Του Γιώργου Λεκάκη
Το Τριχώνιο / Τριχώνι / (η) Τριχώνη – νυν Γαβαλού[1] – στον 38ο παράλληλο [38.53991122138831, 21.535637519104384] είναι πεδινό χωριό της Αιτωλίας / Αιτωλοακαρνανίας στην νότια ακτογραμμή της λίμνης Τριχωνίδος, 22 χλμ. ΝΑ. από το Αγρίνιο. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Οι λίμνες της Ελλάδος”.
- Η παλαιά ονομασία του χωριού ήταν Καλφενίκι (ΦΕΚ 19Α – 7.12.1835 προσαρτημένο στον τότε Δήμο Μακρυνείας). Το 1927 (ΦΕΚ 21Α – 7.2.1927 ορίζεται έδρα της ομώνυμης νεοϊδρυθείσας κοινότητας.
Το υψηλότερο σημείο της περιοχής είναι η κορυφή Ξανθη (1.636 μ.).
Η περιοχή γύρω από το Τριχώνιο καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από μεικτά δάση, δάση φράξου για ωραίες πεζοπορίες [38.54857718448379, 21.53202547672022], κ.ά.
Κατά την παράδοση, εντός της Τριχωνίδος κείται βυθισμένη μια αρχαία πόλη, από την οποία εξείχαν τρεις κώνοι – κορυφές, εξ ου και το όνομά της Τρικώνειον – Τριχώνιον. Κατ’ άλλους, επειδή το κώνειο είναι είδος καλαμοειδούς φυτού[2], η πόλις έλκει το όνομά της εξ αυτού.
Με την παραπάνω ανορθογραφία του Τριχωνείου, ακυρώνεται η ετυμολογία του, εκ των κώνων ή του κώνειου και φσυικά δεν δικαιολογείται η ορθογραφια της Τριχωνίδος!!!
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΕΔΩ.
Πάνω στον κεντρικό δρόμο, το αρχαίο Ασκληπιείον [σ.σ.: 38.52856492419417, 21.528655956890173]. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: Γ. Λεκάκης: “Οι 8 αρχαίοι ναοί της Ναυπάκτου και τα δυο Ασκληπιεία της!”.
Κατά την ΕΦΑ: «Η πόλη Τριχόνειο ήταν μία από τις σημαντικότερες πόλεις της κεντρικής Αιτωλίας, σε εύφορη περιοχή, κοντά στην νότια όχθη της λίμνης Τριχωνίδας, η οποία και οφείλει στην πόλη αυτή το όνομά της. Επρόκειτο για ισχυρό κέντρο, από το οποίο είναι χαρακτηριστικό ότι κατάγονταν πολλοί στρατηγοί, αλλά και άλλοι υψηλοί αξιωματούχοι της Αιτωλικής Συμπολιτείας.
Η ιστορία της εγκατάστασης στην θέση αυτή ανάγεται τουλάχιστον στην πρωτογεωμετρική και γεωμετρική περίοδο. Γνώρισε όμως την μέγιστη ακμή της στους ελληνιστικούς χρόνους, όπως, εκτός άλλων, δείχνουν πολυτελή σκεύη από τα νεκροταφεία της, τα οποία, ανάμεσα σε άλλα είδη τάφων, περιελάμβαναν και επιμελημένα ταφικά μνημεία.
Στα δημόσια κτήρια της πόλης ανήκε το ιερόν του Ασκληπιού που βρισκόταν έξω από τα τείχη της και κοντά στον δρόμο που οδηγούσε στον Θέρμο. Το ιερό ήκμασε τον 3ο – 2ο αι. π.Χ. Διατηρεί ίχνη λατρείας μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Δεν έχει όμως μέχρι σήμερα ερευνηθεί συνολικά. Όπως φαίνεται, αποτελούνταν από ένα κτηριακό συγκρότημα που περικλειόταν μέσα σε περίβολο. Ως τώρα έχει αποκαλυφθεί ένα ορθογώνιο λατρευτικό κτηριο που διέθετε δύο κύρια δωμάτια. Το ένα από αυτά είχε στις τρεις πλευρές διατεταγμένες κλίνες ή θρανία για την παραμονή των πιστών, ενώ το δεύτερο λειτουργούσε ως χώρος φύλαξης των αφιερωμάτων των πιστών προς τον Ασκληπιό. Πολλά από αυτά τα αναθήματα ήταν ομοιώματα ανθρώπινων μελών, χαρακτηριστικά της λατρείας του θεραπευτή θεού.
