Τα ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ και η ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ του ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ Έβρου Θράκης

Του Ιωάννη Α. Σαρσάκη (Καστροπολίτη)

Σχετικά με τον μοναχισμό και τα μοναστήρια του Διδυμοτείχου Έβρου Θράκης έχουν διασωθεί, εκτός από αρχαιολογικά ευρήματα, δύο σημαντικότατες ιστορικές πηγές (ανάμεσα σε άλλες), που αναφέρονται στην ύπαρξη μοναστηριών στην περιοχή μας, κατά την εποχή του Βυζαντίου. Αφορμή για την ύπαρξη αυτών των δύο πηγών, αποτέλεσε ο περιορισμός – εκτόπιση του Θεόδωρου Μετοχίτη, από την Κωνσταντινούπολη στο Διδυμότειχο. Ο Μετοχίτης (πανεπιστήμων της εποχής) υπήρξε Μέγας Λογοθέτης (πρωθυπουργός) του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου. Όταν το 1328 ο Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος επικράτησε στον εμφύλιο έναντι του παππού του Ανδρονίκου Β΄, τιμώρησε τον Μετοχίτη στέλνοντάς τον στο Διδυμότειχο, όπου και διέμεινε για περίπου δύο χρόνια (1328 – 1330).

Ο Θεόδωρος Μετοχίτης παρακινούμενος από τους μοναχούς του Διδυμοτείχου συνέγραψε τον βίο ενός τοπικού αγίου, του οσίου Ιωάννη του Νέου, που ήταν μοναχός και έζησε κατά το τέλος του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα. Στο προοίμιο του κειμένου αναφέρει τα εξής : «διέμεινα σε κάποια μονή, που είναι η πρώτη ανάμεσα σε άλλες μονές της πόλης ¨και τοίνυν μονή δη τινι, η τα πρώτα των κατ’ αυτήν¨»[1]. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος έζησε (μαζί με την οικογένεια του) και στέφθηκε αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο, στην ιστορία που συνέγραψε, αναφερόμενος στον περιορισμό του Μετοχίτη στην Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου γράφει τα εξής: «ο αυτοκράτορας διέταξε τον μέγα λογοθέτη να μεταβεί στο Διδυμότειχο και να μείνει σε μία από τις μονές που υπήρχαν εκεί: ¨εν ενί των αυτόθι φροντιστηρίων¨»[2].

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε, ότι αμφότερες οι πηγές αναφέρονται στην ύπαρξη περισσοτέρων από μίας μονών στην Καστροπολιτεία του Διδυμοτείχου. Ο δρ. Γ. Χαριζάνης, καθηγητής Βυζαντινής ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στην διδακτορική διατριβή που συνέγραψε με τίτλο : «Ο μοναχισμός στην Θράκη κατά τους Βυζαντινούς αιώνες», αναφέρει πως στην περιοχή του Διδυμοτείχου υπήρχαν μοναστήρια, καθώς και μοναστική παράδοση. Σε βυζαντινά κείμενα καταγράφονται:

  • η μονή του Οσίου Ιωάννη του Νέου,
  • η Μονή ¨Δυδίμου¨ / Διδυμου,
  • η μονή Σωτήρος Παντοκράτορος,
  • η ΙΜ Θεομήτορος Οδηγήτριας και
  • η Μονή Γαυρά.

Rundown rock shelter with blue-painted walls and rubble at the entrance

Λαξευμένο σπήλαιο, το οποίο λειτουργούσε ως ιερό χριστιανικού ναού.

Θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι διασώζονται αρχαιολογικά, ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία που μαρτυρούν την ύπαρξη και άλλων μοναστηριών, όπως : της μονής του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη, της μονής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, καθώς και ενός μονυδρίου της Παλαιολόγειας εποχής. Επίσης αντίστοιχα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της χρήσης φυσικών ή λαξευτών σπηλαίων ως μοναστηριών και ασκηταριών, τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών.

Όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, κάποια από τα μοναστήρια της περιοχής του Διδυμοτείχου βρίσκονται σε άρρηκτη σύνδεση με τους τοπικούς Αγίους της ιστορικής μας Καστροπολιτείας. Ενημερωτικά να αναφέρουμε, ότι η τοπική μας αγιολογία περιλαμβάνει δεκατρείς μορφές, εκ των οποίων οι ένδεκα είχαν λάβει τη μοναχική κουρά. Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά της βιοτής τους, οι άγιοι αυτοί είναι:

  • Ο Όσιος Ιωάννης ο Νέος,
  • ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης,
  • η Οσία Θεοδώρα Βασίλισσα της Άρτας,
  • ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς,
  • ο Άγιος Ιλαρίωνας,
  • ο Άγιος Γαβριήλ,
  • ο Άγιος Ιάκωβος και οι μαθητές του Ιάκωβος και Διονύσιος,
  • ο Άγιος Νικόλαος ο Παντοπώλης,
  • ο Άγιος Παρθένιος ο Ιερομόναχος,
  • ο Άγιος Παρθένιος ο Διάκονος και
  • ο Άγιος Κύριλλος Στ΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[3].

Μονή Οσίου Ιωάννου του Νέου (Μονή “Δυδίμου”)

Αναφορικά με την μονή και τον Όσιο Ιωάννη τον Νέο, του οποίου (όπως προαναφέραμε), τον βίο συνέγραψε ο Θεόδωρος Μετοχίτης, πληροφορούμαστε τα εξής: «Από μικρός έδειχνε ιδιαίτερη επιμέλεια στη μελέτη των θείων γραφών. Ακολουθώντας τις διδαχές του Ευαγγελίου, περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα και έφυγε σε έρημο τόπο. Εκεί ζούσε κατά τρόπο ασκητικό. Προσπαθούσε να μιμηθεί στις αρετές τον συνονόματό του Ιωάννη Πρόδρομο και τον προφήτη Ηλία. Τρεφόταν μόνο με χόρτα, έπινε νερό και για επανωφόρι του είχε ένα τρίχινο χιτώνιο. Κατοικούσε σε ένα απρόσιτο σπήλαιο, μακριά από τους ανθρώπους. Τυχαία ο τοπικός διοικητής (του Διδυμοτείχου) βγαίνοντας για κυνήγι τον συνάντησε. Έμεινε εντυπωσιασμένος από την τραχύτητα της ζωής του και αφού του φανέρωσε τη σφοδρή επιθυμία του να οικοδομήσει ναό και να ιδρύσει μονή «εν επικαίρω τόπω της χώρας» προσπάθησε να τον πείσει να αναλάβει την ηγουμενεία. Αμετάπειστος ο Ιωάννης έφυγε κρυφά σε άλλην ¨ερήμην οίκησιν¨. Ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του διοικητή και με τη μεσολάβηση ενός γέροντα μοναχού, πείσθηκε και επέστρεψε από τον τόπο της ασκήσεώς του. Ιδρύθηκε τότε αμέσως με την επιχορήγηση του παραπάνω άρχοντα μια περίλαμπρη μονή. Πλήθος μοναχών προσέτρεξε και τέθηκε υπό την ηγουμενεία του Ιωάννη, ο οποίος έφυγε και πάλι στην ερημιά. Στη θέση του άφησε έναν πρεσβύτερο μοναχό, που μετά από λίγο πέθανε. Έτσι αναγκαστικά επανήλθε, για να αναλάβει ξανά την ηγουμενεία»[4].

Όσον αφορά την ίδρυση μονής «εν επικαίρω τόπω της χώρας» και οικοδόμηση μεγαλοπρεπούς ναού από τον Όσιο Ιωάννη τον Νέο : «ώστε να γίνει ο ωραιότερος και ο καλύτερος»[5], θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι στην περιοχή του Αγίου Βλασίου[6] (2,5 χλμ δυτικά του Διδυμοτείχου) υπάρχουν ερείπια παλαιοχριστιανικού ναού. Τα ερείπια αυτά σε μεγάλο μέρος ανακαλύφθηκαν το 1970 από τον αείμνηστο Διδυμοτειχίτη Στ. Τσορτσόρη, κατά την προσπάθειά του να αναγείρει ένα παρεκκλήσι στη μνήμη του Αγίου Βλασίου. Περί βυζαντινών ερειπίων και ύπαρξης μονής στην περιοχή κάνει λόγο και ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης[7], ο οποίος αναφέρει τα εξής: «Καθώς επίσης και μίαν άλλην μονήν, ευρισκομένην πιθανόν άλλοτε εις το τόπον (Ταουκ-Γιεμέζ) του αγιάσματος του Αγίου Βλασίου, όπου υπάρχουν βυζαντινά ερείπια»[8].

Ο Δρ. Αθ. Γουρίδης αναφέρει σχετικώς : «αποκαλύφθηκαν ερείπια παλαιοχριστιανικού ναού, δηλαδή μεγάλη ημικυκλική αψίδα και οι συνεχόμενοι με αυτήν τοίχοι, όπως και άφθονο οικοδομικό υλικό. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 διεξήχθη ανασκαφή, η οποία αποκάλυψε επάλληλα, πιθανώς τρία σε αριθμό εκκλησιαστικά κτίσματα της παλαιοχριστιανικής και βυζαντινής περιόδου, από τα οποία το νεότερο είναι μεγάλος τρίκλιτος ναός με νάρθηκα»[9]. Οπότε βλέπουμε ότι και η φράση «ναό ωραιότατο και πολύ μεγαλύτερο από πριν» που αναφέρει ο Μετοχίτης, επιβεβαιώνεται και από τα ερείπια του ναού.

Σχετικά με την ύπαρξη μονής σε κοντινή περιοχή του Διδυμοτείχου, ο Δρ. Γ. Χαριζάνης γράφει τα εξής : «Θα λέγαμε λοιπόν συμπερασματικά πως στα χρόνια του Βασιλείου Βουλγαροκτόνου (976-1025) οικοδομήθηκε στην πόλη του Διδυμοτείχου ή σε κάποια κοντινή τοποθεσία, με επιχορήγηση του τοπικού άρχοντα, ένα μοναστήρι για τον Όσιο Ιωάννη τον Νέο. Την ονομασία (αφιέρωση) και την παραπέρα ιστορική πορεία του μοναστηριού αυτού δεν την γνωρίζουμε. Με το παραπάνω μοναστικό καθίδρυμα θα μπορούσε ενδεχομένως να συσχετισθεί η μονή του ¨Δυδίμου¨ (ονομασία που παρατίθεται με την ορθογραφία των πρωτότυπων βυζαντινών πηγών), η οποία μαρτυρείται σε δύο σφραγίδες του 11ου αι. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω δύο σφραγίδες φέρουν στη μία όψη την παράσταση της Θεοτόκου, ενώ στην άλλη αντίστοιχα τις επιγραφές: ¨+Μονής του Δυδίμου¨ και ¨+Θεοτόκε βοήθει τω σω δούλω Νικήτα μοναχώ πρεσβυτέρω του μοναστηριού του Δυδίμου¨. Αν και η ακριβής θέση της μονής αυτής (του ¨Δυδίμου¨) είναι άγνωστη, ωστόσο δεν αποκλείεται – όπως υποθέτει ο V. Laurent – να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο μοναστήρι του Όσιου Ιωάννη του Νέου στο Διδυμότειχο και στη μονή του ¨Δυδίμου¨»[10].

