![]() |
| Η γιαγιά αγκαλιάζει την ελληνική σημαία, κλαίγοντας και φωνάζοντας “mi sangre” δηλ. “αίμα μου”!!! |
![]() |
| To Πίσκο σε σχέση με την Λίμα, πρωτεύουσα του Περού. |
![]() |
| Η ελληνική συνοικία του Αγίου Ανδρέα, του Πίσκο. |
Ο αρβανίτης Ιωάννης Φαλκόνης Αργογιάννης (Juan Falkoni Arguyani), Έλληνας ναυτικός, παίρνει σύζυγο την Joaquina de la Cruz, μια Περουβιανή εντόπια της περιοχής και χτίζει το σπίτι τους στην θέση της νυν συνοικίας San Andrés (το σπίτι τους βρίσκεται στην σημερινή θέση Calle Grecia 110, μπροστά από την Πλατεία των Οπλων / Plaza de Armas και του Ελληνικού Αίθριου / Atrio Griego). Αυτή είναι η πρώτη οικοδομή και η ονομασία του πρώτου δρόμου με το όνομα της Ελλάδας.
- Πέτρος Γκίκας (Pedro Gkikas ή Yika),
- Καρασόπουλος / Carassopoulos,
- Ιωάννης Κομνηνός / Juan Comninos,
- Κανέλλος Βατικιώτης / Batikiota Kanelos,
- Φραγκίσκος Πανάγος; / Πενάγκος / Francisco Penagos,
- Κωνσταντίνου / Constantino,
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για το ΠΕΡΟΥ, ΕΔΩ.
ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ – Muni San Andres. ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 3.4.2010.
ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ: Το ελληνικό χωριό και η ΟΔΥΣΣΕΙΑ των ΕΠΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ στο Περού
Του μουσικού Φώτη Τούμπανου
Περού, Παράκας.
Μια γη που μοιάζει να ανασαίνει ακόμη τον παλμό μιας άλλης Ελλάδας, μιας Ελλάδας ξεχασμένης από τον χρόνο αλλά όχι από τη μνήμη της γης, εκεί όπου οι άνεμοι του Ειρηνικού κουβαλούν ψιθύρους που θυμίζουν Αιγαίο και οι πέτρες των ερήμων μοιάζουν να έχουν χαραγμένα πάνω τους σύμβολα που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε κάποιο κυκλαδίτικο ιερό.
Σ’ αυτήν την γη, όπου ο ουρανός ακουμπά την θάλασσα με τρόπο σχεδόν τελετουργικό, γράφτηκε μια ιστορία που μοιάζει περισσότερο με μύθο, παρά με πραγματικότητα, μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε ειπωθεί από έναν γέροντα ιερέα των Ίνκα ή από έναν Έλληνα θαλασσοπόρο που γύρισε από ταξείδι στα πέρατα του κόσμου.
Το 1860, όταν ο Ειρηνικός ήταν ακόμη ένας ωκεανός γεμάτος μυστικά και οι θάλασσες δεν είχαν χαρτογραφηθεί πλήρως, ούτε από τους πιο τολμηρούς ναυτικούς, ένα ελληνικό καράβι χάθηκε μέσα σε μια καταιγίδα, την οποία οι εντόπιοι αποκαλούσαν «Ανάσα του Θαλάσσιου Δράκου». Τα κύματα υψώνονταν σαν τείχη και ο άνεμος ούρλιαζε σαν αρχαίος θεός που ζητούσε θυσία. Κι όμως, μέσα σε αυτό το χάος, επτά Έλληνες ναυτικοί πάλεψαν με το νερό, με το σκοτάδι, με την ίδια την μοίρα, και τελικά βγήκαν ζωντανοί στις ακτές ανάμεσα στις πόλεις Παράκας και Πίσκο, εκεί όπου η άμμος έχει το χρώμα του παλιού χρυσού και η θάλασσα ομοιάζει να κρύβει από κάτω της ολόκληρες χαμένες πόλεις.