Το μνημείο βρίσκεται περίπου στο κέντρο της σύγχρονης κωμόπολης Γαβαλού, στην νότια πλευρά της επαρχιακής οδού, που οδηγεί από το Ζευγαράκι ως την Κάτω Μακρυνού. Είναι επισκέψιμο κατόπιν συνεννόησης με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας».
Στα νότια του Τριχωνίου, μετά το πέτρινο ξωκκλήσι του Αγίου Σπυρίδωνα, η Ζαχαρόβρυση, με γλυκό νερό [38.50647631243388, 21.52958822152145]. – ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Γ. Λεκάκης “Οι 755 έως τώρα γνωστές ιαματικές πηγές της Ελλάδος”.
ΠΗΓΗ: ΕΦΑ Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας. Γ. Λεκακης «Συγχρονης ΕΛλαδος περιηγησις». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 4.10.2012.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Πολύβιος, Γενική Ιστορία, τ. II, XI.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Από τον Ληκ αναφέρεται το τοπωνύμιο (τα) Γαβάλα νότια της λίμνης. Από τον Κίπερτ στα ανατολικά της λίμνης.
Στέλεχος – καλάμι – νάρθηκας κώνου: 200 φυτά και 200 πουλιά ζουν στην Λίμνη Τριχωνίδα! Εκ της χλωρίδος της: ασφάκες, βελανιδιές, ελιές, εσπεριδοειδή (και το περίφημο κόκκινο πορτοκάλι ή αιματόχρωμο πορτοκάλι ή σικελικό πορτοκάλι), ευκάλυπτοι, θάμνοι, θυμάρι, καλάμια, κουμαριές, κυπαρίσσια, λεύκες, νούφαρα, πλατάνια, ρείκια, σχίνα, φραξοι, και πλούσια υδρόβια χλωρίδα…
[2] Ή βρωμόχορτο ή καρωνάκι – γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας Σκιαδοφόρων. Περιέχουν αλκαλοειδή (κωνειίνη / κικουτίνη), που είναι πολύ τοξικά για τον άνθρωπο και για τα ζώα («οι ψᾱρες τὸ κώνειον ἐσθίοντες οὐδὲν βλάπτονται» – Γαληνος). Έτσι ονομάζεται και το δηλητήριο που παράγεται από αυτό το φυτό. Ετυμολογείται από τον κῶνο, χαρις στην ομοιότητα τών φύλλων του φυτού αυτού, με το κωνάριο (> κουκουνάριον > κουκουνάρα) καρπό του πεύκου. Ή από την αρχαία ελληνική λέξη κώννος / κώνος (= σβούρα), λόγω της ζάλης που προκαλείται κατά την κατανάλωση των καρπών του. Οι εγκληματίες που καταδικάζονταν σε θάνατο στην αρχαία Αθήνα έπιναν τον οπό / δηλητήριο του φυτού αυτού. Το Conium έχει 6-8 είδη, αλλά μόνον ένα, το Κώνειον το στικτόν (Conium maculatum), φύεται στην Ευρώπη. Στην Αρχαία Αθήνα χρησιμοποιείτο και για τις ναρκωτικές του ιδιότητες από τους ιεροφάντες (ως αναφροδισιακό). Είναι γνωστό διότι με αυτό θανατώθηκε ο Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης (αλλά και ο Θηραμένης, Αθηναίος πολιτικός, ένας από τους Τριάκοντα Τυράννους). Σήμερα χρησιμοποείται για τις αναλγητικές ιδιότητές του. Στην θεραπευτική το εκχύλισμα των καρπών και υπό μορφήν εμπλάστρων χρησιμοποιείται σε νευραλγίες και πόνους από καρκίνο > λατ. cicuta. – ΠΗΓΗ: Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9.8,3. («κώνειον πεπωκὼς» – Πλάτ. Λῦσ. 219Ε. «τὸ κώνειον ἔπιεν» – Ξεν. Ἑλλ. 2.3,56. «κώνεια πιεῖν» – Ἀριστοφ. Βάτρ. 124 και 1051. «κώνειον πιόντες ἀπέθανον» – Ανδοκ. 24.38. Γ. Φωκά, Μαθήματα Φαρμακογνωσίας.
Τρικωνειο / Τριχωνειο, κωνειο, αρχαιο ασκληπιειο αιτωλιας Λεκακης
