανοπλία του Πύρρου φορούσε ο φίλος του Μεγακλής, ο οποίος και φονεύθηκε… Μετά την νίκη του στην Ηράκλεια της Ιταλίας (280 π.Χ.) ο Πύρρος έστειλε τις ρωμαϊκές ασπίδες να τις κρέμασουν στους κίονες του ιερού του Διός στην Δωδώνη, όπου έστησε και αναθηματική επιγραφή.
Έφθασε 60 χλμ. από την Ρώμη! Έστειλε τον Κινέα να συνάψει ειρήνη. Όμως οι διαπραγματεύσεις του με τους Ρωμαίους δεν ευοδώθηκαν! Ακολούθησε η Μάχη στο Άσκλο. Νίκησε αλλά και πάλι με σοβαρώτατες απώλειες. Τότε είπε πως «ακόμη μια φορά να νικήσω τους Ρωμαίους, δεν θα μου μείνει ούτε ένας στρατιώτης»![37] Πράγματι ο Πύρρος συνέτριψε τους Ρωμαίους σε πολλές μάχες, αλλά είχε και πολλές απώλειες. Εκτοτε έμεινε η φράση πύρρειος νίκη, που ναι μεν είναι νίκη, ισοδυναμεί με ήττα δε. Λέγεται γι’ αυτόν που κερδίζει, αλλά χάνει παράλληλα και πολλά.[38] Η νέα νίκη του στο Άσκλον, τον εξασθένησε ακόμη περαιτέρω. Παρ’ όλ’ αυτά, κράτησε σε ιταλικό έδαφος δυο χρόνια και 4 μήνες!
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξάρουμε την σημαντική βοήθεια που προσέφεραν τα σκυλιά του στρατού του Πύρρου, τα ηπειρωτικά τσοπανόσκυλα, που ήταν ιδιαίτερα εύσωμα, και εκ των Ηπειρωτών Μολοσσών ονομάσθηκαν μολοσσοί, όπως είναι έως σήμερα παγκοσμίως γνωστά. Γιατί, όπως αναφέρεται, ήταν τόσο ρωμαλέοι και ατρόμητοι σκύλοι, που δεν δίσταζαν να επιτεθούν σε ταύρους, αγριόχοιρους, ακόμη και σε λιοντάρια![39]
Το 278 π.Χ. κατέβηκε στην Σικελία, προσκεκλημένος από τους Έλληνες, για να πολεμήσει τους Καρχηδονίους. Απέπλευσε από τον Τάραντα. Μόλις έφθασε στην Σικελία, τον ανακήρυξαν ηγεμόνα και βασιλέα τους![40] Εν πολλοίς επέτυχε τον σκοπό του. Νίκησε τους Καρχηδονίους, κατέλαβε τις πόλεις που κατείχαν – εκτός από το Λιλυβαίο. Και ήταν έτοιμος να αποπλεύσει για να εκστρατεύσει κατά της Λιβύης, αλλά εδημιούργησε δυσαρέσκειες με την σκληρή συμπεριφορά του: Επέμενε να εκτελέσει στον Συρακούσιο Θείνωνα! Αυτό μετέβαλε τα αισθήματα των Συρακουσίων εναντίον του. Έτσι οι πόλεις συντάχθηκαν με τους Καρχηδονίους. Το κλίμα ήταν βαρύ εναντίον του. Και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Σικελία και να επιστρέψει στην Ιταλία (275 π.Χ.). Επιστρέφοντας στον Τάραντα, ο Πύρρος αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους, αλλά η ψυχολογία του ήταν τέτοια, που ηττήθηκε από τους καλά οργανωμένους και πεισματάρηδες Ρωμαίους στην χώρα των Σαμνιτών, στο Βενεβέντο[41].
Έτσι επέστρεψε στην Ήπειρο (274 π.Χ.). Αυτή ήταν η αρχή του τέλους της πανελλήνιας ενότητος. Από την Δυτική Σικελία έφερε την λατρεία της Αινειάδος Αφροδίτης. Συνολικά 6 χρόνια δαπάνησε στην Ιταλία (280-275 π.Χ.) και διέσχισε όλην την νότιο Ιταλία για να βοηθήσει τις ελληνικές πόλεις εναντίον της Ρώμης. Οι Βόλκοι και οι Βολτσίνιοι συμμάχησαν μαζί του. Η Ρώμη γι’ αυτό συνέτριψε τις δυο πόλεις, τις προσάρτησε, τις καταδίκασε σε ανέχεια και τους αφαίρεσε εδάφη.
Επιστροφή, λοιπόν, στην Ήπειρο για τον Πύρρο. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ΝΑ. της ιερής οικίας της Δωδώνης ο Πύρρος έκτισε ναό του Ηρακλή[42], προς τιμήν του προγονικού ήρωος του μακεδονικού οίκου των Αργεαδών, με τον οποίο συνδέθηκε με επιγαμιαία σχέση ο μολοσσικός οίκος των Αιακιδών (με τον γάμο της Ολυμπιάδας με τον Φίλιππο Β΄). Τότε επίσης, ο ο ζακχαίος Ηπειρώτης ηγέτης Πύρρος εγκαινίασε και καθιέρωσε τα Νάια[43]. Για χάρη τους ανακατασκεύασε το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης, το έκανε χωρητικότητος 18.000 θεατών, για να παρακολουθούν περισσότεροι τις γιορτές. Ήθελε έτσι να προσδώσει κύρος και αίγλη στο μαντείο της Δωδώνης, που είχε ήδη αρχίζει να παρακμάζει.
