Του Γιώργου Λεκάκη
Στο 14ο ερωτικό πάθημα που εξιστορεί ο Παρθένιος με τίτλο «Περὶ Ἀνθέως», το οποίο ανθολογεί από τον Αριστοτέλη («Μιλησιακά») μας μιλά για τον έρωτα που αισθάνθηκε μια βασίλισσα, για έναν νέο όμηρο από την Αλικαρνασσό – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟ, ΕΔΩ:
Η ιστορία στο αρχαίο κείμενο:
Ἱστορεῖ Ἀριστοτέλης καὶ οἱ τὰ Μιλησιακά:
[14.1] Ἐκ δὲ Ἁλικαρνασσοῦ παῖς Ἀνθεὺς ἐκ βασιλείου γένους ὡμήρευσε παρὰ Φοβίῳ, ἑνὶ τῶν Νειλειδῶν, τότε κρατοῦντι Μιλησίων. τούτου Κλεόβοια, ἥν τινες Φιλαίχμην ἐκάλεσαν, τοῦ Φοβίου γυνή, ἐρασθεῖσα πολλὰ ἐμηχανᾶτο εἰς τὸ προσαγαγέσθαι τὸν παῖδα· ὡς δὲ ἐκεῖνος ἀπεωθεῖτο, ποτὲ μὲν φάσκων ὀρρωδεῖν μὴ κατάδηλος γένοιτο, ποτὲ δὲ Δία Ξένιον καὶ κοινὴν τράπεζαν προϊσχόμενος, ἡ Κλεόβοια κακῶς φερομένη ἐν νῷ εἶχε τίσασθαι αὐτόν, ἀνηλεῆ τε καὶ ὑπέραυχον ἀποκαλουμένη.
[14.2] ἔνθα δὴ χρόνου προϊόντος τοῦ μὲν ἔρωτος ἀπηλλάχθαι προσεποιήθη, πέρδικα δὲ τιθασὸν εἰς βαθὺ φρέαρ κατασοβήσασα ἐδεῖτο τοῦ Ἀνθέως ὅπως κατελθὼν ἀνέλοιτο αὐτόν. τοῦ δὲ ἑτοίμως ὑπακούσαντος διὰ τὸ μηδὲν ὑφορᾶσθαι, ἡ Κλεόβοια ἐπισείει στιβαρὸν αὐτῷ πέτρον· καὶ ὁ μὲν παραχρῆμα ἐτεθνήκει, ἡ δὲ ἄρα ἐννοηθεῖσα ὡς δεινὸν ἔργον δεδράκοι, καὶ ἄλλως δὲ καομένη σφοδρῷ ἔργον τοῦ παιδός, ἀναρτᾷ ἑαυτήν.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την Λαογραφία των ΠΗΓΑΔΙΩΝ, ΕΔΩ.
[14.3] Φοβίος μέντοι διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὡς ἐναγὴς παρεχώρησε Φρυγίῳ τῆς ἀρχῆς. ἔφασαν δέ τινες οὐ πέρδικα, σκεῦος δὲ χρυσοῦν εἰς τὸ φρέαρ βεβλῆσθαι, ὡς καὶ Ἀλέξανδρος ὁ Αἰτωλὸς μέμνηται ἐν τοῖσδε [ἐν Ἀπόλλωνι]·
παῖς Ἱπποκλῆος Φοβίος Νειληιάδαο
ἔσται ἰθαιγενέων γνήσιος ἐκ πατέρων·
τῷ δ᾿ ἄλοχος μνηστὴ δόμον ἵξεται, ἧς ἔτι νύμφης
ἠλάκατ᾿ ἐν θαλάμοις καλὸν ἑλισσομένης
Ἀσσησοῦ βασιλῆος ἐλεύσεται ἔκγονος Ἀνθεύς,
ὅρκι᾿ ὁμηρείης πίστ᾿ ἐπιβωσάμενος,
πρωθήβης, ἔαρος θαλερώτερος (οὐδὲ Μελίσσῳ
Πειρήνης τοιόνδ᾿ ἀλφεσίβοιον ὕδωρ
θηλήσει μέγαν υἱόν, ἀφ᾿ οὗ μέγα χάρμα Κορίνθῳ
ἔσται καὶ βριαροῖς ἄλγεα Βακχιάδαις),
Ἀνθεὺς Ἑρμείῃ ταχινῷ φίλος, ᾧ ἔπι νύμφη
μαινὰς ἄφαρ σχήσει τὸν λιθόλευστον ἔρων·
καί ἑ καθαψαμένη γούνων ἀθέμιστα τελέσσαι
πείσει· ὁ δὲ Ζῆνα Ξείνιον αἰδόμενος
σπονδάς τ᾿ ἐν Φοβίου καὶ ἅλα ξυνεῶνα θαλείης
κρήναις καὶ ποταμοῖς νίψετ᾿ ἀεικὲς ἔπος·
ἡ δ᾿ ὅταν ἀρνῆται μελεὸν γάμον ἀγλαὸς Ἀνθεύς,
δὴ τότε οἱ τεύξει μητιόεντα δόλον,
μύθοις ἐξαπαφοῦσα· λόγος δέ οἱ ἔσσεται οὗτος·
“γαυλός μοι χρύσεος· φρείατος ἐκ μυχάτου
νῦν ὅ γ᾿ ἀνελκόμενος διὰ μὲν κακὸν ἤρικεν οὖσον,
αὐτὸς δ᾿ ἐς Νύμφας ᾤχετ᾿ ἐφυδριάδας·
πρὸς σὲ θεῶν, ἀλλ᾿ εἴ μοι, ἐπεὶ καὶ πᾶσιν ἀκούω
ῥηιδίην οἶμον τοῦδ᾿ ἔμεναι στομίου,
ἰθύσας ἀνέλοιο, τότ᾿ ἂν μέγα φίλτατος εἴης.”