Επίσης ο Δρ. Αθ. Γουρίδης αναφέρει, ότι : «από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα χρονολογείται το μοναδικό ως τα τώρα γνωστό μολυβδόβουλο που αναφέρεται στην πόλη (του Διδυμοτείχου), με τη μορφή του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στη μία πλευρά. Στην άλλη αναγράφεται εμμέτρως : ΤΟΥ ΠΟΙ/[Μ]ΕΝΟC C/[Φ]ΡΑΓΙΣΜ[Α] Δ/ΔΥΜ[Ο]/[Τ]ΟΙΧ[ΟΥ]. Ενδεχομένως λοιπόν, ο ποιμήν αυτός λεγόταν Ιωάννης»[11].

Για το ίδιο θέμα ο Φίλ. Γιαννόπουλος (νυν μοναχός Γαβριήλ Κοβιλιάτης[12]) γράφει τα εξής : «Επειδή στη σφραγίδα αυτή απεικονίζεται ο Ιωάννης Βαπτιστής και δεν αναφέρεται το όνομα του κατόχου, υποθέτει ο Laurent ότι ο κάτοχος αυτής της σφραγίδας ίσως να ονομαζόταν (επίσκοπος) Ιωάννης, ο οποίος όμως δεν είναι γνωστός στο Διδυμότειχο. Αν λάβει κανείς υπόψη του τον βίο και τα θαύματα του σύγχρονου αγίου Ιωάννη του Νεωτέρου από τη Θράκη, του οποίου το πρότυπο ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, τότε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι με την παραπάνω σφραγίδα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, και έμμεσα τον φημισμένο Ιωάννη της Θράκης, ο κάτοχος της τιμούσε και το Διδυμότειχο»[13].

Η ύπαρξη των ερειπίων του ναού, συν τα παραπάνω στοιχεία και τις εικασίες που προκύπτουν από τις τοπογεωγραφικές αναφορές στον βίο του Οσίου, μας οδηγούν σε ένα, όχι βεβαίως αδιάσειστο συμπέρασμα, ότι στην περιοχή του Αγίου Βλασίου υπήρχε η μονή του Οσίου Ιωάννη του Νέου. Ένα μοναστηριακό συγκρότημα δηλαδή, το οποίο ανήκει είτε σε εποχή πριν τον 11ο αιώνα με την ονομασία μονή Δυδίμου, και ανασυστήθηκε την εποχή που έζησε ο υπόψη τοπικός Άγιος, λαμβάνοντας την ονομασία μονή Οσίου Ιωάννου του Νέου, είτε οικοδομήθηκε εξ αρχής προς τιμήν του. Σίγουρα μια περαιτέρω ανασκαφική έρευνα και χρονολόγηση των ερειπίων του ναού, θα μας βοηθούσαν ώστε να βγάλουμε πιο ασφαλή συμπεράσματα.

Μονή Σωτήρος (Χριστού) Παντοκράτορος

Ο Δρ Γ. Χαριζάνης σχετικά με την μονή Σωτήρος Παντοκράτορος αναφέρει τα εξής : «Την ύπαρξη της μονής αυτής πληροφορούμαστε από ένα χρυσόβουλο[14] που απέλυσε (δηλ. εξέδωσε) μετά τον Νοέμβριο του 1354 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος[15] (1341-1390). Ο Ιωάννης αποδεχόμενος το αίτημα του αρχιμανδρίτη Γαβριήλ (ηγουμένου πιθανότατα του μοναστικού καθιδρύματος) επικύρωσε με το αναφερόμενο χρυσόβουλο τις κτίσεις της μονής του Σωτήρος Παντοκράτορος, η οποία βρισκόταν στο Διδυμότειχο. Από το χρυσόβουλο στις μέρες μας έχει σωθεί μόνο το προοίμιό του. Άλλα στοιχεία για την ακριβή θέση και την παραπέρα πορεία του μοναστηριού δεν διαθέτουμε»[16].

Stone building with a tiled roof and small windows, white lower wall, and black wrought-iron gate in the foreground.

Ο μεταβυζαντινός ΙΝ Σωτήρος Χριστού, που εκτίσθη επί των θεμελίων της Ι. Μονής Σωτήρος Παντοκράτορος.

Όσον αφορά τη θέση της μονής, είναι πολύ πιθανόν να βρισκόταν στο σημείο όπου υψώνεται σήμερα ο μεταβυζαντινός ναός του Σωτήρος Χριστού (1846), εντός του κάστρου του Διδυμοτείχου. Ο Δρ. Αθ. Γουρίδης γράφει, ότι με βάση : «τη θέση του κτίσματος στη διάταξη του βυζαντινού οικισμού του κάστρου, την καταγραφή των ιερών σκευών που προϋπήρχαν του ναού, αλλά και το πλήθος των παραδόσεων που σχετίζονται με τη θαυματουργή δράση του Χριστού του κάστρου, ενισχύουν την παραδοχή περί ύπαρξης στη θέση μονής, εκείνης του Χριστού Παντοκράτορος. Ο ηγούμενος της μονής κατά τα μέσα του 14ου αιώνα, αρχιμανδρίτης Γαβριήλ[17], εκ των ηγετών του Ησυχασμού, αναφέρεται από τον Ιωάννη Καντακουζηνό ως ένας από τους τρεις πνευματικούς ανθρώπους με θαυματουργικές ικανότητες και προφητικά χαρίσματα, τους οποίους είχε προσωπικά γνωρίσει, μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθανάσιο και τον μητροπολίτη Διδυμοτείχου Ιλαρίωνα. Η μονή θα αποτελούσε ένα από τα προπύργια του Παλαμισμού, άμεσα συνδεδεμένο με την Θεοδώρα Καντακουζηνή[18] και την αυλή της»[19].

Ο Φ. Γιαννόπουλος, σχετικά με την μοναστική και ησυχαστική παράδοση της καστροπολιτείας του Διδυμοτείχου, αναφέρει τα εξής : «Για τα μοναστήρια του 14ου αιώνα έχουμε αποδείξεις ότι ήδη υπήρχαν δύο : της μονής Οδηγήτριας, κοντά στο Διδυμότειχο, και της μονής του Σωτήρος Παντοκράτορος, μέσα στο ίδιο το κάστρο. Μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι το δεύτερο ακολουθούσε τη διδασκαλία του Παλαμά, αφού ο αρχιμανδρίτης του Γαβριήλ (ενεργός παλαμικός) εγκωμιάζεται από τον Καντακουζηνό για τα θαύματά του. Ο Καντακουζηνός αναφέρει ρητά τον μυστικιστή ησυχαστή Γαβριήλ. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους παραπάνω ακριβώς λόγους η μονή δέχθηκε δωρεές και προνόμια από τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό, που, μετά την παραίτηση του το 1354, πρέπει να επιβεβαιώθηκαν από τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, ύστερα από παράκληση του αρχιμανδρίτη Γαβριήλ»[20].

Αξίζει να επισημανθεί, ότι σύμφωνα με την τοπική ιστορική και θρησκευτική παράδοση, η Μονή του Χριστού Παντοκράτορα συνδέεται άρρηκτα με τη θαυμαστή διάσωση του κάστρου το 1205 από την πολιορκία των Φράγκων Σταυροφόρων ή των Βουλγάρων, ένα γεγονός απ’ το οποίο πηγάζει ο εορτασμός της Πεντηκοστής και το παραδοσιακό «Καλέ Πανηγύρι»[21]. Παράλληλα, η μονή σχετίζεται και με τον Άγιο Σπυρίδωνα. Συγκεκριμένα, το 1456, τρία χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος μετέφερε το ιερό λείψανο του Αγίου, μαζί με το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, από την Βασιλεύουσα στην Κέρκυρα. Η τοπική παράδοση μάλιστα διασώζει την πληροφορία, ότι ο Πολύευκτος πέρασε από το κάστρο του Διδυμοτείχου και παρέμεινε εκεί για ένα χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι πιστοί έλαβαν την ευλογία των θαυματουργικών λειψάνων. Ως εκ τούτου, και ως πνευματική κληρονομιά της παλαιάς μονής προς τον ενοριακό ναό, οι εορτές της Πεντηκοστής και του Αγίου Σπυρίδωνα εξακολουθούν να τιμώνται έως σήμερα στον μεταβυζαντινό ναό του Σωτήρος Χριστού, όπως βεβαίως και όλες οι Δεσποτικές εορτές.

Κλείνοντας την αναφορά για την μονή Σωτήρος Παντοκράτορος, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και η βυζαντινή εικόνα[22] (των αρχών του 13ου αιώνα) που υπάρχει στο τέμπλο του ναού και τιτλοφορείται ως Χριστός Παντοκράτορας, αποτελεί ένα πνευματικό γεφύρωμα, μεταξύ του μοναστηριού και του μεταβυζαντινού ναού.

Ανάλογο βέβαια γεφύρωμα αποτελούν και οι τρείς άγιοι/μοναχοί: ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο μητροπολίτης Ιλαρίων και ο ηγούμενος Γαβριήλ. Θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι στο Διδυμότειχο έχει διασωθεί η ιερά παράδοση που θέλει τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, κατά τα ταξίδια του από τη Θεσσαλονίκη προς την Κωνσταντινούπολη, να επισκέπτεται το κάστρο του Διδυμοτείχου, προκειμένου να συναντήσει τον άγιο και ησυχαστή μητροπολίτη Ιλαρίωνα, τον Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ καθώς και άλλους υποστηρικτές του. Οι εν λόγω τρεις Άγιοι ενταγμένοι στη χορεία των δεκατριών τοπικών αγίων του Διδυμοτείχου, τιμώνται στον ναό του Σωτήρος Χριστού, όπου θησαυρίζεται η εικόνα τους και ψάλλεται το απολυτίκιό τους. Η μνήμη τους συνεορτάζεται τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών (της Μεγάλης Σαρακοστής), η οποία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, για τον οποίο κάθε χρόνο, κατά την ημέρα της σταθερής εορτής του, στις 13 προς 14 Νοεμβρίου τελείται αγρυπνία στον ναό.