Στην συνέχεια αποπειράθηκε να ανακαταλάβει την Μακεδονία, όπου βασίλευε ο Αντίγονος Γονατάς[44], γιατί δεν είχε χρήματα. Με συμμάχους τους Γαλάτες, τον νίκησε, στα Στενά του Αώου[45]! Όταν ο Πύρρος εισήλθε στην Πέλλα, πολλοί λόγιοι που φιλοξενούνταν στην αυλή του Αντιγόνου Γονατά, έφυγαν…[46] Το 274 π.Χ. ο Πύρρος έστησε στους κίονες του ιερού του Διός στην Δωδώνη και τις μακεδονικές ασπίδες, ενώ άλλα λάφυρα αυτού του πολέμου αφιέρωσε και στον ναό της Αθηνάς, στην Ιτωνία[47]. Μετά κατέλαβε και άλλες πόλεις, όπως τις Αιγές, όπου εγκατέστησε και φρουρά Γαλατών. Εκεί οι Γαλάτες καταλεηλάτησαν τους τάφους των Μακεδόνων και ασέλγησαν επί των οστών των βασιλέων τους, τα οποία σκόρπισαν. Ο Πύρρος δεν τιμώρησε τους Γαλάτες γι’ αυτήν την βάρβαρη συμπεριφορά τους, κι οι Μακεδόνες ενοχλήθηκαν πολύ.[48]
Ξανα-επέστρεψε στην Ήπειρο και οργάνωσε εκστρατεία κατά της Σπάρτης (273-272 π.Χ.), αφού εδέχθη πρόσκληση του Κλεωνύμου, διότι η πόλη ήταν απροστάτευτη, καθώς ο βασιλιάς Αρέας, με τον περισσότερο στρατό της πόλεως, έλειπαν σε πολεμικές επιχειρήσεις στην Κρήτη, στο πλευρό των Γορτυνίων! Πρόσχημα αυτήν την φορά η… αποκατάσταση του βασιλιά Κλεώνυμου. Πράγματι, ο Πύρρος κατέβηκε στην Πελοπόννησο με 20.000 οπλίτες, 2.000 ιππείς και 24 ελέφαντες! Και το 272 π.Χ. ήταν έξω από την Σπάρτη! Αλλά την πόλη δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί ο σπαρτιάτικος λαός αντιστάθηκε γενναία: Οι Σπαρτιάτες, με τις γυναίκες επί κεφαλής, έσκαψαν μέσα εν μια νυκτί μια μεγάλη τάφρο, για να σταματήσουν την προέλαση του Πύρρου! Ο Ακρότατος με 300 Σπαρτιάτες κατάφερε, μετά από σκληρή μάχη, να νικήσει τον γιο του Πύρρου, Πτολεμαίο. Το κατόρθωμα αυτό έδωσε θάρρος στους άλλους Σπαρτιάτες, οι οποίοι τελικώς καταδίωξαν τον εισβολέα έξω από τα σύνορά τους, ενώ πρόλαβε εν τω μεταξύ κι επέστρεψε από την Κρήτη ο Αρέας, αλλά κατέφθασε και ο σύμμαχός του, Αντίγονος Γονατάς…
Από εκεί ο Πύρρος έβαλε στο μάτι το… Άργος, αφού από εκεί κρατούσε η γενιά των Αιακιδών. Τότε, καθώς εισέβαλε νύχτα στην πόλη, αυτός ο ανδρείος πολεμιστής βρήκε τον θάνατο σε μια οδομαχία, από ένα… κεραμίδι που του πέταξε στο κεφάλι μια Αργίτισσα![49] Τότε όλοι κατάλαβαν γιατί οι αρχαίοι έλεγαν πως κανείς δεν μπορεί να είναι πάνω από 7 φορές τυχερός στην ζωή του… Ο Ζώπυρος βρήκε το κτυπημένο κορμί του ανδρείου πολεμιστή και του απέκοψε το κεφάλι… Όταν ο γιος του Αντιγόνου, Αλκυονεύς, πήρε το κεφάλι του Πύρρου και το πήγε στον πατέρα του, ο Αντίγονος απεκάλεσε τον γιο του «ανίερο» και «βάρβαρο» κι έδωσε εντολή να το ενώσουν με το υπόλοιπο άψυχο σώμα και να το κοσμήσουν, πριν το κάψουν με τιμές… Επίσης, ελευθέρωσε και έστειλε πίσω στην Ήπειρο, τον γιο του Πύρρου, Έλενο, ίσως και με τα οστά του πατέρα του…[50]
Η νομισματοκοπία του
Ο Πύρρος έμεινε στην ιστορία και για την νομισματοκοπία του. Αυτή υπήρξε μεγάλη σε έκταση. Ωρισμένες δε κοπές του είναι εξαιρετικής τέχνης.