Όταν οι Περουβιανοί ψαράδες τους είδαν να αναδύονται από το νερό, με τα γένια τους μπερδεμένα από το αλάτι, τα μάτια τους γεμάτα φως και τα κορμιά τους κτυπημένα αλλά όρθια, δεν πίστεψαν ότι έβλεπαν ανθρώπους. Πίστεψαν ότι έβλεπαν την εκπλήρωση μιας αρχαίας προφητείας. Γιατί οι γηραιότεροι της φυλής μιλούσαν για τους «λευκούς θεούς που θα έρθουν από την Ανατολή μέσα από την θάλασσα», για εκείνους που κάποτε δίδαξαν στους προγόνους τους την αρμονία, την ειρήνη, την αγάπη, την ελευθερία και τον πολιτισμό. Μιλούσαν για όντα που έμοιαζαν περισσότερο με σοφούς παρά με πολεμιστές, για ανθρώπους που έφεραν μαζί τους γνώση, μουσική, γεωμετρία, αστρονομία, και που κάποτε χάθηκαν μέσα στην θάλασσα με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουν όταν ο κόσμος τους χρειαστεί.
Έτσι, όταν οι επτά Έλληνες βγήκαν από το νερό, οι Περουβιανοί έπεσαν στα γόνατα. Κάποιοι άγγιζαν το μέτωπό τους, άλλοι έκαναν το σήμα του ήλιου, άλλοι ψιθύριζαν προσευχές. Οι Έλληνες, κουρασμένοι και μισολιπόθυμοι, δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε, αλλά ένιωθαν ότι η γη τους δεχόταν σαν να τους περίμενε. Οι Περουβιανοί τους πήραν στα σπίτια τους, τους έδωσαν νερό, φαγητό, ρούχα, και τους άκουγαν να μιλούν ελληνικά, σαν να άκουγαν μια γλώσσα που τους ήταν παράξενα οικεία, σαν να θύμιζε κάτι από τα παλιά τραγούδια των προγόνων τους.
Οι επτά Έλληνες έμειναν εκεί. Παντρεύτηκαν Περουβιανές γυναίκες, έκαναν παιδιά, ρίζωσαν στην γη που τους έσωσε, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν την Ελλάδα. Η Ελλάδα έγινε μνήμη, τραγούδι, ιστορία που περνούσε από γενιά σε γενιά, σαν ιερή φλόγα που δεν έσβησε ποτέ.
Και έτσι γεννήθηκε το… ελληνικό χωριό του Αγίου Ανδρέα, ένα χωριό που ακόμη και σήμερα μοιάζει να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο ηπείρους, σε δύο κόσμους, σε δύο εποχές. Εκεί σήμερα, κάθε πρωί, η ελληνική σημαία κυματίζει δίπλα στη σημαία του Περού, σαν δύο αδερφές που μοιράζονται τον ίδιο άνεμο. Εκεί, τα εστιατόρια έχουν ονόματα ελληνικά, οι δρόμοι θυμίζουν Κυκλάδες, η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα μοιάζει να έχει χτιστεί από χέρια που θυμούνται το Άγιον Όρος. Εκεί, τα παιδιά μεγαλώνουν με ελληνικά ονόματα, όπως και οι διασωθέντες παππούδες τους με τα ονόματα Κομνηνός, Γκίκας, Ορφανός, Παπαφαβας, Φαλκονης, Εσταυρίδης, Κωνσταντίνου, που οι περισσότεροι είχαν καταγωγή από την Πάτρα, με ονόματα που κουβαλούν ιστορία, ρίζες, μνήμη. Κι ας μην μοιάζουν όλοι με Έλληνες στην όψη, η καρδιά τους χτυπά ελληνικά.
Μία παράξενη αλλά αληθινή ιστορία.
Το 1890, κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Περού και Χιλής, συνέβη το εξής: Σε μια αιματηρή επιδρομή των Χιλιανών κατά του χωριού Άγιος Ανδρέας του Περού, οι Χιλιανοί στρατιώτες σκότωναν αδιακρίτως τους κατοίκους του χωριού. Όταν λοιπόν έγινε η φονική επιδρομή, μαζεύτηκαν όλοι οι Έλληνες σε ένα σπίτι, δηλαδή καλύβα (γιατί ο Άγιος Ανδρέας είναι ένα πολύ φτωχό χωριό ακόμα και σήμερα) μαζί με πολλούς Περουβιανούς κατοίκους, κλειδώθηκαν μέσα, ύψωσαν την ελληνική σημαία και περίμεναν με αγωνία. Και τότε έγινε το θαύμα! Οι Χιλιανοί στρατιώτες που είχαν ξεκληρίσει όλο το χωριό, όταν έφτασαν εκεί, δεν πείραξαν καθόλου το σπίτι με την ελληνική σημαία, αντίθετα τους έδωσαν τρόφιμα και μερικά φάρμακα. Κανένας ακόμα δεν ξέρει γιατί, αλλά μην ξεχνάμε ότι στην βόρεια Χιλή στην επαρχία Αραουκανία ζούνε οι Μαπούτσε που είναι απόγονοι Σπαρτιατών (που θα μιλήσουμε για αυτούς και έχουμε πάρα πολλά να πούμε) και σίγουρα ήταν αυτοί που βοηθήσανε τα αδέλφια τους, μας, τους ‘Έλληνες. – ΔΕΙΤΕ το σχετικό ρεπορτάζ του ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΕΔΩ.