Μονή Παναγίας Οδηγήτριας

Σχετικά με τη μονή Παναγίας Οδηγήτριας, ο Δρ. Γ. Χαριζάνης αναφέρει : «Η εν λόγω ¨πατριαρχική¨ μονή βρισκόταν ¨περί το Διδυμότειχον¨. Από την ίδρυσή της – της οποίας τον ακριβή χρόνο δεν γνωρίζουμε – καθοριζόταν να είναι ανδρώα. Εγκαταστάθηκε λοιπόν και διέμενε σε αυτή μια ανδρική αδελφότητα. Για άγνωστους λόγους οι μοναχοί κάποια στιγμή έφυγαν από το μοναστήρι, στο οποίο ήλθαν και κατοίκησαν μοναχές. Γύρω στο 1340 η μονή της Οδηγήτριας κινδύνευε να περιπέσει σε κατάσταση πλήρους ερήμωσης. Οι περισσότερες μοναχές – λόγω της έλλειψης των απαραίτητων μέσων για τη συντήρησή τους – την είχαν εγκαταλείψει και είχαν αναζητήσει καταφύγιο σε άλλα γυναικεία μοναστήρια»[23]. Στη συνέχεια ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος, ο οποίος για χρόνια είχε ως έδρα του το κάστρο του Διδυμοτείχου και διέμενε σ΄ αυτό με την οικογένειά του (στις 18 Ιουνίου του 1332 γεννήθηκε στο Διδυμότειχο ο γιος και διάδοχός του Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος), ζήτησε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως: «να επαναφέρει σε αυτήν (την μονή) ¨την αρχήθεν ….κατάστασιν¨ και να εγκαταστήσει μοναχούς. Προκειμένου λοιπόν να περισώσει την μονή από την ερήμωση, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ΙΔ΄ Καλέκας (1334-1347) και η σύνοδος των αρχιερέων με ¨συνοδικόν γράμμα¨ του Μαΐου 1340, θεωρώντας ότι είναι αντίθετο με το πνεύμα της εκκλησίας ανδρικά μοναστήρια να μετατρέπονται σε γυναικεία και το αντίστροφο, αποφάσισαν ότι έπρεπε η μονή Οδηγήτριας να κατοικηθεί, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της κανόνα, από μοναχούς. Έτσι με την απόφαση αυτή η παραπάνω μονή επανερχόταν πάλι στο προηγούμενο καθεστώς της και γινόταν ένα ανδρικό μοναστήρι»[24].

Όσον αφορά την τοποθεσία της μονής, το μόνο στοιχείο που διαθέτουμε είναι η αναφορά σε βυζαντινές πηγές, ότι βρισκόταν ¨περί το Διδυμότειχον¨[25]. Βασιζόμενοι σε αυτή την πληροφορία ο μητροπολίτης Φιλάρετος Βαφείδης και ο ανεψιός του αρχιμ. Νικόλαος Βαφείδης υπέθεσαν ότι η μονή Παναγίας Οδηγήτριας ενδεχομένως να έδρευε στον χώρο όπου σήμερα γνωρίζουμε στο Διδυμότειχο ως μονή Ζωοδόχου Πηγής[26].

Rough stone ruin with multiple brick arches and a wooden walkway along the wall.

Ερείπια βυζαντινού ναού δίπλα, στον ναό του Αγίου Αθανασίου.

Υπάρχει όμως και η άποψη του Δρ. Αθ. Γουρίδη που θεωρεί, ότι η μονή έδρευε εντός του κάστρου, και το καθολικό της ταυτίζεται με τα ερείπια του βυζαντινού ναού, βορείως του μεταβυζαντινού μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου. Την εν λόγω υπόθεση στοιχειοθετεί ως εξής : «Σε ότι αφορά την ταύτιση του κτιρίου ο γράφων θεωρεί ότι το παρεκκλήσι αποτελούσε τμήμα του Καθολικού της Πατριαρχικής μονής της Οδηγήτριας. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί κυρίως το εξής: ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωάννης IV Καλέκας είχε μετατρέψει τον Μάιο του 1340 με συνοδική απόφαση την «περί το Διδυμότειχον», αρχικά ανδρώα, αλλά εγκαταλειφθείσα Πατριαρχική μονή της Θεοτόκου Οδηγήτριας, η οποία στη συνέχεια, ως γυναικεία είχε περιπέσει σε άκρα ένδεια και ερήμωση, εκ νέου σε ανδρώα. Την αίτηση είχε υποβάλει «ο οικείος τω ….. αυτοκράτορει», «ο κεκτημένος το κτητορικόν επ’ αυτώ δίκαιον», κατά πάσα πιθανότητα ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Εικόνα Οδηγήτριας από το εσωτερικό του Αγίου Αθανασίου με πρώτη φάση τον ύστερο 13ο αιώνα, στην περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί η εικόνα της πάτρωνος της μονής. Όντως, στους τάφους του παρεκκλησίου αποκαλύφθηκαν πολλές γυναικείες ταφές οι οποίες μπορούν να αναχθούν στους 12ο – 14ο αιώνες και έχουν κάτω και επάνω από αυτές ανδρικές ταφές. Τα ανασκαφικά δεδομένα φανερώνουν ένα κτίριο που γνώρισε την αυτοκρατορική φροντίδα. Οι σωζόμενες τοιχογραφίες από τα τέλη του 16ου αιώνα υποδηλώνουν συνέχιση της λειτουργίας του ναϋδρίου ως τμήματος μονής. Η ύπαρξη δεξαμενών και αποθηκών σε ελάχιστη απόσταση, η ιδιόρρυθμη θέση και διάρθρωση του κτίσματος που ανασκάφηκε και η διάθεση απομόνωσής του μπορούν να ταυτίσουν τη θέση με μοναστηριακό συγκρότημα, αλλά και να βρουν τα ανάλογά του στα βυζαντινά χρόνια, παρά τη σπανιότητα των χαρακτηριστικών του κτίσματος. Η μετατροπή του κυρίως ναού σε ενοριακό έγινε κάποια στιγμή κατά την Τουρκοκρατία και μάλλον κατά το 18ο αιώνα»[27].

Με τον προϋπάρχοντα βυζαντινό ναό και τα λαξευμένα υπόσκαφα σπήλαια βορείως αυτού, σχετίζονται τέσσερις μορφές του μοναχισμού που συγκαταλέγονται μεταξύ των δεκατριών τοπικών αγίων του Διδυμοτείχου. Πρόκειται για τον Γέροντα Ιάκωβο τον Αγιορείτη και τους μαθητές του Ιάκωβο τον Διάκονο και Διονύσιο τον μοναχό και τον νεομάρτυρα Παρθένιο τον Ιερομόναχο[28].

Η επί τιμη Έφορος Αρχαιοτήτων κ. Ευ. Παπαθεοφάνους – Τσουρή, σε εργασία που εκπόνησε με τίτλο : «Παλαιολόγεια αμφιπρόσωπη εικόνα από το Διδυμότειχο», αναφερόμενη στην αμφιπρόσωπη εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας και της Σταύρωσης του Χριστού, την συνδέει με την μονή Οδηγήτριας, συμπεραίνοντας τα εξής : «σε κάποια φάση της ιστορίας της, η εικόνα θα βρισκόταν στο τέμπλο ενοριακού ναού ή, το πιθανότερο, καθολικού μονής στο βυζαντινό Διδυμότειχο. Η μονή Οδηγήτριας, κοντά στο Διδυμότειχο, ήταν ήδη ερημωμένη περί τα μέσα του 14ου αιώνα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σε συνοδικό πατριαρχικό γράμμα. Υπολογίζουμε, λοιπόν, ότι μια εικόνα σαν τη δική μας ίσως αποτελούσε την προσκύνηση της μονής ή στόλιζε ως δεσποτική το τέμπλο του καθολικού της»[29].

Μονή Γαυρά

Για την μονή Γαυρά ο Δρ. Γ. Χαριζάνης αναφέρει, ότι εκτός απ’ τα προαναφερθέντα μοναστήρια : «υπήρχε στο Διδυμότειχο (το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα) μία ακόμη μονή, αυτή του Γαυρά. Ο ηγούμενός της αποτέλεσε μέλος μιας πρεσβείας που απέστειλε ο μεγάλος δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός προς την αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας στην Κωνσταντινούπολη»[30].

Σύμφωνα με την εξιστόρηση του ίδιου του Καντακουζηνού, στις αρχές Οκτωβρίου του 1341 οι υποστηρικτές του από την Κωνσταντινούπολη κατέφυγαν στο Διδυμότειχο, όπου τον ενημέρωσαν για τις βίαιες διώξεις και φυλακίσεις μελών της οικογενείας του και των υποστηρικτών του, καθώς και για την καταστροφή της περιουσίας του στη Βασιλεύουσα. Θέλοντας ο ίδιος να διασταυρώσει αυτές τις πληροφορίες απέστειλε μια πρεσβεία προς την αυτοκράτειρα Άννα της Σαβοΐας, μεταξύ των μελών της πρεσβείας: «επέλεξε τον ηγούμενο της μονής Γαυρά, έναν άνδρα που επεδίωκε την αρετή και διέθετε την αναγκαία εμπειρία στα πολιτικά πράγματα και τον Σγουρόπουλο, έναν άνθρωπο από τους οικείους του»[31]. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι τα μέλη αυτής της πρεσβείας έτυχαν μιας πολύ άσχημης συμπεριφοράς από τους αντιπάλους του Καντακουζηνού, τους οποίους καθοδηγούσε ο Αλέξιος Απόκαυκος, με αποτέλεσμα να συλληφθούν, να χλευασθούν και να παρακρατηθούν τα άλογα και οι αποσκευές τους. Ειδικότερα τον ηγούμενο της μονής Γαυρά, αφού τον έπιασαν : «φώναζαν ότι αυτός είναι ο πατριάρχης του Καντακουζηνού, αποκαλώντας τον Χριστεμπαίκτη, υποκριτή και άλλα χειρότερα»[32].

Τα στοιχεία που παραθέτει ο Καντακουζηνός στην ιστορία του, αποτελούν απόδειξη για την ύπαρξη της μονής, δυστυχώς όμως δεν παρέθεσε και άλλα στοιχεία, όπως την τοποθεσία του μοναστηριού και το όνομα του ηγουμένου.