Ένα αργυρό 4δραχμο που κόπηκε στην Ήπειρο[51] απηχεί την ηπειρωτική λατρεία του ζεύγους Διός-Διώνης, με την απεικόνιση της κεφαλής του Διός δρυοστεφούς στην εμπροσθία όψη και της ένθρονης Διώνης, που κρατάει σκήπτρο στην οπισθία.
Επίσης, οι Έλληνες άποικοι στην Λευκανία της Κάτω Ιταλίας (Μεγ. Ελλάδος), μαθαίνουμε εξ επιγραφών επί των νομισμάτων των χρόνων του Πύρρου, πως εκαλούντο Λυκιανοί ή Λουκιανοί.
Η προσφορά του Πύρρου
Τέτοια ήταν η αίγλη του Πύρρου στην Ήπειρο, που οι Μολοσσοί της Ηπείρου, ονομάσθηκαν εξ αυτού Πυρριάδαι[52] και η Ήπειρος, «Γη του Πύρρου».
Ο άνθρωπος αυτός που είχε άγρια όψη – λέγεται πως η άνω γνάθος του δεν είχε ούτε ένα δόντι, ενώ άλλοι λένε πως απλά της έλειπε ένα δόντι – ήταν πολύ καλός με τους φίλους του στην παρέα και όλοι τον σέβονταν ως στρατηγό. Στους φίλους του συγκαταλέγονταν ο Ηπειρώτης Αέροπος, ο Δείναρχος[53], κ.ά. Αρχιοινοχόος του ήταν ο Αλεξικράτης. Ιατρός του, ο Τιμοχάρης.
Ο Πύρρος ήταν πολύ καλός και με τον απλό λαό του.
Γενικώς, πάντως επέδειξε σπουδαίες στρατηγικές αρετές και πρόσφερε πολλά στην Ήπειρο και τον ελληνισμό εκείνη την εποχή. Είναι χαρακτηριστικό, τέλος, πως άνοιξε πολλούς δρόμους στην Πίνδο, την έκανε πιο προσπελάσιμη, δρόμοι που αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από πολλές στρατιές, αλλά και από απλούς εντόπιους χωρικούς και κτηνοτρόφους. Τα μονοπάτια αυτά χρησιμοποιούσαν έως τα πρόσφατα χρόνια οι μεγαλοκτηνοτρόφοι των Αθαμανικών Ορέων, οι «τσελιγκάδες», οι οποίοι στα χρόνια του Πύρρου απελάμβαναν ιδιαιτέρας εκτιμήσεως, αφού η κτηνοτροφία ήταν η βασική πηγή πλούτου για το κράτος του.
Ο Πύρρος, παραδίδεται, πως άφησε και γραπτά υπομνήματα, από τα οποία όμως δεν διεσώθη τίποτε, παρά ελάχιστα αποσπάσματα.[54]
Παραδόσεις για τον Πύρρο
Η παράδοση λέει πως ο Πύρρος είχε την ικανότητα να θεραπεύει ασθενείς, με ένα του απλό άγγιγμα πάνω τους[55]. Ο λαός του πίστευε πως το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού ποδιού του είχε μαγικές ιδιότητες. Πίστευαν μάλιστα πως θεραπεύει τις ασθένειες του σπληνός! Έτσι, όποιος Ηπειρώτης σπληνοπαθής του ζητούσε βοήθεια, ο Πύρρος ακουμπούσε το δάκτυλο του ποδιού του στον σπλήνα του ασθενούς και τον… θεράπευε!..
Απόγονοι
Ο Πύρρος απόκτησε πολλούς υιούς, από διάφορες γυναίκες, που όλοι σχεδόν κληρονόμησαν τον φιλοπόλεμο χαρακτήρα του πατέρα τους.
Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος Β΄[56], ο οποίος συνέχισε να μάχεται κατά του Αντιγόνου Γονατά.[57]
Ο Αλέξανδρος με την ετεροθαλή αδελφή του πατέρα του, Ολυμπιάδα, απέκτησαν τον Πύρρο Β΄[58], ο οποίος διαδέχθηκε τον Αλέξανδρο (περί το 255 π.Χ.). Όταν πέθανε (234 π.Χ.), τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Πτολεμαίος.
Τελικώς
Οι Ρωμαίοι για να εκδικηθούν τον νικητή τους, Πύρρο, δεν έπαψαν ποτέ να οραματίζονται και να οργανώνουν εκδίκηση για την Ήπειρο: 70 πόλεις της Ηπείρου αφάνισαν απ’ τον χάρτη και 150.000 Ηπειρώτες υπολογίζεται πως ξεκληρίσθηκαν απ’ τους Ρωμαίους. Από τον 3ο κιόλας αιώνα π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην Ελλάδα και δεν σταμάτησαν, παρά μόνον αφού κατέκτησαν όλες τις υπό ελληνικό έλεγχο πόλεις.
Και ενώ η Ρώμη κατακτούσε την Ελλάδα με τα όπλα, η Ελλάς κατακτούσε την Ρώμη με το πνεύμα. Ολοι οι ευγενείς Ρωμαίοι μιλούσαν και διάβαζαν ελληνικά, είχαν Έλληνες διδασκάλους και ελληνικό τρόπο σκέψεως, μέχρι και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους.