ὧδε μὲν ἡ Φοβίου Νειλιάδαο δάμαρ
φθέγξεθ᾿· ὁ δ᾿ οὐ φρασθεὶς ἀπὸ μὲν Λελεγήιον εἷμα
μητρὸς ἑῆς ἔργον θήσεται Ἑλλαμενῆς·
αὐτὸς δὲ σπεύδων κοῖλον καταβήσεται ἄγκος
φρείατος· ἡ δ᾿ ἐπί οἱ λιρὰ νοεῦσα γυνὴ
ἀμφοτέραις χείρεσσι μυλακρίδα λᾶαν ἐνήσει·
καὶ τόθ᾿ ὁ μὲν ξείνων πολλὸν ἀποτμότατος
ἠρίον ὀγκώσει τὸ μεμορμένον, ἡ δ᾿ ὑπὸ δειρὴν
ἁψαμένη σὺν τῷ βήσεται εἰς Ἀΐδην.
Και η απόδοση στα Νέα Ελληνικά από τον Γ. Λεκάκη:
[14.1] Από την Αλικαρνασσό ένας νέος, ο Ανθεύς (απόγονος του βασιλιά της Άσσου[1]), που καταγόταν από βασιλικό γένος, εστάλη ως όμηρος στον Φόβιο, έναν από τους Νηλείδες, ο οποίος τότε κυβερνούσε τους Μιλησίους. Η Κλεόβοια, σύζυγος του Φοβίου (την οποία κάποιοι αποκαλούσαν με το επίθετο Φιλαίχμη[2]) τον ερωτεύτηκε. Επινόησε πολλά τεχνάσματα για να τον παρασύρει. Εκείνος, όμως, την απέρριπτε: Άλλοτε έλεγε πως φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους, και άλλοτε επικαλείτο τον Ξένιο Δία και τους δεσμούς της φιλοξενίας, που τους συνέδεαν. Η Κλεόβοια, πληγωμένη από την απόρριψη, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, αποκαλώντας τον σκληρό και αλαζόνα.
[14.2] Έπειτα από κάποιο χρονικό, διάστημα προσποιήθηκε ότι είχε πλέον απαλλαγεί από τον έρωτά της. Έριξε σκοπιμως μια εξημερωμένη πέρδικα(*) μέσα σε ένα βαθύ φρεαρ / πηγάδι και παρακάλεσε τον Ανθέα να κατεβεί και να την ανεβάσει.[3] Εκείνος, χωρίς να υποψιαστεί τίποτε, δέχτηκε πρόθυμα. Όταν όμως κατέβηκε, η Κλεόβοια έριξε πάνω του έναν στιβαρό βράχο. Ο Ανθεύς σκοτώθηκε αμέσως. Εκείνη, όταν συνειδητοποίησε το φοβερό έγκλημα που είχε διαπράξει, και καθώς εξακολουθούσε να φλέγεται από το πάθος της για τον νέο, κρεμάστηκε και αυτοκτόνησε.
[14.3] Ο βασιλιάς Φόβιος, εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, θεωρήθηκε μολυσμένος και παραιτήθηκε από την εξουσία, παραχωρώντας την στον Φρύγιο.
(*) Μερικοί όμως έλεγαν ότι δεν είχε ριχτεί πέρδικα στο πηγάδι, αλλά ένα χρυσό σκεύος. Αυτό αναφέρει και ο Αλέξανδρος ο Αιτωλός στους ακόλουθους στίχους:
Ο Φόβιος, γιος του Ιπποκλή, και απόγονος του Νηλέα,
θα είναι γνήσιος συνεχιστής της πατρικής του γενιάς.