Οι Μαπούτσε (Αραουκανοί) απόγονοι αρχαίων πολεμιστών που είχαν θρύλους για ανθρώπους που ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου, ανθρώπους που έμοιαζαν με τους Έλληνες. Άλλοι λένε ότι ήταν θαύμα. Άλλοι ότι ήταν μνήμη αίματος. Κανείς δεν ξέρει. Αλλά όλοι συμφωνούν ότι εκείνην την ημέρα, κάτι μεγαλύτερο από ανθρώπινη λογική προστάτεψε το χωριό.
Από τότε, οι γενιές πέρασαν. Έκτη, έβδομη, όγδοη. Σήμερα είναι περίπου 650 ψυχές που κουβαλούν μέσα τους δύο πατρίδες. Γιορτάζουν:
- την ημέρα της σωτηρίας τους,
- γιορτάζουν την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου,
- ψάλλουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο με προφορά, αλλά με καρδιά που τρέμει από συγκίνηση
- πετούν τον σταυρό στήν θάλασσα τα Θεοφάνια,
- γιορτάζουν την Λαμπρή / Πάσχα και πολλά άλλα.
Και όταν μια γιαγιά, που δεν μοιάζει εξωτερικά με Ελληνίδα, παίρνει στα χέρια της την Ελληνική σημαία και ψιθυρίζει «Mi sangre… mi sangre… το αίμα μου, το αίμα μου», τότε καταλαβαίνεις ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνον τόπος.
Είναι μνήμη. Είναι φλόγα. Είναι παλμός. Είναι κάτι που ταξειδεύει μέσα στο αίμα, ακόμη κι όταν η γλώσσα έχει χαθεί. Στο Περού, στο Παράκας, στον Άγιο Ανδρέα, υπάρχει μια Ελλάδα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Μια Ελλάδα που δεν χρειάζεται χάρτες, ούτε σύνορα, ούτε επίσημες σφραγίδες. Μια Ελλάδα που ζει μέσα σε ανθρώπους που δεν την είδαν ποτέ, αλλά την κουβαλούν σαν ιερό φυλακτό. Μια Ελλάδα που ομοιάζει με μύθο, αλλά είναι αληθινή. Μια Ελλάδα που ενώνει δύο κόσμους, δύο λαούς, δύο ιστορίες, σαν μια γέφυρα φτιαγμένη από θάλασσα, αίμα και μνήμη. Και ίσως, κάπου βαθειά μέσα στον χρόνο, οι θεοί της θάλασσας να χαμογελούν, γιατί ξέρουν ότι οι επτά εκείνοι ναυτικοί δεν ναυάγησαν τυχαία. Τους έφερε ο άνεμος της μοίρας, για να ξαναζωντανέψει ένας παλιός δεσμός ανάμεσα στην Ελλάδα και την άλλη άκρη του κόσμου. Ένας δεσμός που ακόμη και σήμερα συνεχίζει να ανασαίνει.
Οι άνθρωποι αυτοί, τα μακρινά αδέρφια μας, μας γεμίζουν χαρά και υπερηφάνεια.
ΥΓ: Αφιερωμένο σε μερικούς στενόμυαλους ανθρώπους γεμάτους με φανατισμό και κακώς εννοούμενο εθνικισμό, για να ανοίξουν τα μάτια τους. Και κυρίως τις καρδιές τους. Οι πρώτοι που τους ξέχασαν είναι η κυβέρνηση της Ελλάδας. Εμείς ΟΧΙ… Εγώ από μεριά μου θέλω να ευχαριστήσω το Περού που φιλοξένησε τα αδέλφια μας και που μπόρεσαν και έφτιαξαν οικογένειες και ζούνε σε ένα κράτος ξένο για εμάς αλλά κράτος δικό τους και φιλόξενο. Έχω την τιμή να γνωρίζω τον Yvan Gross που οι ρίζες του είναι από τους πρώτους ναυτικούς και συγκεκριμένα από τον Κομνηνό ή Κονμινό, που είναι ένας θαυμάσιος κύριος και έχει γράψει και ένα βιβλίο για τους Έλληνες του Αγίου Αντρέα.