Ο ιστοριογράφος Φύλαρχος[59] έγραψε την ιστορία των εκστρατειών του Πύρρου. Τόσο σπουδαίος ήταν ο Πύρρος, ώστε ο μέγας Πλούταρχος του αφιέρωσε ένα ολόκληρο βιβλίο (στην σειρά των «Βίων» του)! Στην δε Ιστορία έμεινε ως «ο καλύτερος στρατάρχης μετά τον Μέγα Αλέξανδρο – αν όχι καλύτερός του, που όμως έδινε και μεγάλη σημασία στην διπλωματία».
Ο Πύρρος ήταν τόσο σπουδαίος, που οι αρχαίοι τον έκαναν και αίνιγμα, για να τον κάνουν αθάνατο στην μνήμη των παιδιών:
«Ει πυρός αιθομένου μέσσην εκατοντάδα θείης, βασιλιά ευρήσεις», δηλ. «εάν στην μέση φωτιάς που καίει, τοποθετήσεις μια εκατοντάδα, θα βρεις έναν βασιλιά». Κι η λύση του αινίγματος ήταν «ο βασιλιάς Πύρρος», διότι εάν στην μέση της λέξεως «πυρός» βάλει κανείς το ρ (= 100) βγαίνει το όνομα του Ηπειρώτη βασιλιά… Έτσι δεν θα ξεχάσετε ποτέ ότι ο Πύρρος γράφεται και με δυο «ρ»…
ΠΗΓΗ: Γ. Λεκακης “ΗΠΕΙΡΟΣ, η γωνιά που πέτρωσε στο 5”, 1998. Απόσπασμα ομιλίας του Γ. Λεκάκη, σε σχετική εκδήλωση στο χωριό Μεγαλόχαρη Άρτης, 16.8.2010.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Όπως της Κρήτης εκαλούντο μίνωες, της Αιγύπτου φαραώ, κλπ.
[2] Αυτός ήταν γιος του Αχιλλέως και της Δηιδάμειας – ή κατ’ άλλους της Ιφιγενείας, που μετά την «θυσία» της μητρός του, μεταφέρθηκε από τον πατέρα του στην Σκύρο, όπου τον παρέδωσε στην Δηιδάμεια να τον αναθρέψει (βλ. σχ. Τζέτζη 133, Ευστάθ. σχ. στον Όμηρο Σ,1187). Πύρρο τον ονόμασε ο βασιλιάς της Σκύρου Λυκομήδης, είτε επειδή είχε κόκκινα μαλλιά (σαν τον πατέρα του), είτε επειδή ο Αχιλλέας, μεταμφιεσμένος σε κορίτσι, έφερε το όνομα Πύρρα (Παυσ. x,26 και 1, Υγ. Fab. 97, Ευσταθ. σχολ. Ομ. σελ. 1187, Σερβ. «Aιν.», ii,469).
Εκλήθη Νεοπτόλεμος γιατί από νέος μπήκε στον πόλεμο – βλ. σχ. Ευστάθ. LC. Πράγματι στα 18 του χρόνια, όταν ο πατέρας του είχε πια πεθάνει, έφθασε από την Τροία ο Οδυσσέας, για να πείσει τον νεό να έλθει στο πεδίο της μάχης, γιατί βάσει χρησμού, οι Αχαιοί θα νικούσαν τους Τρώες εάν ελάμβανε μέρος ο γιος του Αχιλλέα. Έτσι έδωσε την άδεια ο Λυκομήδης και ο Νεοπτόλεμος έφθασε στην Τροία, όπου του έδωσαν κληρονομικά τα όπλα του Αχιλλέα.
Επίσης αναφέρεται πατρωνυμικά ως Αχιλλίδης (Οβ. «Her.» Viii,3) ή Αιακίδης (Βιργ. «Aιν.» Ii,263, iii,296).
Ο Νεοπτόλεμος φονεύθηκε στους Δελφούς. Μάλιστα μέσα στον ναό του Απόλλωνος (όπως ο ίδιος είχε σκοτώσει μέσα στον ναό του Ερκείου Διός τον ικέτη Πρίαμο στην Τροία! Έκτοτε παροιμιώδης η φράση «νεοπτολέμειον τίσιν» δηλ. «Η ανταμοιβή του Νεοπτόλεμου», που λεγόταν για κάποιον που πάθαινε ό,τι είχε κάνει σε κάποιον άλλο). Αλλά βγήκε από τον τάφο του και κατατρόμαξε τους Γαλάτες που έρχονταν να κυριεύσουν τον δελφικό ναό του Απόλλωνος! Έτσι απέτρεψε την κατάληψή του απ’ αυτούς κι έκτοτε ετιμάτο εκεί με ετήσια μνημόσυνα.
[3] βλ. σχ. Απολλόδ. iii,13 § 8, Ομ.. «Οδ.» xi,491.
[4] Αναφέρεται ως θυγατέρα του Κλεοδαίου, εγγονή του Ύλλου ή του Ηρακλή. Ιέρεια στον ναό του Δδωναίου Διός. Από τον Πύρρο-Νεοπτόλεμο απέκτησε 8 παιδιά (βλ. σχ. Ιουστ. LC).