Μονή Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη

Στην ιστορία που συνέγραψε ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός περιγράφοντας τη στέψη του σε αυτοκράτορα στις 26 Οκτωβρίου 1341 στο Διδυμότειχο (στην ουσία συναυτοκράτορα, καθώς κατά τη διάρκεια της τελετής αναγνώρισε τα κληρονομικά δικαιώματα του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και της μητέρας του Άννας), κάνει αναφορά στον ναό του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη αναφέροντας τα εξής: «Μετά τις επευφημίες έφιππος ο αυτοκράτορας, μαζί με όλους τους άλλους καβαλάρηδες μετέβησαν στον ναό του μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτου όπου και προσκύνησαν»[33]. Από το απόσπασμα αυτό βλέπουμε, ότι ο Καντακουζηνός, ένας εξαιρετικά σχολαστικός συγγραφέας, βαθύς γνώστης της εκκλησιαστικής ορολογίας και μετέπειτα μοναχός (ως Ιωάσαφ), χρησιμοποιεί τη λέξη ναός και όχι μονή ή μοναστήριον. Βέβαια θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, ότι ο Καντακουζηνός στην ιστορία που συνέγραψε και ειδικά στο σημείο της στέψης του σε αυτοκράτορα, δεν τον ενδιαφέρει να δώσει μία λεπτομερειακή τοπογραφική καταγραφή των ναών του Διδυμοτείχου. Αυτό που τον ενδιαφέρει εκείνη τη στιγμή είναι αμέσως μετά τη στέψη του, να τεκμηριώσει την νομιμότητα και την ευσέβεια της πράξης του. Αν λοιπόν ο Καντακουζηνός αντί για την λέξη ναός χρησιμοποιούσε την λέξη μονή τα πράγματα θα ήταν εντελώς ξεκάθαρα.

Αναφορές και πηγές για το γεγονός, ότι ο ναός αποτελούσε το καθολικό μιας βυζαντινής μονής, υπάρχουν μεταγενέστερες και μας τις διασώζει ο Αρχιμ. Νικόλαος Βαφείδης. Στο κείμενο που συνέγραψε με θέμα: «Ιστορία της Αρμενικής Κοινότητος Διδυμοτείχου και ο Βυζαντινός Ναός του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτου», παραθέτει στοιχεία που ενισχύουν σημαντικά την πιθανότητα αυτή. Τα στοιχεία προκύπτουν τόσο από την τοπική και την αρμενική παράδοση περί παλαιού μοναστηριού, όσο και από μεταγενέστερα οθωμανικά έγγραφα και επιγραφές που αναφέρονται ρητά σε «μοναστηριακό κτίριο» στον περιβάλλοντα χώρο.

Ειδικότερα ο σοφός ιερωμένος γράφει τα εξής: «Ο Άγιος Γεώργιος Παλαιοκαστρίτης ήτο φαίνεται παλαιόν μοναστήριον, ένθα οι Βυζαντινοί επανηγύριζον, και είχε πολλούς προσκυνητάς, όπως κατόπιν και παρά τοις Αρμενίοις, ως θα είδωμεν περαιτέρω»[34].

Black-and-white photo of a rocky hillside village with houses built into the cliff; a structure near the top is indicated as the Armenian church/monastery.

Παρακάτω ο Βαφείδης αναφέρει, ότι ο ναός: «περιήλθεν εις χείρας των Αρμενίων προ αρκετών αιώνων και μεταξύ ίσως των ετών 1361 και 1526, ή μάλλον των ετών 1453 και 1526»[35]. Σύμφωνα με την παράδοση που καταγράφει ο Βαφείδης, την εποχή που ο χώρος περιήλθε στην Αρμενική Κοινότητα του Διδυμοτείχου, στην τοποθεσία υπήρχε: «μικρόν παρεκκλήσιον, κείμενον εις την θέσιν, ένθα ευρίσκεται ήδη το εις το ανατολικόν άκρον της βορείου πλευράς του νυν ναού και μετ’ αυτού συνηνωμένον τετράγωνον δωμάτιον, όπερ χρησιμεύει ως βαπτιστήριον και σκευοφυλάκιον συγχρόνως. Εν πάση περιπτώσει, είτε παρεκκλήσιον ήτο, είτε ναός είτε μοναστήριον, παρεσχέθη παρά των Ελλήνων του Διδυμοτείχου εις τους συμπολίτας αυτών Αρμενίους»[36].

Η εκδοχή ότι ο ναός του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη αποτελούσε το καθολικό ενός μοναστηριού ενισχύεται από επίσημα οθωμανικά έγγραφα (βεράτια και σουλτανικά διατάγματα). Σ’ ένα απ’ αυτά, που αφορά την ανοικοδόμηση κτιρίου δίπλα στον ναό το 1815, όπου το κτίσμα αυτό καταγραφόταν επίσημα ως «μοναστήρι», σημειώνει τα ακόλουθα: «Το πέμπτον έγγραφον (1815) είναι σουλτανικόν διάταγμα δια την ανοικοδόμησιν του παρά τον ναόν παλαιού ηρειπωμένου μοναστηρίου»[37]. Επιπροσθέτως σε ενεπίγραφη εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα της εξώπορτας που αφορούσε την ανοικοδόμηση του κτιρίου το 1838, έγραφε στα αρμενικά τα εξής: «Το μοναστήριον τούτο, εκτισμένον πρότερον, αλλά παλαιωθέν και ερειπωθέν… κλπ.»[38]. Δηλαδή δύο περίπου δεκαετίες μετά, και αφού ο αρμενικός ναός έχει ανοικοδομηθεί το 1831[39], συνεχίζει να διατηρείται η παράδοση και η ανάμνηση, ότι η τοποθεσία και το κτίριο σχετίζονται με μοναστήρι. Στην πράξη, στα χρόνια της αρμενικής κοινότητας, το κτίριο δεν στέγαζε πλέον μοναχούς, αλλά είχε μετατραπεί σε ξενώνα για τη φιλοξενία των πολυάριθμων προσκυνητών. Παρόλα αυτά, προφανώς επειδή ήταν μέρος του παλαιού μοναστηριακού συγκροτήματος και ανήκε στην περιουσία του ναού, συνέχισε να διατηρεί το ιστορικό του όνομα και έναν αιώνα αργότερα. Συγκεκριμένα στην τοπική εφημερίδα «Θράκη», στο φύλλο αρ. 80 στις 30 Αυγ 1931 έχει καταχωρηθεί πωλητήριο (καθώς το κτίριο είχε πλέον κατεδαφιστεί και εκποιούνταν τα δομικά του υλικά) από την Αρμενική κοινότητα που αναφέρει ότι : «Πωλείται υπό της Αρμενικής Κοινότητος το υλικόν του παρά την Αρμενικήν Εκκλησίαν οικήματος Μοναστήρι ου λεγομένου»[40].

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία μπορούμε να θεωρήσουμε, ότι υπήρχε ακόμη μία μονή εντός του κάστρου, αυτή του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη. Ενδεχομένως να υπήρξε ανάλογη κατάσταση ερήμωσης, όπως αυτή που περιγράψαμε παραπάνω για τη μονή Παναγίας Οδηγήτριας, και κατά συνέπεια στα χρόνια του Καντακουζηνού, το καθολικό του Αγίου Γεωργίου, να λειτουργούσε απλώς ως ενοριακός ναός ή ναός του κάστρου, γεγονός που δικαιολογεί τη φρασεολογία του αυτοκράτορα.

Η εκδοχή για επανασύσταση και λειτουργία της μονής στον εν λόγω χώρο κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας θεωρείται δύσκολή αλλά όχι αδύνατη. Εάν πράγματι, κατά τους πρώτους αιώνες της Οθωμανοκρατίας ο Άγιος Γεώργιος Παλαιοκαστρίτης λειτούργησε ως ενεργό μοναστήρι προτού τελικά εγκαταλειφθεί, είναι απολύτως εύλογο η παλαιότερη αυτή μοναστική του υπόσταση να αποτυπώθηκε βαθιά στην τοπική μνήμη. Έτσι, όταν ο χώρος παραχωρήθηκε στην Αρμενική Κοινότητα, η ανάμνηση του μοναστηριακού του παρελθόντος παρέμεινε ισχυρή. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η ονομασία «Μοναστήρι» διατηρήθηκε ζωντανή ως τοπωνύμιο για τον εν λόγω χώρο και το παρακείμενο οίκημα για περισσότερο από έναν αιώνα, φτάνοντας, όπως προκύπτει από το δημοσίευμα της εφημερίδας «Θράκη», μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης

Στην πραγματεία που εξέδωσε το 1933, ο σοφός ιερωμένος και καθηγητής του Γυμνασίου Διδυμοτείχου Αρχιμ. Νικόλαος Βαφείδης, με θέμα «Το εν Διδυμοτείχω Μοναστήριον το φερόμενον επ’ ονόματι Ζωοδόχου Πηγής», παρατίθενται βάσιμα στοιχεία, ότι αρχικά η εν λόγω μονή ήταν αφιερωμένη στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, καθώς και στην Παναγία (όπως προαναφέραμε ενδεχομένως η μονή να ταυτίζεται με την πατριαρχική μονή Παναγίας Οδηγήτριας). Σχετικά με τη χρονολογία ίδρυσης της μονής, ο Αρχιμ. Νικόλαος αναφέρει, ότι είναι άγνωστη η ημερομηνία και εικάζει, ότι θα πρέπει να αναχθεί κατά την εποχή του Βυζαντίου, καθώς, όπως γράφει : «επί τουρκοκρατίας ήταν δύσκολο να κτιστούν μοναστήρια»[41].

Όσον αφορά την ονομασία της μονής, κατά την εποχή της Οθωμανοκρατίας, ο Αριχμ. Νικόλαος μνημονεύει την ύπαρξη δύο επιγραφών, οι οποίες φέρουν το όνομα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης: «η μία εξ αυτών ευρίσκεται κεχαραγμένη επί μίας και της αυτής πλακός και κάτωθεν μιας εικόνος της Παναγίας. Ότι προς τούτοις το μοναστήριον επανηγύριζεν ανέκαθεν μεν μόνον την 8ην Σεπτεμβρίου, κατά την εορτή των Γενεθλίων της Παναγίας»[42]. Επίσης οι Παλαιοί Κώδικες της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, περιγράφουν την τοποθεσία ως Μονύδριο του Παναγίου Τάφου και ως μονή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης[43].

Η τοπική παράδοση και η καταγεγραμμένη πορεία της μονής κατά την Τουρκοκρατία ξεκινά με την ασκητική δράση του Ιερομάρτυρα Παρθενίου, ο οποίος θανατώθηκε από τους Οθωμανούς το 1805, λόγω του ότι αντιδρούσε στη μεταφορά και λειτουργία του παζαριού κατά την ημέρα της Κυριακής[44].