Στο σπίτι του θα έρθει ως σύζυγος μια γυναίκα·
και ενώ ακόμη θα είναι νεόνυμφη,
θα φτάσει εκεί ο Ανθεύς, απόγονος του βασιλιά της Άσσου,
ως όμηρος, που εγγυάται με όρκους την πίστη μιας συμφωνίας.
Θα είναι στην πρώτη άνθηση της νειότης του,
πιο λαμπρός κι από την άνοιξη·
τέτοιον γιο δεν θα θρέψει, ούτε το αλφεσίβοιο νερό της Πειρήνης για τον Μέλισσο,
από τον οποίο θα προέλθει μεγάλη χαρά για την Κόρινθο
και μεγάλος πόνος για τους ισχυρούς Βακχιάδες.
Ο Ανθεύς, αγαπημένος του ταχύ Ερμή,
θα γίνει αντικείμενο του έρωτα μιας γυναίκας
που θα παραφρονήσει από πάθος γι’ αυτόν.
Εκείνη, πιάνοντάς τον από τα γόνατα,
θα προσπαθήσει να τον πείσει να παραβεί τους ιερούς θεσμούς·
εκείνος όμως, σεβόμενος τον Ξένιο Δία,
τις σπονδές[4] του Φοβίου του κοινού τραπεζιού της φιλοξενίας,
θα ξεπλύνει σαν ντροπιασμένο λόγο τα λόγια της
στα νερά των πηγών και των ποταμών.
Κι όταν ο λαμπρός Ανθεύς απορρίψει τον μάταιο γάμο που του προτείνει,
τότε εκείνη θα σκαρώσει δόλο πανούργο.
Με ψεύτικα λόγια θα τον εξαπατήσει και θα του πει:
«Ένα χρυσό δοχείο μου έπεσε στα βάθη του πηγαδιού.[3]
Καθώς το τραβούσα, γλίστρησε και χάθηκε.
Σε ικετεύω στους θεούς, αφού όλοι λένε
πως η κάθοδος σ’ αυτό το στόμιο είναι εύκολη·
αν κατέβαινες να το ανασύρεις,
θα ήσουν για μένα ο πιο αγαπητός από όλους».
Έτσι θα μιλήσει η σύζυγος του Φοβίου, απογόνου του Νηλέα.
Κι εκείνος, χωρίς να αντιληφθεί την παγίδα,
θα αφήσει στην άκρη το λελεγικό του ένδυμα,
έργο των χεριών της μητέρας του, Ελλαμενής,
και βιαστικά θα κατεβεί στο κοίλωμα του φρέατος.
Τότε η γυναίκα, με δόλια σκέψη,
θα του ρίξει με τα δυο της χέρια μια μυλόπετρα.
Και τότε αυτός, ο πιο άτυχος από όλους τους ξένους,
θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του και θα υψώσει τον τάφο του·
ενώ εκείνη, περνώντας θηλιά στον λαιμό της,
θα κατέβει μαζί του στον Άδη.
ΠΗΓΗ: Παρθένιος ο Νικαεύς “Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων”. Γ. Λεκακης “Λεξικο παραδοσεων”. Γ. Λεκακης “Η αγνωστη Μικρα Ασία”. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.4.2019.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ἀσσησός / Άσσος Τρωάδος, ίδρυμα Αιολέων: Μια τοποθεσία στην περιοχή της Μιλήτου στην Ιωνία. Με λαμπρό ναό αφιερωμένο στην θεά Ἀσσησίη / Ἀσσησία Αθηνά. Αυτός ο ναός κάηκε σε έναν πόλεμο μεταξύ των Μιλησίων και των Λυδών. Ο Αλυάττης, ο βασιλιάς της Λυδίας, σύμφωνα με έναν δελφικό χρησμό, διέταξε να κτιστούν στην θέση του δύο ναοί αφιερωμένοι στην Αθηνά! – ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την ΑΣΣΟ στο βιβλίο του Γ. Λεκάκη «Η αγνωστη Μικρα Ασια».
ΠΗΓΗ: Ηρόδοτος Α΄ 19,22. Θεοπόλεως, Φιλ. XXIV. Στέφ. Βυζάντιος. Στρατ. VI,47. Αλέξιος Αιτωλός «Παρθενολογία, Ερωτικά» 14. Νικολία, «Δαμιανός» 54. FHG III 388. Ραγιέτ «Μίλητος», Βιέννη.
[2] Δηλ. αυτή που αγαπούσε να είναι αιχμηρή.
[3] Η ιστορία καταγράφεται και στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι «Ο Μενούσης».
[4] Ακόμη εξακολουθεί μεταξύ των σημερινών Ελλήνων η παροιμιώδης φράση «ήπιαμε μαζί ένα κρασί», «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», να σημαίνει «έχουμε περάσει πολλά μαζί, είμαστε σαν αδέλφια»!