Στην Ήπειρο την Ελένη την λένε Λένω ή Λένιω, γιατί ενθυμούνται αυτήν την ιέρεια γενάρχισσα των βασιλιάδων τους.
[5] Όταν οι αιχμάλωτοι Τρώες διανεμήθηκαν, η Ανδρομάχη, η χήρα του Έκτορος, εδόθη στον Νεοπτόλεμο! Κατά την επιστροφή του ο Νεοπτόλεμος ελλιμενίσθηκε στην Τένεδο, όπου στον ύπνο του παρουσιάσθηκε η γιαγιά του, Θέτις, και του είπε να παραμείνει ακόμη δυο ημέρες στο νησί. Έτσι κι έκανε και δεν τον βρήκε η ναυτική τραγωδία που συνέτριψε τους άλλους Έλληνες που επέστρεφαν. Είχε μαζί του τον δάσκαλο του πατρός του Φοίνικα και τον γιο του Πριάμου, Έλενο. Ο Έλενος του είπε να εγκατασταθεί εκεί που θα βρει σπίτια με σιδερένια θεμέλια, ξύλινους τοίχους και σκεπές από μαλλί! Κάτι που είδε στην Λίμνη της Ηπείρου. Έτσι, από την Τροία:
- Πήγε και ανέκτησε το βασίλειό του στην Φθία,
- Πήγε στην Θράκη, όπου κατέστρεψε ή έκαψε τα πλοία του και κίνησε πεζή για την Ήπειρο (σ’ αυτήν την διαδρομή πέθανε ο Φοίνικας και τον έθαψε στην Ηόνα της Θράκης),
- Και, κατ’ άλλη παράδοση, κατά την επιστροφή του στην Σκύρο, μια καταιγίδα «εκσφενδόνισε» το πλοίο στην ακτή της Εφύρας της Ηπείρου, όπου η Ανδρομάχη από την ταραχή της έτεκε τον Μολοσσό! Στην συνέχεια, έδωσε την Ανδρομάχη στον Έλενο, μαζί με μια περιοχή της Ηπείρου, κι αυτός νυμφεύθηκε την Ερμιόνη.
[6] βλ. σχ. Απολλόδ. Επ. 6.12, Παυσ. 1.11.1-2, σχολ. Ευρ. «Ανδρ.», 24 και 32.
[7] βλ. σχ. Παυσ. 1.11.1-2, σχολ, Ευρ. «Ανδρ.», 24 και 32.
[8] Γενάρχης των Εθνεστών Θεσσαλών.
[9] Απ’ τον οποίο κατάγονταν οι μετέπειτα βασιλείς της Ηπείρου… Μητέρα αυτού, η θυγατέρα του Μενελάου και της Ωραίας Ελένης, Ερμιόνη, την οποία του είχε τάξει ο Μενέλαος στην Τροία. (Αν και η Ερμιόνη αναφέρεται από κάποιους ως άτεκνη). Μάλιστα, στον δρόμο του για την Σπάρτη, όταν ο Πύρρος-Νεοπτόλεμος επισκέφθηκε την Καρδαμύλη, στον αιγιαλό της πόλεως, υπήρχε ιερόν υπέρ των Νηρηίδων, εβγήκαν οι θαλάσσιες νύμφες στην στεριά να θαυμάσουν τον υιό του Αχιλλέως! Έκτοτε οι νύμφες λάτρεψαν την Καρδαμύλη – επίνειον της Σπάρτης – κι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν. Οι εντόπιοι ίδρυσαν ναό υπέρ αυτών – βλ. σχ. Παυσ. 1.11.1, σχολ, Ευρ. «Ανδρ.», 32.
[10] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος» 1.2, σχολ. Ευρ. «Ανδρ.», 24.
[11] Είναι χορός που εκτελούσαν ένοπλοι άνδρες – τον γνωστό έως σήμερα πυρρίχιο. Υπήρχαν πολλοί χοροί της ιδίας φιλοσοφίας με αυτό το όνομα στην αρχαία Ελλάδα. Η μαντάμ Σενιέ, σημειώνει: «Ο γνήσιος στρατιωτικός χορός είναι η πυρρίχη, για την οποία λέγεται ότι ο Πύρρος, βασιλιάς της Ηπείρου που είχε έναν μακροχρόνιο πόλεμο με τους Ρωμαίους, ήταν ο εφευρέτης της. Σύμφωνα με την κα Ντασιέ, ήταν πολύ πιο παλαιός, εφ’ όσον στο 16ο βιβλίο της Ιλιάδος σε μια σκηνή μάχης ο Αινείας, έχοντας αστοχήσει, σκοπεύοντας τον Μηρίωνα, του λέει: “Εάν σε είχα κτυπήσει, Μηρίωνα, το δόρυ μου θα έβαζε αμέσως τέλος στον χορό σου, όσο άξιος χορευτής κι αν είσαι”. Η κα Ντασιέ παρατηρεί ότι ο Αινείας περιπαίζει έτσι τον Μηρίωνα, γιατί ήταν από την Κρήτη, και οι Κρήτες, όπως προσθέτει, είχαν έναν χορό, την πυρρίχη, την οποία εκτελούσαν πάνοπλοι. Υπήρχαν πολλοί χοροί με αυτή την ονομασία. Ο Ξενοφών, μιλώντας για τον χορό που χόρεψαν οι Θράκες στο συμπόσιο του πρίγκηπος της Σελευκίας, λέει ότι τον χόρευαν άνδρες ένοπλοι, πηδώντας ανάλαφρα με τους ήχους του αυλού, ότι απέκρουαν με τις ασπίδες τους και ότι έδιναν κτυπήματα με ιδιαίτερη επιδεξιότητα».
