Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

13.9 C
Athens
Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026

Η «αγγλική» λέξη coffin, είναι πανάρχαια ελληνική και μάλιστα μυκηναϊκή – Άλλο ένα λάθος του Μπαμπινιώτη – του Δ. Συμεωνίδη

Η «αγγλική» λέξη coffin,
είναι πανάρχαια ελληνική
και μάλιστα μυκηναϊκή
Άλλο ένα λάθος του Μπαμπινιώτη

Του Δημήτρη Συμεωνίδη JP, [email protected] 

δημοσιογράφου / ανταποκριτού Ε.Σ.Ε.Μ.Ε.

(Ένωση Συντακτών Ευρωπαϊκών Μέσων Ενημέρωσης

Η αρχαία ελληνική λέξη κόφινος σημαίνει
καλάθι. Οι Ρωμαίοι πήραν την λέξη και την είπαν
cophinus. Αργότερα οι Γάλλοι και οι Άγγλοι έδωσαν την έννοια του φέρετρου. Και πάλι οι Άγγλοι μας είπαν παραμύθια ότι η λέξη είναι αγνώστου προελεύσεως ως
συνήθως, πιθανόν μας λένε
σημιτικής προέλευσης ή
αραβικής.

Σταματήστε την προπαγάνδα ότι το φως ήλθε εξ ανατολής. Κύριοι
γλωσσολόγοι η λέξη είναι
Μυκηναϊκή (Γραμμική Γραφή Β) με τρία σύμβολα k
opina (βλ. παρακάτω).

Ανοίξτε το λεξικό της Γραμμικής
Γραφής Β ή το
Palaeolexicon να πληροφορηθείτε.
Η λέξη αυτή είναι πανάρχαια Ελληνική.

Το Γαλλικό
Ετυμολογικό Λεξικό του 1809 το λέει καθαρά ότι η λέξη
coffin είναι
η αρχαία Ελληνική λέξη κόφινος.

Dictionnaire
étymologique des mots Francois dérivés du Grec

COFFIN, s.m. παλιά
λέξη, που προέρχεται από το
λατινικό
cophinus, από το ελληνικό κόφινος (κόφινος), ψάθινο καλάθι, καλάθι. Από εκεί SE
CΟFFINER, που λέγεται φύλλα που τυλίγονται ή τυλίγονται, αντί να παραμείνουν
εκτεταμένα.

Dictionnaire étymologique des mots
Francois dérivés du Grec

COFFIN ,s.m. vieux mot, qui vient du latin cophinus, pris du grec κόφινος (kophinos), panier d’osier, corbeille; De là SE CΟFFINER, qui.se
dit des fenilles qui se roulent ou se frisent, au lieu de rester
étendues

 

Τι λένε τα Αγγλικά Λεξικά

Etymology

Uncertain; possibly
Semitic or Hurrian. Compare κόφος (kóphos, “basket-load”) and Arabic
قُفَّة (quffa, “large wicker-basket”) and Arabic قَفِيز (qafīz, “a dry measure”) for a picture of the
frequency of container names with guttural onset leading over an open vowel to a
labial plosive or fricative. See Akkadian (/
quppu/, “wicker basket”).

Κύριε
Μπαμπινιώτη η λέξη
κόφινος δεν είναι αγνώστου ετύμου ούτε δάνειο, αλλά είναι
μυκηναϊκή λέξη δηλαδή πανάρχαια ελληνική.

Γ. Δ . Μπαμπινιώτη : Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ερμηνευτικό Ετυμολογικό, β΄έκδ.
Κέντρο Λεξικολογίας 2002:

κοφίνα
(η) }μεσν.[. ΙΕΤΥΜ
. < μτγν. κοφίνιον, υποκ. τού αρχ. κόφινος, αγν. ετύμου, πιθ. δάνειο. II λ. πέρασε μέσω τυύ λατ. cophinus και σε άλλες γλώσσες, λ.χ. γαλλ. couffin. αγγλ. coffin, γερμ. Koffcr κ.ά.}. κοφινιάζω ρ. μετβ. (λαϊκ.) {κοφίνιασ-α, -τηκα. – μένος}
συσκευάζω, τοποθετο) σε κοφίνια: ~ τα σταφύλια. κοφινοποιός (υ) υ κατασκευαστής
κυφινιών ΣΥΝ. κοφινάς, κοφτερός, -ή, -ό |μεσν.[ 1. (για αντικείμενα, εργαλεία,
όργανα) αυτός που είναι πολύ αιχμηρός, που κόβει καλά και εύκολα: ~ μαχαίρια /
ψαλίδια συν. οξύς, μυτερός, αιχμηρός, ακονισμένος 2. (μτφ.) ιδιαίτερα εύστρυφυς
και οξύς. που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δεινότητα: σκέψη / νους / μυαλό ΣΥΝ.
έξυπνος, ικανός, (λόγ.) οξύνους. – – κοφτερά επίρρ. κοφτήρι

 

LIDDELL & SCOTT – Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

κόφῐνος,
ὁ, κοφίνι, καλάθι, σε Αριστοφ., Ξεν.· μεταγεν. χρησιμοποιείται ιδίως για τον
Ιησού, σε Κ.Δ.· ήταν εμφανώς μικρότερο από το σπυρίς.