Παρακάτω θα συνοψίσουμε τις πληροφορίες που παραθέτει ο Αρχιμ. Νικόλαος με βάση τα στοιχεία που ερεύνησε στους κώδικες της μητρόπολης Διδυμοτείχου και τις μαρτυρίες παλαιοτέρων Διδυμοτειχιτών. Το 1847, ο Διδυμοτειχίτης Αγιοταφίτης μοναχός Χατζή Αθανάσιος (Χαφούζ Τανάς) ανακαίνισε ριζικά το μοναστήρι αφιερώνοντάς το στον Πανάγιο Τάφο, με αποτέλεσμα να καταγραφεί στους κώδικες της Μητρόπολης ως Μονύδριο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Μετά από σοβαρές φθορές κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-78), ο ηγούμενος Βαρλαάμ (1907) αναζωογόνησε τον χώρο, εισήγαγε τον εορτασμό της Ζωοδόχου Πηγής και μετέτρεψε την μονή σε κέντρο εθνικών πληροφοριών και μυστικών επαφών με Έλληνες αξιωματικούς, οι οποίοι δρούσαν στο πλαίσιο του Μακεδονικού αγώνα και των σχετικών γεγονότων στην Θράκη. Η πατριωτική αυτή δράση προκάλεσε την μανία των Τούρκων, οι οποίοι το 1913 λεηλάτησαν την μονή και την κατέστρεψαν ολοσχερώς, ενώ οι μετέπειτα βουλγαρικές επιδρομές την άφησαν ερειπωμένη (χρησιμοποιούμενη ακόμη και ως στάνη) μέχρι τη νέα της ανακαίνιση το 1930.

Στη νεότερη ιστορία της[45], η μονή μετατράπηκε από έναν ερειπωμένο χώρο σε ζωντανό πνευματικό και κοινωνικό πυρήνα της περιοχής. Η ριζική ανακαίνιση του 1930, υπό την καθοδήγηση του Μητροπολίτη Ιωακείμ Σιγάλα και τη χρηματοδότηση των πρώτων δωρητών και επιτρόπων Β. Ηλιόπουλου και Δ. Σκλάβου, επέτρεψε την ανοικοδόμηση του ναού και των κελιών, καθιερώνοντας παράλληλα τη μεγάλη πανήγυρη της Ζωοδόχου Πηγής. Κατά τη δεκαετία του 1930, η μονή λειτούργησε ως δημοφιλές θέρετρο παραθερισμού για τις τοπικές οικογένειες, ενώ στην Κατοχή (1942-1944) φιλοξένησε τις πρότυπες παιδικές κατασκηνώσεις της Νομαρχίας Έβρου. Κατά τα τραγικά γεγονότα του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) η μονή αποτέλεσε πεδίο συγκρούσεων και ναρκοθετήσεων με αποτέλεσμα να υποστεί και άλλες καταστροφές. Το 1969 ο χώρος παραχωρήθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την δημιουργία του Στρατοπέδου «Κυρλαγκίτση». Έκτοτε, ο Στρατός σε συνεργασία με τη Μητρόπολη μεριμνά για τη συντήρηση του εξωκλησιού, επιτρέποντας την είσοδο στους πιστούς κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της Διακαινησίμου εβδομάδας. Στην ιστοσελίδα της Μητροπόλεως, στον σύνδεσμο όπου αναφέρονται «Μονές και Μετόχια», η μονή της Ζωοδόχου Πηγής αναγράφεται ως «διαλελυμένη»[46], λόγω του ότι δεν εγκαταβιώνουν πλέον μοναχοί. Για την διατήρηση όμως της μακράς μοναστικής παραδόσεως του τόπου, η Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου καθιέρωσε την τέλεση της Θείας Λειτουργίας μία φορά την εβδομάδα κατά την θερινή περίοδο (από την Διακαινήσιμο εβδομάδα έως τα τέλη Οκτωβρίου).

Παλαιολόγειο «Μονύδριο»

Ανάμεσα στον ναό του Αγίου Αθανασίου (βορείως αυτού) και του Σωτήρος Χριστού, υπήρχε ένα Βυζαντινό «μονύδριο». Το μονύδριο αυτό αποκαλύφθηκε το 1985, όταν ο Δήμος Διδυμοτείχου ξεκίνησε τις εργασίες διαμόρφωσης ενός αλσυλλίου και αποτελεί ένα ιδιαίτερο παράδειγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής των αρχών του 14ου αιώνα.

Aerial view of a hillside town with red-roofed houses; a large tree is circled near a winding street.

Στην θέση αυτή ήταν το Παλαιολογειο Μονυδριο.

Με βάση τα στοιχεία που παρατίθενται στην αρχαιολογική μελέτη των Ε. Παπαθεοφάνους – Τσουρή και Κ. Τσουρη, με τίτλο: «Παλαιολόγειο ¨Μονύδριο¨ στο Κάστρο του Διδυμοτείχου» [47], συνοψίζουμε τα παρακάτω:

Οι ανασκαφικές εργασίες των ετών 1985 – 1987 έφεραν στο φως ένα μικρό, ορθογώνιο, διώροφο κατά πάσα πιθανότητα κτίσμα, το οποίο λειτουργούσε ως καθολικό μικρού μονυδρίου και αποτελούσε πιθανώς το μοναδικό του κτήριο. Το μονύδριο χρονολογείται στην πρώτη τριακονταετία του 14ου αιώνα, πρόκειται για ένα τετράπλευρο κτίσμα, το οποίο εξωτερικά έχει μήκος 9,60 μ. και πλάτος 5,30 μ. και το ύψος του έφθανε περίπου τα 8 μ. Σύμφωνα με την αναπαράσταση των μελετητών, ο όροφος φιλοξενούσε ένα παρεκκλήσιο με τοιχογραφίες υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας επηρεασμένες από τα τότε σύγχρονα ρεύματα της Κωνσταντινούπολης. Τα σπαράγματα των εν λόγω τοιχογραφιών που βρέθηκαν κατά τις αρχαιολογικές εργασίες, αποτελούν πλέον εκθέματα του Βυζαντινού Μουσείου Διδυμοτείχου.

Επίσης στον όροφο αυτό ίσως υπήρχε και το κελί των μοναχών, ενώ το ισόγειο εξυπηρετούσε βιοτικές και αποθηκευτικές ανάγκες (ενσωματώνοντας πηγάδι-στέρνα και υποδοχή πιθαριού). Παράλληλα, το κτίσμα λειτούργησε ως χώρος ταφής, καθώς εντοπίστηκαν λαξευτοί και λακκοειδείς τάφοι, τόσο στο εσωτερικό του, όσο και περιμετρικά αυτού. Η αρχιτεκτονική του κτηρίου χαρακτηρίζεται από «πενία» και λαϊκή προχειρότητα, καθώς το συνεργείο απέφυγε ακόμα και να εξομαλύνει πλήρως τον φυσικό βράχο που λειτουργούσε ως δάπεδο, γεγονός που μαρτυρά τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των ιδρυτών του, καθώς και τον μικρό αριθμό της συνοδείας, που με δυσκολία ξεπερνούσε τους τρεις μοναχούς. Το μονύδριο αυτό δεν γνώρισε σταδιακή ερήμωση, αλλά κατεδαφίστηκε και μπαζώθηκε σκόπιμα κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους (πιθανώς τον 18ο αιώνα) για να ανεγερθούν μεταγενέστερες οικίες.

Μέσα απ’ τα ευρήματα, όπως οι τοιχογραφίες και οι λαξευτοί τάφοι, αναδεικνύεται η σύνδεση του μνημείου με την καθημερινή ζωή και τις ταφικές πρακτικές της Παλαιολόγειας περιόδου. Το εν λόγω μονύδριο, αποτελεί ένα σπάνιο και πολύτιμο αρχαιολογικό δείγμα ταπεινού μοναστικού κτίσματος που εντάσσεται οργανικά στον ιστό μιας βυζαντινής Καστροπολιτείας, συνδυάζοντας τη λατρεία, την κατοικία και την ταφή.

Ελλείψει σχετικών αρχαιολογικών δεδομένων ή γραπτών μαρτυριών, η ονομασία του μονυδρίου και η αφιέρωσή του σε κάποιον άγιο, στον Σωτήρα Χριστό ή στην Θεοτόκο παραμένουν άγνωστες. Για τον λόγο αυτό, γνωρίζουμε μόνον την ιστορική του ύπαρξη, συγκαταλέγοντάς το στα μοναστικά μνημεία της Καστροπολιτείας του Διδυμοτείχου.

Ασκητήρια και μοναστήρια σε σπήλαια του Διδυμοτείχου

Γενικότερα για την χρήση των σπηλαίων ως χώρους άσκησης των μοναχών, ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Θεοτοκάτος στη διδακτορική του διατριβή με τίτλο : «Η θρησκευτική και πολιτιστική ιστορία των σπήλαιο – ασκητηρίων και οι προσκυνηματικές διαδρομές» αναφέρει τα εξής : «Η χρήση των σπηλαίων ως χώροι θρησκευτικών δραστηριοτήτων, ανάγονται από τις πρώτες χρονικές περιόδους του πολιτισμού. Στη χριστιανική θρησκεία χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ως τόποι άσκησης και ιεροί χώροι, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και σήμερα. Οι ασκητές μέσα σ’ αυτά τα σπήλαια, που τους προσέφεραν απομόνωση και ασφάλεια, ασκήθηκαν με αυστηρότητα και ζήλο, και η ζωή τους αποτέλεσε το έναυσμα, για την ανάπτυξη του μοναστικού ιδεώδους και του συγκεκριμένου μοναχικού τρόπου ζωής. Αυτό δε το ασκητικό ρεύμα, δημιουργήθηκε από την ανάγκη κάποιων ανθρώπων για να έχουν μια συνεχόμενη επικοινωνία με το Θεό μέσω της απομόνωσής των. Στους χώρους των σπήλαιο-ασκητηρίων τους οι ασκητές, για την επιβίωση τους, δημιούργησαν κάποιες υποδομές, όπως τα κελλιά, τα ναΰδρια, τους χώρους αποθήκευσης, τις στέρνες, τους εξώστες, κλπ. Τα σπήλαιο – ασκητήρια αποτελούν σήμερα ιδιαίτερα μέρη, γιατί αποπνέουν θρησκευτική κατάνυξη, ηρεμία, πνευματικό μεγαλείο και θρησκευτικό-πολιτιστικό ενδιαφέρον. Ακόμη προξενούν ιδιαίτερα μεγάλη εντύπωση και θαυμασμό, για τη θέση που κατέχουν στον χώρο του περιβάλλοντος τοπίου»[48].