Ακόμη και σήμερα χορεύεται στην Βόρειο Ήπειρο ένας χορός που λέγεται «πύρειος», εκ του Πύρρου.
[12] Στράβ 10.3.8, 4.16, Ευστ. σχολ. «Ιλ.», σχολ. Πινδ. ΙΙ.2.127, Πολυδ. 4.99, Νόνν. 14.23-34, Αθήν. 630e, Ησύχ.
[13] Αυτός ήταν γιος του βασιλιά της Ηπείρου Αρρύββα και της Τρωάδος.
Αιακίδες εκαλούντο οι γιοι και ηγενιά του Αιακού (του βασιλιά της Αίγινας, γιου του Διός και της Αίγινας, μιας από τις 20 κόρες του αργολικού ποταμού Ασωπού): Πηλέας, Αχιλλέας, Νεοπτόλεμος, Μολοσσός, Πύρρος, Ολυμπιάδα, Τελαμών, Αίας, Τεύκρος, Μιλτιάδης, Κίμων, Φώκος, Πανοπέας, Κρίσος, Επειός (ο κατασκευαστής του Δούρειου Ίππου), οι βασιλιάδες της Κύπρου (έως τον Ευαγόρα), κλπ. Τα αγάλματά τους φυλάσσονταν στην Αίγινα. Φημίζονταν διότι εξασφάλιζαν την νίκη στους πολέμους. Γι’ αυτό οι Αιγινήτες τα έστειλαν με τριήρη, να ενισχύσουν τους Αθηναίους στην ναυμαχία της Σαλαμίνος.
[14] Θυγατέρα του Θεσσαλού ιππάρχου, Μένωνος (από τα Φάρσαλα), που πολέμησε επιτυχώς κατά των Μακεδόνων στον Λαμιακό Πόλεμο (322 π.Χ.), αλλά ηττήθηκε την επόμενη χρονιά από τον Πολυπέρχοντα και σκοτώθηκε.
[15] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος» 1.1-6.
[16] Ο Γλαυκίας ήταν βασιλεύς των Ταυλαντίων της Ιλλυρίας (4ου αι. π.Χ.). Αυτοί κατοικούσαν γύρω από το νυν Ελμπασάν. Ενεθάρρυνε επανειλημμένως εξεγέρσεις εναντίον του Μ. Αλεξάνδρου. Συμμάχησε με τον βασιλιά των Ιλλυριών Κλείτο (γιο του Βαρδύλη) για να επιτεθούν στους Μακεδόνες, πριν ακόμη αναχωρήσει ο Μ. Αλέξανδρος για την Ασία. Και μετέπειτα και κατά του Κασσάνδρου.
[17] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 3.
[18] Για όλα τούτα, στο περιοδικό «Studia Albanica» (1, 1986, 164), Αχιλλεύς, Νεοπτόλεμος και Πύρρος, παρουσιάζονται ως… «σκηπιταρικής» καταγωγής…
[19] Αυτός είχε νυμφευθεί την αδελφή του Πύρρου, Δηιδάμεια. Την Δηιδάμεια την είχε πάρει μαζί του ο πατέρας της Αιακίδης, όταν πολεμούσε κατά του Κασσάνδρου (317 π.Χ.), υπέρ της εξαδέλφης του Ολυμπιάδος (της μητρός του Μεγ. Αλεξάνδρου). Όσο ήταν ακόμη κοριτσάκι, την είχαν υπανδρέψει κατ’ όνομα με τον υιό του Μεγ. Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, Αλέξανδρο Δ΄. Όταν ενηλικιώθηκε (310 π.Χ.) την υπάνδρεψαν με τον Δημήτριο Πολιορκητή, απ’ τον οποίο απέκτησε έναν υιό, τον Αλέξανδρο, ο οποίος έζησε και πέθανε στην Αίγυπτο. Η Δηιδάμεια ακολούθησε τον Δημ. Πολιορκητή στην εκστρατεία του στην Ασία, αλλά αρρώστησε και πέθανε σύντομα…
[20] Προγονή του Πτολεμαίου, θυγατέρα της Βερενίκης (από τον πρώτο γάμο της), εγγονή του Λάγου. Αδελφή του βασιλιά της Κυρήνης, Μάγα.
[21] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 4.1-5.7, Παυσ. 1/11.5.
[22] Θυμίζουμε ότι οι Συρρακούσες ήταν αποικία της Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον 8ο π.Χ. αι. και υπήρξε μετά την Αθήνα και την Ρώμη το μεγαλύτερο κέντρο της αρχαιότητος.