 

On Line Etymology Dictionary – Μετάφραση από τα Αγγλικά από τον Δ.
Συμεωνίδη:

φέρετρο (n.)

αρχές 14ου αιώνακάσα ή κουτί για τιμαλφή“, από το παλιό γαλλικό φέρετρο “sarcophagus”, παλαιότερο “basket, coffer” (1200 Modern French coffin),
από το λατινικό cophinus “basket, hamper”
(
πηγή του ιταλικού cofano, ισπανικά cuebano “καλάθι“), από το ελληνικό kophinos
ένα καλάθι“, το οποίο είναι αβέβαιης προέλευσης.

Η κηδεία
” κάσα ή κουτί στο οποίο τοποθετείται το νεκρό ανθρώπινο σώμα για
ταφή” είναι από το 1520. Πριν από αυτό η κύρια δευτερεύουσα έννοια στα
αγγλικά ήταν “
pie crust, a mould or casing of pastry for a pie” (τέλη 1400.). Η έννοια
“όχημα που θεωρείται μη ασφαλές” είναι από τη δεκαετία του 1830.
Coffin nail “τσιγάρο” είναι
αργκό από το 1880? καρφώνω στο φέρετρο «πράγμα που επισπεύδει ή συμβάλλει στο
θάνατο κάποιου» είναι μέχρι το 1792.

επίσης
από τις αρχές του 1400.

 

On Line
Etymology Dictionary

coffin (n.)

early 14c.,
“chest or box for valuables,” from Old French 
cofin “sarcophagus,”
earlier “basket, coffer” (12c., Modern
French coffin),
from Latin 
cophinus “basket, hamper” (source of
Italian 
cofano, Spanish cuebano “basket”),
from Greek kophinos “a basket,” which is of
uncertain origin.

Funereal sense
“chest or box in which the dead human body is placed for burial” is from
1520s; before that the main secondary sense in English was “pie crust, a
mold or casing of pastry for a pie” (late 14c.). Meaning “vehicle
regarded as unsafe” is from 1830s. Coffin nail “cigarette”
is slang from 1880; nail in (one’s) coffin “thing that
hastens or contributes to one’s death” is by 1792.

also from early 14c.

 

Στ. Κουμανούδη: Λεξικόν Λατινοελληνικόν:

Latin cophinus,
Greek
κόϕινος.

Αρχαίες Πηγές:

Αίλιος Ηρωδιανός και Ψευδο-Ηρωδιανός, Περὶ ὀρθογραφίας Grammatici Graeci, vol. 3.2, εκδ. Lentz, A. Teubner, Λειψία, 1870, επανέκδ. 1965, Part+volume 3,2, σελ. 540,21:

Κυτίνιον ὡς κόφινος  / κοφίνιον.



Ψευδο-Ζωναράς Λεξικόν – “Iohannis Zonarae lexicon ex tribus codicibus manuscriptis, 2 τ.,
εκδ. Tittmann, J.A.H. Crusius, Λειψία, 1808, επανέκδ. 1967, epsilon, 640,28:
ταρσὸς δὲ ὁ καλαθίσκος ἢ κοφίνιον.


Γρ. Χοιροβοσκός De orthographia (epitome) (e cod. Barocc. 50) “Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecarum Oxoniensium, vol.
2, εκδ.. Cramer, J.A. Oxford University Press, 1835, επανέκδ. 1963, σελ. 228,30:
Κυτίνιον: Διὰ τοῦ ι τὸ
ι· ἀπὸ τοῦ Κύτινος, Κυτίνιον, ὡς κόφινος, κοφίνιον.

ΠΗΓΗ:
ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 1.11.2024.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

        – Κουμανούδη Στ.: Λεξικόν Λατινοελληνικόν

        – Beekes R.: Etymological Dictionary of Greek. Volume 1.Leiden-Boston 2010

        – Morin J. B. Dictionnaire étymologique des mots Francois dérivés du Grec. Β΄ έκδα΄τΠαρίσι, 1809.

        – Σταματάκου Ι.:Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης

        – Τζιροπούλου Ευσταθίου Ά.: Έλλην Λόγος. Πως η Ελληνική Γονιμοποίησε τον Παγκόσμιο Λόγο

        – On Line
Etymology Dictionary

        – LIDDELL & SCOTTΛεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

        – Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσας(TLG)

        Παλαιολεξικόν.

αγγλικη λεξη coffin, παναρχαια ελληνικη μυκηναικη λαθος Μπαμπινιωτης Συμεωνιδης
author avatar
ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Σχετικά Άρθρα

Η Μύηση του Πυθαγόρα στο Άγιο Όρος της Κρήτης

Του δρ. Μηνά Τσικριτσή, ερευνητή Αγαιακών Γραφών Το «πρωτόκολλο μύησης...

 

Εγγραφείτε στο Newsletter μας
Εγγραφείτε τώρα στο Αρχείο Πολιτισμού για να:
• Μαθαίνετε πρώτοι για νέα άρθρα και ενημερώσεις.
• Εξερευνήσετε μοναδικές πολιτιστικές ιστορίες από την Ελλάδα και τον κόσμο.

• Λάβετε απευθείας ενημερώσεις στο email σας για ενδιαφέροντα θέματα.

Subscription Form