Στην περιοχή του Διδυμοτείχου υπάρχουν πέντε φυσικά σπήλαια[49] και πολλές δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) λαξευμένα στον λόφο του Κάστρου. Υπάρχουν αποδείξεις και ισχυρές ενδείξεις, ότι κάποια απ’ αυτά αποτέλεσαν λατρευτικούς χώρους, άσκησης και μοναχισμού.

Αν ανατρέξουμε στον βίο του Οσίου Ιωάννη του Νέου ενημερωνόμαστε ότι γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Διδυμότειχο, και όταν αποφάσισε να μονάσει κατοίκησε σ΄ ένα «σπήλαιο απάτητο και άβατο για όλους τους ανθρώπους»[50]. Το μεν χωριό θα μπορούσε να είναι το σημερινό Κουφόβουνο ή Κουφοβούνι, όπως λεγόταν επί οθωμανοκρατίας, όχι απαραίτητα βρισκόμενο στη σημερινή του τοποθεσία, αλλά ίσως βορειοδυτικά προς τον Ερυθροπόταμο. Προτάσσουμε ως γενέτειρα του Οσίου το Κουφόβουνο, διότι η τοπική παράδοση αναφέρει, ότι είναι ένας οικισμός με μακροχρόνια παρουσία στην περιοχή[51]. To γεγονός αυτό ενισχύει και η ύπαρξη δίπλα στο χωριό, του σπηλαίου Βούβα, στο οποίο: «βρέθηκε κεραμική από τη νεολιθική περίοδο (4η χιλιετία π.Χ.), όπως και από τις περιόδους του Χαλκού και του Σιδήρου, ενώ από τα όστρακα που ο αρχαιολόγος Γ. Μπακαλάκης βρήκε στους θαλάμους του σπηλαίου συνάγεται η χρησιμοποίηση του κατά τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους»[52]. Ένα από τα σπήλαια της περιοχής, με επικρατέστερο το σπήλαιο Βούβα, ενδέχεται να είναι το απρόσιτο καταφύγιο που αναφέρει ο Θεόδωρος Μετοχίτης ως ασκητήριο του Οσίου Ιωάννη του Νέου, μιας και κοντά στο Διδυμότειχο δεν συναντάται άλλος παρόμοιος σχηματισμός. Η εικόνα της τοποθεσίας εκείνη την εποχή ήταν προφανώς πολύ διαφορετική, καθώς οι εργασίες στο γειτονικό λατομείο μετέβαλαν αισθητά το ανάγλυφό της. Επίσης, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, με το σπήλαιο Βούβα σχετίζεται και η ύπαρξη μίας μονής. Ο Αρχιμανδρίτης Νικολάος Βαφείδης, στην ιστορική πραγματεία που συνέγραψε για την μονή Ζωοδόχου Πηγής αναφέρει και την παρακάτω πληροφορία : «Τέλος θα ήτο περιττόν ίσως να αναφέρω μίαν μονήν αγνώστου ονόματος, η οποία υπήρχε δήθεν κατά παράδοσιν, όπως λέγουν μερικοί, εις την οδόν του χωριού Κουφοβούνου και επί της κορυφής του λόφου, όστις ευρίσκεται ύπερθεν του σπηλαίου Βούβα»[53]. Παρόλο που ο σοφός ιερομόναχος αμφισβητεί την παραπάνω παράδοση, την παραθέτει στην πραγματεία του, καθώς γνωρίζει ότι σε πολλές περιπτώσεις, μετά από χρόνια, οι λαϊκές παραδόσεις επικυρώνονται με βάση την έρευνα, τις αρχαιολογικές ανασκαφές και τα νέα στοιχεία που προκύπτουν. Η παράδοση αυτή, επιβιώνει ως τις μέρες μας και υποστηρίζει, ότι στην κορυφή του λόφου του σπηλαίου Βούβα υπήρχε μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Μια πρώτη αυτοψία του σημείου αποκαλύπτει ίχνη τεχνητής διαμόρφωσης και γενικότερης ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά βεβαίως μια ανασκαφική έρευνα θα διαλεύκανε την υπόθεση.

Όσον αφορά τα λαξευμένα σπήλαια στον λόφο του Κάστρου και την σχέση τους με χώρους λατρείας και μοναχισμό, θα παραθέσουμε τα παρακάτω στοιχεία. Στο κείμενο που συνέγραψε η επιστημονική ομάδα των Δ. Μακροπούλου, Στ. Μπάζα, Γ. Ευφραιμίδη και Τζ. Καλπακλή για τα λαξευμένα υπόσκαφα σπήλαια κάτω από τον πύργο της Βασιλοπούλας (επί των οδών Ολυμπιάδος και Αριστοτέλους), υπό τον τίτλο «Καλές Διδυμοτείχου 2007», αναφέρονται τα εξής : «Δύο χώροι, ΥΒ1 και ΥΒ4, ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη μορφολογία τους. Ειδικά ο ΥΒ1 που προσομοιάζει εμφανώς με χριστιανικό χώρο λατρείας. Ο μη δόκιμος προσανατολισμός δεν είναι ικανός από μόνος του να ανατρέψει την υπόθεση αυτή, καθόσον είναι σύνηθες να μην τηρείται ακριβής προσανατολισμός σε λατρευτικούς χώρους λαξευμένους στον βράχο (π.χ. Καππαδοκία). Το υπόσκαφο ΥΒ4 πάλι, με τον βόρειο χώρο του να έχει τρεις μικρές κόγχες στο ανατολικό τοίχωμά του, τη μία δίπλα στην άλλη και με τη μεσαία λίγο μεγαλύτερη από τις δύο ακριανές, παραπέμπει επίσης στη χριστιανική λατρεία. Ο προβληματισμός μας οδήγησε να κάνουμε έρευνα σχετικά με την παρουσία θρησκευτικών χώρων στο Διδυμότειχο. Από αυτήν προέκυψε ότι οι Καντακουζηνός και Γρηγοράς στον 14ο αιώνα πράγματι αναφέρουν μοναστήρια στην περιοχή. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο μοναχισμός έχει μακρά παράδοση και παρουσία στην περιοχή του Διδυμοτείχου. Φυσικά είναι πολύ πρώιμο να υποστηρίξει κανείς ότι το σύμπλεγμα των υπόσκαφων που γειτνιάζουν ή συνδέονται με τα ΥΒ1 και ΥΒ4 αποτελούν, μαζί με αυτά, χώρους μοναστικής ζωής, περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένης. Ωστόσο, η όλη εικόνα του συμπλέγματος, καθώς και τα μοναδικά έως τώρα υπόσκαφα με λατρευτική μορφολογία, προκαλούν. Το πλήθος των επιφανειακών κινητών ευρημάτων που περισυλλέγονται τα τελευταία χρόνια στον Καλέ και η απουσία έως σήμερα εκτεταμένων ανασκαφικών ερευνών δημιουργούν βάσιμες ελπίδες ότι διατηρούνται ακόμη πολλές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου που θα συμπληρώσουν τις γνώσεις μας για το Διδυμότειχο»[54].

Για το ίδιο σημείο ο Δρ. Θ. Γουρίδης γράφει τα εξής: «Το 2007 είχαν αποκαλυφθεί 13 υπόσκαφα κάτω από τον λεγόμενο πύργο της Βασιλοπούλας, λίγα χρόνια μετά την απομάκρυνση των τρωγλοδυτών από τον χώρο. Ο πρώτος χώρος ήταν διαμορφωμένος ως ναός με κύρια και πλευρικές κόγχες και αρκοσόλια με επάλληλες ταφές, ενώ δίπλα στην είσοδο του ναού βρέθηκαν ίχνη πλινθοπερίκλειστης τοιχοποιίας του 14ου αιώνα που έφερε άνοιγμα. Στον βράχο είχαν ανοιχθεί 10 λαξευτοί τάφοι από τους οποίους ανασκάφηκε ο ένας, τραπεζιόσχημος που περιείχε οστά νεκρού σε ανακομιδή. Οι λοιποί χώροι, αναπτυσσόμενοι στη σειρά δείχνουν ότι ανήκαν σε μοναστηριακό συγκρότημα, λαξευτό στον βράχο, κελιά, παρεκκλήσια, βοηθητικοί χώροι κλπ. Ο ¨τάφος της βασιλοπούλας¨, στην πραγματικότητα μπεκτασικός τεκές, στην είσοδο του ναϋδρίου και το παρακείμενο ετερόδοξο μουσουλμανικό νεκροταφείο εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική συνέχεια και τον θρησκευτικό συγκρητισμό, εντονότερο στο Διδυμότειχο από οπουδήποτε αλλού»[55].

Ο Φ. Γιαννόπουλος στο βιβλίο που έγραψε για το Διδυμότειχο, αναφερόμενος στα λαξευμένα σπήλαια βορείως του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου και δίπλα στα ερείπια του βυζαντινού ναού, γράφει τα εξής: «Εδώ φυλάσσονταν υγρά προϊόντα και πιθανώς σιτηρά και άλλα αγαθά μέσα σε μεγάλα πήλινα δοχεία, τα οποία στερεώνονταν μέσα στα κοιλώματα. Το μέγεθος του χώρου και ο αριθμός των αποθηκευτικών δοχείων, που είχαν προβλεφθεί γι΄ αυτόν, σε συνδυασμό με τη θέση του ακριβώς πίσω από τα ερείπια δίπλα στον σημερινό μητροπολιτικό ναό, οδηγεί στο ακόλουθο συμπέρασμα : αφού πρόκειται για αποθέματα για μεγάλο αριθμό ατόμων, και το κτίριο μπροστά από την είσοδο ήταν σίγουρα εκκλησιαστικό, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι τα ερείπια του κτιρίου ανήκαν σε ένα μοναστήρι, στις εγκαταστάσεις του οποίου θα ανήκε και η υπόγεια αποθήκη (Η άμεση σχέση της υπόγειας αποθήκης με τα υπολείμματα του τείχους αφήνουν περιθώρια για να υποθέσουμε ότι τα οικοδομικά αυτά κατάλοιπα μπορεί να θεωρηθούν ότι προέρχονται από Τράπεζα μοναστηριού και όχι από ναό). Το μοναστήρι και η υπόγεια αποθήκη, στη μορφή που σώζονται, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σύγχρονα»[56].