[23] Μητέρα της δεν αναφέρεται. Έγινε αργότερα σύζυγος του ετεροθαλούς αδελφού της, Αλέξανδρου και ανέβηκε στον θρόνο της Ηπείρου, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, το 260 π.Χ. ως επίτροπος του ανηλίκου Πύρρου Β΄ και του αδελφού του, Πτολεμαίου – Πλούτ. «Πύρρος», 6.1, 9.1, Διόδ. Σικ. 21.4.1, Ιουστ. 28.1.1.
[24] Για τις κόρες του Βερενίκη και Σαλονίκη έκτισε δυο υπέροχα κάστρα, στην νυν περιοχή Παραμυθιάς Θεσπρωτίας, γύρω απ’ τα οποία αργότερα συμπτύχθησαν ομώνυμοι οικισμοί, η Βερενίκη και η Σαλονίκη. Κατ’ άλλους, το κάστρο της Βερενίκης δεν το ονόμασε χάριν κάποιας κόρης του, αλλά χάριν της πεθεράς του.
[25] Γιος του Κάσσανδρου.
[26] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 6.2-7.5.
[27] Ο Πύρρος σχετιζόταν και με άλλο τρόπο με μια Βερόη. Το όνομά της του ήταν γνωστό και αγαπημένο από τα παιδικά του χρόνια, όταν τον περιέθαλψε επί 10ετία ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, ο Ιλλυριός Γλαυκίας, η σύζυγος του οποίου λεγόταν επίσης Βερόη.
[28] βλ. σχ. Πλούτ.
[29] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 8.1, 10.1-12.7.
[30] Η νυν Άρτα, που τότε ήταν η πολυανθρωποτέρα και η μεγίστη πόλις της Δυτικής Ελλάδος!
[31] Το σύγχρονο γνωστό γεφύρι εκτίσθη στις αρχές του 17ου αι. Τα θεμέλιά του ανάγονται, ίσως, και στον 6ο π.Χ. αι. – Πλίνιος.
[32] Θεσσαλός ρήτορας.
[33] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 3.4-5, 8.4-5, 13.1-14.8, Στράβ. 7.7.6.
[34] Σημερινό Ότραντο.
[35] Ίσως η λαϊκή παράδοση να θυμάται τον γιο του Πύρρου, Αλέξανδρο Β΄ – βλ. σχ. «Παραδόσεις» του Ν. Πολίτη, τ. α΄, 9.
[36] Νυν Santa Maria di Leuca, το νοτιώτερο άκρο της Απουλίας. Προς σύγκρισιν: Όσο Σούνιο-Σύρος, ενώ Πειραιεύς-Μέριχας Κύθνου 52 ν.μ.
[37] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 18.1-21.10, Διόδ. Σικ. 22.6.2-3.
[38] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 15.1-17.5.
[39] Τα σκυλιά αυτά μετέφεραν νομάδες Ηπειρώτες στην Μακεδονία, όπου εκτιμήθηκαν δεόντως και τα πήρε μαζί του και ο Μ. Αλέξανδρος στην εκστρατεία του στην Ασία.
[40] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 22.1-3, Διόδ. Σικ. 22.7.3-8.1, Πολύβ. 7.4.5, Ιουστ. 23.3.2.
[41] Βενεουεντόν ή Beneventum.
[42] Στο Α. άκρον του ιερού κτίσθηκε αργότερα (5ος αι. μ.Χ.) μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, κατά το πρότυπο εκείνων της Νικοπόλεως και του Βουθρωτού. Οι σεισμοί του 6ου αι. την γκρέμισαν (522-528 μ.Χ.) και ανοικοδομήθηκε και επεκτάθηκε επί Ιουστινιανού. Πολλοί λένε ότι εκεί βρισκόταν και το μαντείο του Δωδωναίου Διός.
[43] Γιορτές προς τιμήν των νυμφών Ναϊάδων. Οι Ναϊάδες ή Ναΐες ή Ναΐδες ή Νηίδες, κατά τον Όμηρο, ήσαν θυγατέρες (κούρες / κόρες) του Διός (κατ’ άλλους ήσαν κόρες ποτάμιων θεών), τις οποίες γεννούσαν τα σύννεφα. Οι Ναϊάδες γίνονταν οι μητέρες των Σατύρων, προστάτιδες των γλυκών υδάτων (ποταμών, λιμνών, πηγών, κλπ.), και απελάμβαναν θείων τιμών, ιδίως στην Ιθάκη, ενώ έπαιρναν μέρος και στα συμβούλια των θεών. Ήσαν θνητές, αλλά ζούσαν πολλά χρόνια. Αγαθοποιά πνεύματα, που βοηθούσαν τους ήρωες σε δύσκολες καταστάσεις. Αναφέρονται και ως Ωκεανίδες. Ναϊάδες ήσαν η Αρμενία, η Βάτεια (γυνή του Οιβάλου, μήτηρ των Τυνδάρου, Ιπποκόοντος και Ικαρίωνος), η Ιερομνήμη, η Λιλαία (που ονομάτισε την πόλη), η Περίβοια, κ.ά. Διακρίνονταν σε Κρηνηίδες, Ποταμίδες, Λιμνάδες, Ελειονόμους, κλπ.