αρχαια βασιλισσα Μιλητου, ερωτας ομηρος αλικαρνασσος Μιλητος ερωτικο παθημα Περι ανθεως αριστοτελης Μιλησιακα ερως αλικαρνασσου παις ανθευς βασιλειο γενος βασιλικο ωμηρευση Φοβιος Νειλειδες Μιλησιοι Κλεοβοια, Φιλαιχμη γυνη ερασθεισα παιδι απωθηση ορρωδειν μη καταδηλος ξενιος Διας Ξενια θεος ζευς κοινη τραπεζα ανηλεης υπεραυχος ερωτος απαλλαγη περδικα τιθασον βαθυ φρεαρ ανθεας ανελοιτο στιβαρος πετρος παραχρημα δεινο εργο δεδρακοι, καιομενη καομενη σφοδρο αναρτηση εναγξς παραχωρηση εξουσιας βασιλειας Φρυγιος αρχης σκευος χρυσουν αλεξανδρος αιτωλος απολλων ιπποκλης Νειληιαδης ιθαιγενης γνησιος πατερας πατερες πατρικη γενια αλοχος μνηστη δομος νυμφη θαλαμος ερωτικος ελιγμος ασσησος βασιληος εκγονος ορκος πρωθηβης, εαρ θαλερωτερος θαλερος Μελισσος πειρηνη αλφεσιβοιον υδωρ αλφεσιβοιο θηλησει μεγας υιος μεγα χαρμα Κορινθος βριαρος αλγος Βακχιαδαις θεος ερμης ταχινω φιλος, νυφη μαινας αφαρ λιθολευστος ερων καθαψαμενη γουνος αθεμιστα τελεσσαι πεισει Ζηνας Ξεινιος αιδομενος σπονδη ξυνεωνα θαλειης κρηνες ποταμος νιψιμο αεικες επος αρνηση μελεος γαμος αγλαος μητιοεντας δολος μυθος εξαπαφουσα· λογος γαυλος χρυσης φρειαε μυχος ανελκυση εφυδριαδας θεοι ρηιδιην οιμον στομιον ιθυσας ανελοιο, φιλτατος δαμαρ φθεγγω φρασθεις Λελεγηιον ειμα λελεγες ιματιο μητρος εργον θησεται ελλαμενης κοιλον κοιλο αγκος λιρα νοευσα γυνη χειρεσσι μυλακριδα μυλακρις λαας ξεινων αποτμοτατος ηριον ογκωσει μεμορμενον, μεμορμενο δειρη αψαμενη βησεται αιδης αδης βασιλιας ασσος συζυγος τεχνασμα απορριψη αποκαλυψη σχεση δεσμος δεσμοι φιλοξενια εκδικηση σκληρος αλαζονας ανηλεης υπεραυχος απαλλαγη εξημερωμενη περδιξ πηγαδι στιβαρη πετρα βραχος συνειδητοποιηση φοβερο εγκλημα φλογα παθος νεος, απαγχονισμος αυτοκτονια μολυσμενος μιασμα εξουσια, χρυσο σκευος αιτωλια στιχοι νεονυφη, νεονυμφη, νεονυμφοι απογονος εγγυηση πιστη συμφωνια πρωτη ανθηση νειοτητα νεοτης νεοτις λαμπρος ανοιξη νερο χαρα πονος Βακχιαδες γοργος ταχυς αντικειμενο ερωτα παραφρονηση γονατο γονυ γρηγορος παραβαση ιερος νομος θεσμος σεβασμος σπονδες κοινο τραπεζι ντροπιασμενος λογος λογια νερα πηγες ανωφελος δολος πανουργος ματαιος ψευτικα λογια εξαπατηση απατη χρυσο δοχειο καθοδος αγαπητος παγιδα, λελεγικο ενδυμα, χερι χειροποιητο Ελλαμενη κοιλωμα δολια σκεψη, χερια μυλοπετρα, ατυχος ξενος, πεπρωμενο ταφος θηλια λαιμος τρωας τρωαδα αιολεις Ιωνια αρχαιος ναος θεα ασσησιη ασσησια Αθηνα καψιμο φωτια πυρκαγια πολεμος Λυδια αλυαττης, δελφικος χρησμος διαταγη αγνωστη Μικρα Ασια Ηροδοτος Θεοπολις, Βυζαντιος Αλεξιος Παρθενολογια, Ερωτικο Νικολιας, Δαμιανος αγαπη αιχμηρη ιστορια ελληνικο δημοτικο τραγουδι Ο Μενουσης αραχιοι Ελληνες παροιμιωδης φραση παροιμια ψωμι κι αλατι