Πέραν των μοναστηριών που προαναφέραμε, για τα οποία υπάρχουν αρχαιολογικά, ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, θα πρέπει να επισημάνουμε (εμμένοντας στην φράση του Μετοχίτη και του Καντακουζηνού περί : πρώτης μονής ανάμεσα σε άλλες), ότι είναι γεγονός πως πέριξ του Διδυμοτείχου υπάρχουν πολλά εξωκλήσια και αγιάσματα, τα οποία θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι χτίστηκαν σε χώρους, όπου προϋπήρξαν μοναστήρια, μονύδρια ή ασκηταριά.

Small tan Orthodox church with a red tile roof, central dome, cross, and potted plants outside.

Το καθολικό της Μονής Αγίας Παρασκευής Διδυμοτείχου.

Τα τελευταία χρόνια στο Διδυμότειχο υπήρξε αναβίωση του μοναχισμού, καθώς το 2019 : «το εσπέρας της 25ης Ιουλίου καθιερώθηκε από τον Μητροπολίτη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνό, στις παρυφές του Διδυμοτείχου, η σύγχρονη μονή της Αγίας Παρασκευής, στην οποία εγκαταβιοί ο Επίσκοπος μαζί με τους Αρχιμανδρίτες ιερομονάχους οι οποίοι διακονούν παράλληλα και σε ενορίες της πόλεως και της υπαίθρου»[57].

Προσκυνηματικές Διαδρομές – Θρησκευτικός Τουρισμός

Η μοναστική παράδοση του Διδυμοτείχου δεν αποτελεί μια στατική σελίδα του παρελθόντος, αλλά έναν ζωντανό πνευματικό ιστό που διατρέχει τους αιώνες και δημιουργεί προϋποθέσεις προσκυνηματικών διαδρομών[58]. Από τα ταπεινά σπηλαιοασκητήρια του Κάστρου και το ανώνυμο παλαιολόγειο μονύδριο, έως τις πάλαι ποτέ περίλαμπρες βυζαντινές μονές, η ιστορική Καστροπολιτεία καθίσταται ένας αυθεντικός «Ιερός Βράχος». Τα μνημεία και οι τοποθεσίες, συνδεδεμένα άρρηκτα με τη βιοτή των τοπικών αγίων, τις θαυματουργές εικόνες, τα ιερά λείψανα και την πλούσια ιστορία της περιοχής, προσφέρουν στον σύγχρονο προσκυνητή το επιδιωκόμενο αίσθημα της ψυχικής και πνευματικής ανάτασης. Παράλληλα, στο πλαίσιο του αναπτυσσόμενου θρησκευτικού τουρισμού, η περιοχή του Διδυμοτείχου διαθέτει μια μοναδική δυναμική για τη διαμόρφωση προσκυνηματικών διαδρομών με σπουδαία ιστορική και πολιτιστική σημασία. Η περιήγηση στα υπόσκαφα λατρευτικά μνημεία, στα αγιάσματα και στους ιστορικούς ναούς δεν αποτελεί μια απλή μετακίνηση, αλλά μια σύγχρονη μορφή πνευματικής οδοιπορίας, ικανή να ενισχύσει το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, μέσα σε ένα παρθένο και πανέμορφο φυσικό περιβάλλον. Τα αρχαιολογικά δεδομένα και οι ακλόνητες γραπτές και λαϊκές παραδόσεις που εξετάστηκαν, συνθέτουν την ιερή παρακαταθήκη της Καστροπολιτείας, αναδεικνύοντάς την σε έναν ισχυρό και διαρκή πόλο έλξης, όπου η λατρεία, η ιστορική μνήμη, η πνευματική αναζήτηση και η φυσική ομορφιά παραμένουν έως σήμερα σε άρρηκτη ενότητα.

Εντός του πλαισίου των προσκυνηματικών διαδρομών και του θρησκευτικού τουρισμού, στο διαχρονικά πολυπολιτισμικό Διδυμότειχο, μπορούμε σαφέστατα να εντάξουμε και διαθρησκειακές διαδρομές, που αφορούν έτερες θρησκείες και δόγματα. Αυτές περιλαμβάνουν:

  • τα μνημεία της αρμενικής κοινότητας (ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου / Σουρπ Κεβόρκ επάνω στο Κάστρο και τα αρμενικά κοιμητήρια),
  • της εβραϊκής κοινότητας (ο χώρος της Συναγωγής, το Μνημείο των Εβραίων Μαρτύρων και το αντίστοιχο νεκροταφείο),
  • της μουσουλμανικής μειονότητας (το εμβληματικό Τέμενος Βαγιαζήτ, το Μικρό Τζαμί, το Μαυσωλείο του Ορούτς Πασά και τα μουσουλμανικά κοιμητήρια) και βεβαίως
  • των μπεκτασηδων αλεβιτών που αποτελούν μια ιδιαίτερη, ιστορική θρησκευτική κοινότητα της περιοχής μας, άρρηκτα συνδεδεμένη με το Διδυμότειχο, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα λίκνα του μπεκτασισμού στα Βαλκάνια από τον 14ο αιώνα.

ΠΗΓΗ: ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 29.6.2026.

Βιβλιογραφια:

  • Αθανασιάδη Π. Σ., Ας ζήσουμε στο Διδυμότειχο του 1925, kastropolites.com
  • Βαφείδη Ν. αρχιμαδριτη, Ιστορία της Αρμενικής Κοινότητος Διδυμοτείχου και ο Βυζαντινός Ναός του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτου, Θρακικά, τομ. 8ος, Εν Αθήναις 1937. Του ιδίου: Το εν Διδυμοτείχω Μοναστήριον το φερόμενον επ’ ονόματι Ζωοδόχου Πηγής, εν Διδυμοτείχω 1933.
  • Γουρίδη Αθ. “18 Ιουνίου 1332: Η γέννηση ενός αυτοκράτορα στο Διδυμότειχο και οι «Ολυμπιακοί Αγώνες»,” kastropolites.com. Του Ιδίου: Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα, Εκδόσεις Επικοινωνία Α.Ε., Διδυμότειχο 2008. Του ιδίου: Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού-Διδυμότειχο, μία αέναη περιπλάνηση, Έκδοση Δήμου Διδυμοτείχου 2018.
  • Γιαννόπουλου Φ. Διδυμότειχο – Ιστορία ενός Βυζαντινού Οχυρού, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1989.
  • Θεοτοκάτου Χρ. Αρχιμ., Η θρησκευτική και πολιτιστική ιστορία των σπήλαιο – ασκητηρίων και οι προσκυνηματικές διαδρομές, διδακτορική διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2022.
  • Καντακουζηνού Ιω., Ιστορία, Νεοελληνική Απόδοση – Σχόλια – Επιμέλεια : Δρ. Γιώργος Τ. Τσερεβελάκης, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2024.
  • Μακροπούλου Δέσπ., Σταύρος Μπάζας, Γιώργος Ευφραιμίδης και Τζούλια Καλπακλή, Καλές Διδυμοτείχου 2007, kastropolites.com.
  • Μανάκα Δημ., Ιστορία εκπαιδεύσεως Διδυμοτείχου, Θρακικά, Τόμος 31ος , Εν Αθήναις 1959.
  • Μπαλατσούκα Σ. Ι., Βυζαντινά Αγιολογικά κείμενα, Αναχωρητές άγιοι, Βίος Αγίου Ιωάννου του Νέου (εκ Διδυμοτείχου) υπό Θεοδώρου Μετοχίτου, Τρίκαλα 2017.
  • Παπαθεοφάνους–Τσουρή Ευ., Παλαιολόγεια αμφιπρόσωπη εικόνα από το Διδυμότειχο, Αρχαιολογικόν Δελτίον, Τομ. 56, Μέρος Α΄ Μελέτες 2001, Αθήνα 2006.
  • Παπαθεοφάνους–Τσουρή Ευ. και Κ. Τσούρης, «Παλαιολόγειο ¨Μονύδριο¨ στο Κάστρο του Διδυμοτείχου», Αρχαιολογικόν Δελτίον, τόμος 44-46, Αθήνα 1996.
  • Σαρσάκη Ι. Α., Θεοδώρα Καντακουζηνή η Δέσποινα του Κάστρου του Διδυμοτείχου, kastropolites.com. Του ιδίου: Καστρινό Συναξάρι, εκδ. iWrite, Θεσσαλονίκη 2023. Του ιδίου: Ο σοφός καθηγητής και «εραστής» του Διδυμοτείχου Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης, kastropolites.com.
  • Τσιρταβή Ευστρ., Εικόνες από το παλιό Διδυμότειχο, Περιοδικό Θρακικός Οιωνός, Αλεξανδρούπολη 2001.
  • Χαριζάνη Γ., Ο μοναχισμός στη Θράκη κατά τους Βυζαντινούς αιώνες, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ψάλτη Σ., Η Θράκη και η Δύναμις του εν αυτή Ελληνικού Στοιχείου, Εν Αθήναις 1919.

Καθώς και:

  • Εφημερίδα «Θράκη» φύλλα ετών 1930-1932.
  • Ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου, imdos.gr.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]. Βλ. Σωτ. Μπαλατσούκα, Βυζαντινά Αγιολογικά κείμενα, Αναχωρητές άγιοι, Βίος Αγίου Ιωάννου του Νέου (εκ Διδυμοτείχου) υπό Θεοδώρου Μετοχίτου, Τρίκαλα 2017, σσ. 20-21.

[2]. Βλ. Ιωάννη του Καντακουζηνού, Ιστορία, Νεοελληνική Απόδοση – Σχόλια – Επιμέλεια : Δρ. Γιώργος Τ. Τσερεβελάκης, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2024, σ. 100 & σ. 533.

[3]. Βλ. Ι. Α. Σαρσάκη, Καστρινό Συναξάρι, εκδόσεις iWrite, Θεσσαλονίκη 2023, σσ. 21-37.

[4]. Βλ. Γ. Χαριζάνη, Ο μοναχισμός στη Θράκη κατά τους Βυζαντινούς αιώνες, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 87-88. Περισσότερα στοιχεία για τον βίο του Οσίου Ιωάννη του Νέου μπορείτε να βρείτε: Σωτ. Μπαλατσούκα, Βυζαντινά Αγιολογικά κείμενα, Αναχωρητές άγιοι, Βίος Αγίου Ιωάννου του Νέου (εκ Διδυμοτείχου) υπό Θεοδώρου Μετοχίτου, Τρίκαλα 2017 & Ιωάννη Α Σαρσάκη, Καστρινό Συναξάρι, Εκδόσεις iWrite, Θεσσαλονίκη 2023.

[5]. Βλ. Σωτ. Μπαλατσούκα, Ό.π., σ. 65.

[6]. Βλ. Ι. Α. Σαρσάκη, Η τοποθεσία του Αγίου Βλασίου και οι παραδόσεις της περιοχής, kastropolites.com.