[44] Αυτός ήταν γιος του Δημητρίου Πολιορκητού.
[45] Η περιοχή της Μεσογέφυρας του Αώου, είναι γνωστή έως σήμερα ως «Στενά του Πύρρου». Εκεί ήταν κτισμένη η αρχαία Σεσάρηθος. Ένας παραπόταμος του Αράχθου, ο καλούμενος σήμερα Ζαγορίτικος, διευκολύνει την επικοινωνία της με τον Βοϊδομάτη.
[46] Ένας τέτοιος, λ.χ. ο διάσημος ποιητής Άρατος (315 / 305-240 π.Χ.) από τους Σόλους Κιλικίας. Στην Αθήνα συνδέθηκε και με τον Καλλίμαχο, τον κάλεσε και τον φιλοξένησε ο Αντίγονος Γονατάς στην Πέλλα. Με την εισβολή του Πύρρου έφυγε για Συρία, όπου τον φιλοξένησε στην αυλή του ο Αντίοχος Α΄ Σωτήρ, και εξέδωσε τα διορθωτικά σχόλια στην «Οδύσσεια» του Ομήρου. Ξαναεπέστρεψε στην Πέλλα, όπου και πέθανε.
[47] Αρχαία πόλη της Φθιώτιδος, παρά την Λάρισσα.
[48] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 26.1-7, Διόδ. Σικ. 22.11.1-12.1.
[49] Οι Αργείοι έλεγαν πως αυτή δεν ήταν μια απλή γυναίκα, αλλά η ίδια η θεά Δήμητρα! Μετά από χρησμό, ιδρύθηκε στο Άργος, τέμενος υπέρ της θεάς, όπου φυλάσσονταν τα οστά του Πύρρου – Παυσ. 1.12.1.-13.9 και 2.21.4. Ο Αργείος ποιητής Λυκέας, που λογιζόταν «εξηγητής των επιχωρίων», έγραψε σε δακτυλικό εξάμετρο την ιστορία του Άργους έως του θανάτου του Πύρρου. Στα «Αργολικά» του ο Παυσανίας έχει τον Λυκέα αξιόλογη πηγή.
Ίδιο θάνατο με τον Πύρρο, είχε και ο Μιχαήλ ο Σκότος (τον 13ο αι.)…
[50] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 24.9-34.6, Πολύαιν. 8.68, Ιουστ. 25.5.2.
[51] Έκοψε νόμισμα και στην Σικελία.
[52] βλ. σχ. Ησύχιος.
[53] Ήταν γιος του Νικία.
[54] βλ. σχ. Πλούτ. «Πύρρος», 8.2-3 και «Ηθ.» 184c-d, Παυσ. 4.35.4, Λίβ. 35.14.5, Ιουστ. 25.5.3, FHG ii.
[55] Θυμίζουμε ότι η παράδοση λέει κάτι αντίστοιχο και για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες Βεσπασιανό (69-79) και Αδριανό (76-138). Τέλος, ο Λουδοβίκος ο 16ος (1774-1792) της Γαλλίας, την πρώτη κιόλας μέρα που εστέφθη βασιλιάς, άγγιξε 2.400 υπηκόους του, για παραπλήσιους λόγους!
[56] Γιος του Πύρρου από την Λάνασσα (του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλή). Νικήθηκε από τον αδελφό του Αντιγόνου, Δημήτριο. Κατέφυγε στην Ακαρνανία και μετά ξαναγύρισε στην Ήπειρο ως βασιλιάς. Πολέμησε τον βασιλιά των Ιλλυριών Μανούνιο. Πέθανε δηλητηριασμένος (μεταξύ 262 και 258 π.Χ.). Τον διαδέχθηκε η αδελφή και γυναίκα του, Ολυμπιάδα, η οποία σύναψε ειρήνη με την Μακεδονία.
[57] βλ. σχ. Ιουστ. 26.2.9, Πολύβ. 2.45.1.
[58] Απέκτησε δυο κόρες, την Δηιδάμεια ή Λαοδάμεια και την Νηρηίδα, η οποία έγινε σύζυγος του Γέλωνα. Προηγουμένως, η μητέρα του, είχε δηλητηριάσει την ερωμένη του, Τίγρη – Ιουστ. 28.1.1, 28.3.1-4, Πολύαιν. 8.52, Παυσ. 6.12.3., 6.19.8, Πολύβ. 7.4.5, Αθήν, 589f-590a.
[59] Ήταν Αθηναίος ή Ναυκράτιος και έζησε περί το 215 π.Χ.
Πυρρος Α πρωτος βασιλιας Ηπειρου μεγαλυτερος στρατηλατης Μεγας Αλεξανδρος Λεκακης Πυρρειος νικη βασιλευς αχραια Ηπειρος ΔΙΑΠΟΝΤΙΟΙ ΝΗΣΟΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΑ ΝΗΣΙΑ ΟΘΩΝΟΙ ΟΘΡΩΝΟΙ ΟΘΩΝΟΣ ΟΘΡΩΝΟΣ ΑΡΧΑΙΑ ΠΛΩΤΗ ΓΕΦΥΡΑ σαγιαδα θεσπρωτια οτραντο υδρους