[7]. Ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης ήταν ανιψιός τού μητροπολίτη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος Φιλαρέτου Βαφείδη. Έζησε πολλά χρόνια στο Διδυμότειχο και το αγάπησε ως δεύτερη πατρίδα του. Ως καθηγητής θεολογίας υπηρέτησε κατόπιν στο γυμνάσιο της πόλης (1929-1937). Κατά την τελευταία αυτή περίοδο ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την ιστορία του Διδυμοτείχου, μέσα από τη μελέτη των Κωδίκων της μητροπόλεως, της σχετικής με αυτή βιβλιογραφίας, των περιοδικών και τού τύπου. ΠΗΓΗ: Σ. Σαββίδη, Φιλάρετος Βαφείδης ο σοφός ιεράρχης, Έκδ. Ι.Μητρ. Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου, Διδυμότειχο 2014. Περί του Αρχιμ. Νικολάου Βαφείδη, βλέπε : Ιωάννη Α. Σαρσάκη, Ο σοφός καθηγητής και «εραστής» του Διδυμοτείχου Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης, kastropolites.com.

[8]. Βλ. Αρχιμ. Νικολάου Βαφείδου, Το εν Διδυμοτείχω Μοναστήριον το φερόμενον επ΄ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής, Ιστορική Πραγματεία, Εν Διδυμοτείχω 1933, σ. 17.

[9]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Διδυμότειχο, μια άγνωστη πρωτεύουσα, Εκδόσεις Επικοινωνία Α.Ε., Διδυμότειχο 2008, σ. 76.

[10]. Βλ. Γ. Χαριζάνη, Ό.π., σσ. 88-89.

[11]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Ό.π., σ. 41.

[12]. Βλ. ieronkathismadolon.gr.

[13]. Βλ. Φ. Γιαννόπουλου, Διδυμότειχο – Ιστορία ενός Βυζαντινού Οχυρού, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1989, σ. 111.

[14]. Το Χρυσόβουλο, ή χρυσόβουλλο, ήταν επίσημο δημόσιο έγγραφο – διάταγμα που έφερε χρυσή σφραγίδα στην μεταξωτή ταινία, που το συνόδευε, με την οποία βεβαιωνόταν η αυθεντικότητα του διατάγματος.

[15]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, 18 Ιουνίου 1332 : Η γέννηση ενός αυτοκράτορα στο Διδυμότειχο και οι «Ολυμπιακοί Αγώνες», kastropolites.com.

[16]. Βλ. Γ. Χαριζάνη, Ό.π., σ. 240.

[17]. Βλ. Ι. Α Σαρσάκη, Καστρινό Συναξάρι, Ό.π., σσ. 107-123.

[18]. Βλ. Ι. Α Σαρσάκη, Θεοδώρα Καντακουζηνή η Δέσποινα του Κάστρου του Διδυμοτείχου, kastropolites.com.

[19]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού-Διδυμότειχο, μία αέναη περιπλάνηση, Έκδοση Δήμου Διδυμοτείχου 2018, σ. 208.

[20]. Βλ. Φ. Γιαννόπουλου, Ό.π., σ. 111-112.

[21]. Βλ. Ι. Α. Σαρσάκη, Το Καλέ πανήγυρι στο Διδυμότειχο : απότοκος σημαντικών ιστορικών γεγονότων και Θεϊκής παρέμβασης, kastropolites.com

[22]. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης, η γνωστή αμφιπρόσωπη εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας (με την Σταύρωση στην οπίσθια όψη) και η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορος μεταφέρθηκαν στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, ενώ στον ναό τοποθετήθηκαν πιστά αντίγραφά τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την διαδικασία της συντήρησης αποκαλύφθηκε πως και η εικόνα του Παντοκράτορος είναι αμφιπρόσωπη, καθώς στην πίσω πλευρά της ήρθε στο φως η παράσταση της Αποκαθήλωσης.

[23]. Βλ. Γ. Χαριζάνη, Ό.π., σ. 233.

[24]. Βλ. Στο ίδιο, σσ. 233-234.

[25]. Επί του θέματος ο Γεώργιος Χαριζάνη στη διδακτορική του διατριβή «Ο μοναχισμός στη Θράκη κατά τους Βυζαντινούς αιώνες», παραθέτει τις παρακάτω πηγές : Η. Hunger – Ο. Kresten, Register II. αρ.127, 118.1-3 – J. Darrouzès, Regestes V. αρ.2199, σ.154 – MM I. αρ.93, 198.1-3 – Για το Διδυμότειχο βλ. Ν. Ζήκος, Οδοιπορικό 76 – Ρ. Soustal, Thrakien 240-244.

[26]. Βλ. Αρχιμ. Νικόλαου Βαφείδη, Ό.π., σ. 16.

[27]. Βλ. Αθανασίου Γουρίδη, Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού Ό.π., σ. 97.

[28]. Βλ. Ιωάννη Α. Σαρσάκη, Καστρινό Συναξάρι, Ό.π., 125-179 & 203-213.

[29]. Βλ. Ευαγγελίας Παπαθεοφάνους – Τσουρή, Παλαιολόγεια αμφιπρόσωπη εικόνα από το Διδυμότειχο, Αρχαιολογικόν Δελτίον, Τομ. 56, Μέρος Α΄ Μελέτες 2001, Αθήνα 2006, σσ. 402-403.

[30]. Βλ. Γεωργίου Χαριζάνη, Ό.π., σ . 234.

[31]. Βλ. Ιωάννη του Καντακουζηνού, Ό.π., σ. 209

[32]. Στο ίδιο σ. 210.

[33]. Στο ίδιο σ. 217.

[34]. Βλ. Αρχιμ. Νικόλαου Βαφείδη, Ιστορία της Αρμενικής Κοινότητος Διδυμοτείχου και ο Βυζαντινός Ναός του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτου, Θρακικά, τομ. 8ος, Εν Αθήναις 1937, σ. 322.

[35]. Στο ίδιο, σ. 324.

[36]. Στο ίδιο, σ. 323.

[37]. Στο ίδιο, σ. 326.

[38]. Στο ίδιο, σ. 327.

[39]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού, Ό.π., σ. 213.

[40]. Βλ. Εφημερίδα «Θράκη», φύλλο 80, 30 Αυγ 1931, σ. 3.

[41]. Βλ. Αρχιμ. Νικόλαου Βαφείδη, Το εν Διδυμοτείχω Μοναστήριον το φερόμενον επ΄ ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής, Ό.π., σ. 15.

[42]. Βλ. Στο ίδιο, σ. 18.

[43]. Βλ. Στο ίδιο, σσ. 26-29.

[44]. Βλ. Ι. Α. Σαρσάκη, Καστρινό Συναξάρι, Ό.π., σσ. 203-213.

[45]. Βλ. Αρχιμ. Νικόλαου Βαφείδη, Ό.π. – Δ. Μανάκα, Ιστορία εκπαιδεύσεως Διδυμοτείχου, Θρακικά, Τόμος 31ος, Εν Αθήναις 1959 – Εφημερίδα «Θράκη» φύλλα ετών 1930-32 – Π. Σ. Αθανασιάδη, Ας ζήσουμε στο Διδυμότειχο του 1925, kastropolites.com – Τσιρταβή Ευστρ., Εικόνες από το παλιό Διδυμότειχο, Περιοδικό Θρακικός Οιωνός, Αλεξανδρούπολη 2001.

[46]. βλ. Μονές & Μετόχια, imdos.gr.

[47]. Βλ. Ε. Παπαθεοφάνους – Τσουρή & Κ. Τσούρης, Παλαιολόγειο «Μονύδριο» στο Κάστρο του Διδυμοτείχου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τόμος 44-46, Αθήνα 1996.

[48]. Βλ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Θεοτοκάτου, Η θρησκευτική και πολιτιστική ιστορία των σπήλαιο – ασκητηρίων και οι προσκυνηματικές διαδρομές, διδακτορική διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2022, σ. 27.

[49]. Τα πέντε φυσικά σπήλαια στην περιοχή του Διδυμοτείχου είναι:

  • Τα σπήλαια Καγιάλι (Ακροπόλεως) και Σκυλοδόντι στην δυτική πλευρά του λόφου του κάστρου,
  • το σπήλαιο Βούβα (4 χλμ δυτικά προς το χωριό Κουφόβουνο) και
  • τα δύο μικρότερα σπήλαια απέναντι από αυτό, που έχουν καταγραφεί ως μικρές Βούβες.

[50]. Βλ. Σ. Μπαλατσούκα, Ό.π., σ. 43.

[51]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού, Ό.π., σ. 235 και Σ. Ψάλτη, Η Θράκη και η Δύναμις του εν αυτή Ελληνικού Στοιχείου, Εν Αθήναις 1919, σ. 121.

[52]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Διδυμότειχο, Μια άγνωστη πρωτεύουσα, Ό.π., σ. 17.

[53]. Βλ. Αρχιμ. Νικολάου Βαφείδου, Ό.π., σ. 17.

[54]. Βλ. Δέσπ. Μακροπούλου, Σταύρος Μπάζας, Γιώργος Ευφραιμίδης και Τζούλια Καλπακλή, Καλές Διδυμοτείχου 2007, kastropolites.com.

[55]. Βλ. Αθ. Γουρίδη, Τα κρυμμένα πρόσωπα του Ιανού Ό.π., σ. 99.

[56]. Βλ. Φ. Γιαννόπουλου, Ό.π., σ. 135.

[57]. Βλ. Αναβίωση του μοναχισμού στο Διδυμότειχο, 26 Ιουλίου 2019, imdos.gr.

[58]. Βλ. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Θεοτοκάτου, Η θρησκευτική και πολιτιστική ιστορία των σπήλαιο – ασκητηρίων και οι προσκυνηματικές διαδρομές, διδακτορική διατριβή, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2022.

μεγαλος δομεστικος Ιωαννης Καντακουζηνος αυτοκρατειρα αννα της Σαβοιας Κωνσταντινουπολη δομεστιχος αυτοκρατορας Σαβοια γαλλιας γαλλια Κωνσταντινουπολις

author avatar
Γιώργος Λεκάκης

Σχετικά Άρθρα

«Στροφέας», ένας παραδοσιακός (αρχαίος;) μεντεσές πόρτας

Σε μια από τις περιηγήσεις μου, εδώ στην Σίφνο,...

Ρωμαϊκά αντίγραφα κλασσικών και ελληνιστικών γλυπτικών τύπων από την Μακεδονία

Του Γιώργου Λεκάκη Το βιβλίο της F. Silvestro «Ρωμαϊκά αντίγραφα...